| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57152 | χορηγητής | χο-ρη-γη-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει αγαθό ευρείας κατανάλωσης σε ίδρυμα ή υπηρεσία, για κάλυψη αναγκών, συνήθ. έναντι χρηματικού ανταλλάγματος: ~ αναλώσιμων/πετρελαιοειδών/τροφίμων/υγειονομικού υλικού. ~-μειοδότης. Πβ. προμηθευτής. Βλ. χορηγός.|| ~ές δανείων. [< μτγν. χορηγητήρ] | |
| 57153 | χορηγία | χο-ρη-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. οικονομική συνήθ. υποστήριξη που παρέχεται από εταιρεία (ή σπανιότ. από μεμονωμένα άτομα) σε διεθνή ή εθνικό οργανισμό, επιχείρηση ή αθλητή, για τη διοργάνωση εκδήλωσης ή τη συμμετοχή σε αυτή, με σκοπό την προβολή του ονόματος, των προϊόντων ή των υπηρεσιών της: εμπορική/επιχειρηματική/ερευνητική ~. ~ των τεχνών. Ανάληψη ~ας. Έσοδα/χρήματα από ~ες. Παρέχω ~. Κάνω ~ες. Πβ. χρηματοδότηση.|| ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. ~ σε είδος/χρήματα. ~ αθλητικών ενδυμασιών/εξοπλισμού.|| Η έκθεση/η παράσταση/το συνέδριο πραγματοποιήθηκε με την αποκλειστική/ευγενική ~ της ... Βλ. υπό την αιγίδα. 2. ΝΟΜ. ιδιωτική ή κρατική δαπάνη για την περάτωση έργου κοινής ωφελείας· οικονομική ενίσχυση ή επιβράβευση: γενναιόδωρη ~. Το κτίριο ανακαινίστηκε με ~ του Δήμου/ιδρύματος.|| ~ υποτροφίας. Πβ. προσφορά, χορήγηση. 3. (συνεκδ.) το χρηματικό ποσό που δαπανάται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις: Η ~ για την κατασκευή δρόμων ανέρχεται σε ... ευρώ. Δόθηκαν ~ες. Βλ. δωρεά, συνδρομή.|| Ειδική/μηνιαία ~ για τυφλούς φοιτητές. Έκτακτες ~ες. Πβ. επίδομα, χορήγημα. Βλ. κληροδότημα. 4. ΑΡΧ. δαπάνη που αναλάμβαναν οι εύποροι πολίτες της Αθήνας για την κάλυψη των εξόδων προετοιμασίας του χορού του δράματος. [< αρχ. χορηγία, γαλλ. chorégie, αγγλ. choregy] | |
| 57154 | χορηγικός | , ή, ό χο-ρη-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη χορηγία: ~ή: βοήθεια/πολιτική/υποστήριξη. ~ό: κεφάλαιο/πακέτο. ~ές: δραστηριότητες/επενδύσεις/παροχές/συμφωνίες. ~ά: έσοδα/κονδύλια.|| (στην αρχαιότητα) ~ός: θεσμός. ~ά: μνημεία. ● επίρρ.: χορηγικά [< αρχ. χορηγικός, αγγλ. choragic] | |
| 57155 | χορηγός | χο-ρη-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΝΟΜ. πρόσωπο, συνήθ. νομικό, που αναλαμβάνει χορηγία: ο επίσημος/κύριος ~ της εκπομπής/του διαγωνισμού. Εθνικός/μέγας ~. Εταιρεία-~. ~οί διαφημίσεων/εξοπλισμού/προϊόντων/υπηρεσιών. Πρόσκληση ενδιαφέροντος ~ών. Παροχές/προνόμια ~ών. Οργανισμός/τράπεζα που συμμετέχει ως αποκλειστικός ~ του συνεδρίου. Φιλανθρωπική εκδήλωση την οποία στηρίζει ηθικά και χρηματικά ως ~ ο ... Βλ. διοργανωτής, δωρητής, ευεργέτης, υποστηρικτής.|| Ο ~ του αθλητή/της εθνικής ομάδας. Πβ. σπόνσορας. Βλ. μαικήνας. 2. ΝΟΜ. κρατικός ή ιδιωτικός φορέας ή οργανισμός, ο οποίος δίνει χορηγία: ~ του προγράμματος. Ο Δήμος/το Ίδρυμα υπήρξε ο ~ του έργου. Πβ. χρηματοδότης. 3. (μτφ.) αυτός που προσφέρει κάποιο ανεκτίμητο αγαθό: ~ αγάπης/ζωής/χαράς. 