Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57640-57660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57166χορογραφώχο-ρο-γρα-φώ {χορογραφεί | χορογράφ-ησε, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, χορογραφ-ώντας, -ημένος} 1. συνθέτω, κάνω χορογραφία:~ησε το μπαλέτο. ~ημένη μουσική παράσταση. || Σκηνοθετεί και ~εί (= ασκεί το έργο του χορογράφου). 2. σχεδιάζω κάτι τέλεια εκ των προτέρων, σκηνοθετώ, ενορχηστρώνω, στήνω: προσεκτικά ~ημένο προεκλογικό συνέδριο. [< αγγλ. choreograph, 1943, γαλλ. horégraphier, 1953]
57167χοροδιδασκαλείο[χοροδιδασκαλεῖο] χο-ρο-δι-δα-σκα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): σχολή χορού. [< γερμ. Tanzschule]
57168χοροδιδασκαλίαχο-ρο-δι-δα-σκα-λί-α ουσ. (θηλ.): διδασκαλία παραδοσιακών συνήθ. χορών. [< αρχ. χοροδιδασκαλία]
57169χοροδιδάσκαλοςχο-ρο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. δάσκαλος κυρ. παραδοσιακών χορών. Βλ. χορογράφος. 2. ΑΡΧ. πρόσωπο που αναλάμβανε την προετοιμασία του χορού του αρχαίου δράματος. [< 1: γαλλ. maître-à-danser 2: αρχ. χοροδιδάσκαλος]
57170χορόδραμαχο-ρό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): σκηνικό έργο που παρουσιάζεται χορευτικά με τη συνοδεία μουσικής, χορευτικό δράμα. Πβ. μπαλέτο, χοροθέατρο. Βλ. σουίτα. [< γαλλ. chorédrame]
57171χοροεσπερίδαχο-ρο-ε-σπε-ρί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βραδινή εκδήλωση που περιλαμβάνει κυρ. μουσική, χορό και φαγητό: αποκριάτικη/σχολική/φιλανθρωπική/χριστουγεννιάτικη ~. ~ με λαχειοφόρο αγορά. ~ σε κοσμικό κέντρο/ξενοδοχείο. Διοργανώθηκε/πραγματοποιήθηκε η ετήσια/καθιερωμένη ~ του συλλόγου. Βλ. δεξίωση, πάρτι, σουαρέ, συνεστίαση. ΣΥΝ. χορός (3) [< γαλλ. soirée dansante]
57172χοροθεατρικός, ή, ό χο-ρο-θε-α-τρι-κός επίθ.: ΘΕΑΤΡ. που σχετίζεται με το χοροθέατρο: ~ή: ομάδα/παράσταση. ~ά: δρώμενα.
57173χοροθέατροχο-ρο-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. μουσικοχορευτική θεατρική παράσταση· συνεκδ. το αντίστοιχο καλλιτεχνικό είδος, η σχετική ομάδα ή ο χώρος όπου αυτή εδρεύει ή/και δίνει παραστάσεις: σύγχρονο ~. Πβ. χορόδραμα. Βλ. κατακάλι. [< γερμ. Tanztheater]
57174χοροθεραπείαχο-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ψυχοθεραπείας κατά την οποία οι θεραπευόμενοι καλούνται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους μέσω χορευτικών κινήσεων. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. dance therapy]
57175χορολογίαχο-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη και καταγραφή των χορευτικών κινήσεων με τη χρήση κώδικα σημείων. Βλ. -λογία. [< αγγλ. choreology, 1964]
57176χορολόγοςχο-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικευμένος στη χορολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. choreologist, 1965]
57177χοροπηδάωβλ. χοροπηδώ
57178χοροπήδημαχο-ρο-πή-δη-μα ουσ. (ουδ.) & χοροπηδητό: το αποτέλεσμα του χοροπηδώ.