4. ΑΡΧ. εύπορος πολίτης της Αθήνας ο οποίος αναλάμβανε τη χορηγία: το βραβείο/έπαθλο του ~ού. ● ΣΥΜΠΛ.: χορηγός επικοινωνίας: ΝΟΜ. νομικό πρόσωπο, συνήθ. μέσο μαζικής ενημέρωσης, με ευρεία απήχηση στο κοινό, το οποίο αναλαμβάνει τη διαφήμιση εκδήλωσης ή προγράμματος με φιλανθρωπικό ή επιστημονικό περιεχόμενο ή σπανιότ. της προσπάθειας ατόμου που αγωνίζεται για ευγενή σκοπό: ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός ~ ~. ~ ~ της παράστασης. Συναυλία που πραγματοποιήθηκε με ~ό ~ το/την ... (: όνομα καναλιού ή εφημερίδας). , χρυσός χορηγός: που προσφέρει συνήθ. την πιο μεγάλη οικονομική στήριξη σε μια διοργάνωση: oι ~οί ~οί των Ολυμπιακών Αγώνων. ~ ~ της βραδιάς ήταν ο όμιλος ...|| Aργυρός και χάλκινος ~ (: ο δεύτερος και ο τρίτος κατά σειρά). [< 4: αρχ. χορηγός, γαλλ. chorège, αγγλ. choragus, αγγλ.-γαλλ. sponsor] | |
| 57156 | χορηγώ | [χορηγῶ] χο-ρη-γώ ρ. (μτβ.) {χορηγ-είς ..., -ώντας | χορήγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): δίνω, παρέχω (σε κάποιον) χρηματικό ποσό, νομικό δικαίωμα, υλικά αγαθά ή ιατρική φροντίδα: Ίδρυμα που ~εί υποτροφίες. Του ~ήθηκε αποζημίωση/επιδότηση/πίστωση. ~ούμενα: δάνεια.|| Κύκλωμα που ~ούσε βίζες/πλαστά διαβατήρια.|| Φάρμακα που ~ούνται μόνο με συνταγή γιατρού. Βλ. επι~. [< αρχ. χορηγῶ ‘αναλαμβάνω τα έξοδα του χορού’] | |
| 57157 | χοριακός | , ή, ό χο-ρι-α-κός επίθ. : ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το χόριο: ~ή: γοναδοτροπίνη/κοιλότητα. ~ές: λάχνες. ● ΣΥΜΠΛ.: β-χοριακή & (προφ.) χοριακή: ΒΙΟΧ. ορμόνη η οποία αποτελεί την ουσία που ανιχνεύεται σε τεστ εγκυμοσύνης, καθώς εκκρίνεται σε αυξημένα επίπεδα από τον πλακούντα κατά τη διάρκεια κυρ. των πρώτων εβδομάδων της κύησης· συνεκδ. η αντίστοιχη εξέταση. [< αγγλ. chorial, chorionic, γαλλ. chorionique] | |
| 57158 | χορικός | , ή, ό χο-ρι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με το μέλος και τον χορό: ~ός: ύμνος. ~ή: ποίηση (: είδος της λυρικής ποίησης που συνδυάζει μουσική, χορό και τραγούδι). ~οί: αγώνες. ~ές: ωδές.|| (ως ουσ.) Ελεγειακοί και ~οί (ενν. ποιητές). 2. ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στο εκκλησιαστικό χορικό ή στη χορωδία: ~ή: εκτέλεση. Μονοφωνικός και ~ τρόπος ψαλμωδίας. ΣΥΝ. χορωδιακός ● Ουσ.: χορικό (το) 1. ΑΡΧ. άσμα που απήγγελε ο χορός του αρχαίου δράματος και αποτελείτο από στροφή, αντιστροφή και επωδό. Βλ. επεισόδιο, στάσιμο. 2. ΜΟΥΣ. προτεσταντικός χορωδιακός ύμνος: εκκλησιαστικά ~ά. [< αρχ. χορικός, γαλλ. chorique, αγγλ. choric] | |
| 57159 | χόριο | χό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {χορίου} 1. ΑΝΑΤ. στιβάδα δέρματος ή βλεννογόνου, με στηρικτικό ρόλο: δικτυωτό/θηλώδες/τριχοειδές ~. Βλ. υπόδερμα.|| ~ εντερικού σωλήνα.|| (ΖΩΟΛ.) Το ~ των εντόμων/λεπιδόπτερων. Το ~ των ιχθύων. 2. ΙΑΤΡ. εξωτερική μεμβράνη που περιβάλλει το έμβρυο των θηλαστικών και παίζει ρόλο στη διατροφή του. Βλ. άμνιο. [< αρχ. χόριον, γαλλ.-αγγλ. chorion] | |
| 57160 | χοριοειδής | , ής, ές χο-ρι-ο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ. που αποτελείται από χόριο: ~ές: πλέγμα. Η ~ μήνιγγα του εγκεφάλου. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: χοριοειδής χιτώνας & (προφ.) χοριοειδής: το αγγειακό στρώμα του βολβού του ματιού, που βρίσκεται μεταξύ του αμφιβληστροειδή και του σκληρού χιτώνα. [< αρχ. χοριοειδής, αγγλ. choroid, γαλλ. choroïde] | |