57179χοροπηδητό

, ή, ό χο-ρο-πη-δη-χτός επίθ.: που χοροπηδά ή που γίνεται με χοροπηδήματα: ~ά: ζωάκια (: παιχνίδια).|| ~ά: βήματα. ● επίρρ.: χοροπηδηχτά

57180χοροπηδώ[χοροπηδῶ] χο-ρο-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {χοροπηδ-άς ..., -ώντας | χοροπήδ-ησα (σπάν.) -ηξα, -ήσει (σπάν.) -ήξει} & χοροπηδάω: κάνω μικρά πηδήματα με χαρούμενη διάθεση: ~ούσαν ασταμάτητα/πανηγυρίζοντας/πάνω κάτω.|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο ~ά στις λακκούβες. Η καρδιά μου ~ούσε απ' την αγωνία.
57181χορόςχο-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ρυθμικές κινήσεις ή/και βήματα που εκτελούνται από ένα ή περισσότερα άτομα σε ζεύγη ή ομάδα, με τη συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού, ως τρόπος ψυχαγωγίας ή εξωτερίκευσης συναισθημάτων: ασταμάτητος/αυτοσχέδιος/γρήγορος/ζωηρός ~. Αισθησιακός/προκλητικός ~. Αίθουσα/βραδιά/διαγωνισμός/πίστα ~ού. Εντυπωσίασε με τον ~ό της. Γλέντι/ξεφάντωμα με ~ούς και τραγούδια. Ρίξαμε κάτι ~ούς (: χορέψαμε πολύ)!|| Ανδρικός/γυναικείος/κυκλικός/λεβέντικος/μικτός/μοναχικός ~. Δημοτικοί/λαϊκοί/νησιώτικοι/παραδοσιακοί/τοπικοί ~οί. Βλ. ζεϊμπέκικο, συρτάκι, χασάπικο, χασαποσέρβικο.|| Ανατολίτικος/τσιγγάνικος ~. Ευρωπαϊκοί/φολκλορικοί ~οί. Βλ. βαλς, λάτιν, μάμπο, πόλκα1, ρέγκε, ρούμπα, σάλσα, τάνγκο, τσα τσα (τσα), φλαμένγκο.|| (μτφ.) Ο ~ των κυμάτων/μελισσών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (ειδικότ.) ως τέχνη, καλλιτεχνική δραστηριότητα: έντεχνος ~. Κλασικός ~ (= μπαλέτο). Καθηγητής/κριτικός/μαθήματα/ομάδα/σχολή (πβ. χοροδιδασκαλείο) ~ού. Παπούτσια/φορμάκι ~ού. 3. χοροεσπερίδα: αποκριάτικος ~. Αποχαιρετιστήριος ~ των τελειοφοίτων του ... ~ μεταμφιεσμένων (= μπαλ μασκέ). Φόρεμα για ~ό. Ο ετήσιος ~ του συλλόγου ... 4. (μτφ.) σύνολο ομοειδών πραγμάτων ή συμβάντων που διαδέχονται το ένα το άλλο με μεγάλη συχνότητα: Συνεχίζεται ο ~ των αντιδράσεων/αποκαλύψεων/γκολ/μεταγραφών/σκανδάλων/στοιχημάτων.|| Άνοιξαν τον ~ό των μεταλλίων. 5. σύνολο χορευτών ή κατ' επέκτ. προσώπων που ψάλλουν· ομάδα μεταφυσικών όντων ή ιερών μορφών: ο πρώτος του ~ού.|| (ΑΡΧ.) Ο ~ του αρχαίου δράματος (βλ. ημιχόριο). Η πάροδος του ~ού. Ο κορυφαίος/τα μέλη του ~ού. Βλ. όρχηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ των ψαλτών. Πβ. χορωδία. Βλ. χοροστάσιο.|| ~ αγγέλων/Αγίων/μαρτύρων (= χορεία). ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέρνος χορός & (προφ.) μοντέρνο: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή χορού με συγκεκριμένο σύστημα και τεχνική, που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από πρωτοπόρους χορευτές και χορογράφους, ως αντίδραση στους αυστηρούς περιορισμούς του κλασικού μπαλέτου. [< αγγλ. modern dance, 1912] , αντικριστός (χορός) βλ. αντικριστός, ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε βλ. Ησαΐας, πυρρίχιος χορός βλ. πυρρίχιος, σύγχρονος χορός βλ. σύγχρονος, χορός της κοιλιάς βλ. κοιλιά ● ΦΡ.: ανοίγω τον χορό 1. αρχίζω πρώτος να χορεύω, συνήθ. όπως το ορίζει το έθιμο, ώστε να ξεκινήσουν και οι άλλοι: Η νύφη ~ξε ~ στο γλέντι. 2. (μτφ.) κάνω την αρχή σε κάτι το οποίο θα επαναληφθεί (αμέσως μετά) από άλλους με μεγάλη συχνότητα: ~ξαν ~ των κινητοποιήσεων.|| Ανοίγει ο χορός των απεργιών (: αρχίζουν οι απεργίες). [< γαλλ. ouvrir le bal] , αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει!: από τη στιγμή που έχουμε εμπλακεί σε μια κατάσταση συνήθ. αρνητική, θα πρέπει να την υποστούμε και να αποδεχθούμε τις πιθανές συνέπειες., εν χορώ (λόγ.): όλοι μαζί, ταυτόχρονα: Απάντησαν/μιλούσαν/συμφώνησαν/τραγούδησαν/φώναξαν ~ ~. Πβ. ομόφωνα, με μια φωνή.|| (Για κάτι που λέγεται από πολλούς μαζί:) Διαμαρτυρίες/συνθήματα ~ ~., μπαίνω στον χορό 1. αρχίζω να χορεύω μαζί με άλλους σε κυκλικό χορό. 2. (μτφ.) εισέρχομαι και εγώ σε μια κατάσταση: Η εταιρεία μπήκε ~ των εξαγορών/προσφορών/συγχωνεύσεων. ΣΥΝ. βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει & έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέγονται (παροιμ.): είναι εύκολο να κρίνει και να επικρίνει κάποιος μια κατάσταση ή μια υπόθεση, όταν αγνοεί τις δυσκολίες της., στήνω (τον) χορό: ξεκινώ να χορεύω συνήθ. κυκλικό χορό: ~σαν ~ με δημοτικά στην πλατεία.|| (μτφ., για κάτι που κάνει την εμφάνισή του με ένταση ή μεγάλη συχνότητα) Οι αναμνήσεις ~ουν ~. Τα μικρόβια/ποντίκια έχουν στησει τρελό ~., χορός στον πάγο: κατηγορία καλλιτεχνικού πατινάζ, η οποία δίνει έμφαση στις ελεύθερες χορευτικές φιγούρες. [< αγγλ. ice dancing] , (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, ο χορός του Ζαλόγγου βλ. Ζάλογγο, σέρνω τον χορό βλ. σέρνω [< αρχ. χορός]
57182χοροστάσιχο-ρο-στά-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ανοιχτός χώρος, συνήθ. μικρής κοινότητας, ο οποίος προορίζεται για τη διοργάνωση παραδοσιακών χορών· κατ' επέκτ. η σχετική εκδήλωση: το ~ στο προαύλιο της εκκλησίας/του σχολείου/(στην πλατεία) του χωριού. Γλέντι στο ~. Βλ. -στάσι.|| ~ια και πανηγύρια. ΣΥΝ. χοροστάσιο (2)
57183χοροστασίαχο-ρο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χοροστατώ: αρχιερατική/πατριαρχική/συνοδική ~. Επίσημη δοξολογία με τη ~ του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη ... Βλ. ιερουργία. [< μεσν. χοροστασία]
57184χοροστάσιοχο-ρο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. το μέρος του ναού όπου στέκονται οι ψάλτες. Βλ. -στάσιο. ΣΥΝ. ψαλτήρι (2) 2. (λόγ.) χοροστάσι.
57185χοροστατώ[χοροστατῶ] χο-ρο-στα-τώ ρ. (μτβ.) {χοροστατ-εί, -ώντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) -ών | χοροστάτ-ησε, -ήσει}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ανώτατο κληρικό) προΐσταμαι σε θρησκευτική τελετή: Στην Ακολουθία θα ~ήσει ο Μητροπολίτης ... Λειτουργία στον Ιερό Ναό ... ~ούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη. ΣΥΝ. προεξάρχω [< μεσν. χοροστατώ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.