| 57161 | χοριοκαρκίνωμα | χο-ρι-ο-καρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος που προέρχεται από την τροφοβλάστη. [< αγγλ. choriocarcinoma, 1901, γαλλ. choriocarcinome] | |
| 57162 | χορο- & χορό- & χορ- | α' συνθετικό λέξεων με αναφορά 1. στον χορό: χορο-γραφία/~εσπερίδα. Χορό-δραμα. 2. σε σύνολο τραγουδιστών: χορ-ωδία. | |
| 57163 | χορογραφία | χο-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): σχεδιασμός, σύνθεση χορευτικών· συνεκδ. χορευτικό: μπαλέτο σε ~ του ... Κάνω ~ (= χορογραφώ). Τη ~ της παράστασης επιμελήθηκε/υπογράφει η ... (βλ. χορογράφος). ~ εμπνευσμένη από ...|| Αισθησιακή/εντυπωσιακή/κλασική/λάτιν/μοντέρνα/πρωτότυπη/σόλο/σύγχρονη ~. Παιδικές ~ες. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. chorégraphie, αγγλ. choreography] | |
| 57164 | χορογραφικός | , ή, ό χο-ρο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χορογραφία: ~ή: επιμέλεια/σύνθεση (βλ. μπαλέτο). ~ό: ύφος. ~ές: δημιουργίες/παραστάσεις. [< γαλλ. chorégraphique, αγγλ. choreographic] | |
| 57165 | χορογράφος | χο-ρο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που ασχολείται (επαγγελματικά) με τη χορογραφία: ο ~ του έργου/του θεάτρου/της παράστασης. Βλ. χοροδιδάσκαλος, -γράφος. [< γαλλ. chorégraphe, αγγλ. choreographer] | |
| 57166 | χορογραφώ | χο-ρο-γρα-φώ {χορογραφεί | χορογράφ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, χορογραφ-ώντας, -ημένος} 1. συνθέτω, κάνω χορογραφία:~ησε το μπαλέτο. ~ημένη μουσική παράσταση. || Σκηνοθετεί και ~εί (= ασκεί το έργο του χορογράφου). 2. σχεδιάζω κάτι τέλεια εκ των προτέρων, σκηνοθετώ, ενορχηστρώνω, στήνω: προσεκτικά ~ημένο προεκλογικό συνέδριο. [< αγγλ. choreograph, 1943, γαλλ. horégraphier, 1953] | |
| 57167 | χοροδιδασκαλείο | [χοροδιδασκαλεῖο] χο-ρο-δι-δα-σκα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): σχολή χορού. [< γερμ. Tanzschule] | |
| 57168 | χοροδιδασκαλία | χο-ρο-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): διδασκαλία παραδοσιακών συνήθ. χορών. [< αρχ. χοροδιδασκαλία] | |
| 57169 | χοροδιδάσκαλος | χο-ρο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. δάσκαλος κυρ. παραδοσιακών χορών. Βλ. χορογράφος. 2. ΑΡΧ. πρόσωπο που αναλάμβανε την προετοιμασία του χορού του αρχαίου δράματος. [< 1: γαλλ. maître-à-danser 2: αρχ. χοροδιδάσκαλος] | |
| 57170 | χορόδραμα | χο-ρό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): σκηνικό έργο που παρουσιάζεται χορευτικά με τη συνοδεία μουσικής, χορευτικό δράμα. Πβ. μπαλέτο, χοροθέατρο. Βλ. σουίτα. [< γαλλ. chorédrame] | |
| 57171 | χοροεσπερίδα | χο-ρο-ε-σπε-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βραδινή εκδήλωση που περιλαμβάνει κυρ. μουσική, χορό και φαγητό: αποκριάτικη/σχολική/φιλανθρωπική/χριστουγεννιάτικη ~. ~ με λαχειοφόρο αγορά. ~ σε κοσμικό κέντρο/ξενοδοχείο. Διοργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε η ετήσια/καθιερωμένη ~ του συλλόγου. Βλ. δεξίωση, πάρτι, σουαρέ, συνεστίαση. ΣΥΝ. χορός (3) [< γαλλ. soirée dansante] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