| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57172 | χοροθεατρικός | , ή, ό χο-ρο-θε-α-τρι-κός επίθ.: ΘΕΑΤΡ. που σχετίζεται με το χοροθέατρο: ~ή: ομάδα/παράσταση. ~ά: δρώμενα. | |
| 57173 | χοροθέατρο | χο-ρο-θέ-α-τρο ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. μουσικοχορευτική θεατρική παράσταση· συνεκδ. το αντίστοιχο καλλιτεχνικό είδος, η σχετική ομάδα ή ο χώρος όπου αυτή εδρεύει ή/και δίνει παραστάσεις: σύγχρονο ~. Πβ. χορόδραμα. Βλ. κατακάλι. [< γερμ. Tanztheater] | |
| 57174 | χοροθεραπεία | χο-ρο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ψυχοθεραπείας κατά την οποία οι θεραπευόμενοι καλούνται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους μέσω χορευτικών κινήσεων. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. dance therapy] | |
| 57175 | χορολογία | χο-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη και καταγραφή των χορευτικών κινήσεων με τη χρήση κώδικα σημείων. Βλ. -λογία. [< αγγλ. choreology, 1964] | |
| 57176 | χορολόγος | χο-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικευμένος στη χορολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. choreologist, 1965] | |
| 57177 | χοροπηδάω | βλ. χοροπηδώ | |
| 57178 | χοροπήδημα | χο-ρο-πή-δη-μα ουσ. (ουδ.) & χοροπηδητό: το αποτέλεσμα του χοροπηδώ. | |
| 57179 | χοροπηδητό | , ή, ό χο-ρο-πη-δη-χτός επίθ.: που χοροπηδά ή που γίνεται με χοροπηδήματα: ~ά: ζωάκια (: παιχνίδια).|| ~ά: βήματα. ● επίρρ.: χοροπηδηχτά | |
| 57180 | χοροπηδώ | [χοροπηδῶ] χο-ρο-πη-δώ ρ. (αμτβ.) {χοροπηδ-άς ..., -ώντας | χοροπήδ-ησα (σπάν.) -ηξα, -ήσει (σπάν.) -ήξει} & χοροπηδάω: κάνω μικρά πηδήματα με χαρούμενη διάθεση: ~ούσαν ασταμάτητα/πανηγυρίζοντας/πάνω κάτω.|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο ~ά στις λακκούβες. Η καρδιά μου ~ούσε απ' την αγωνία. | |
| 57181 | χορός | χο-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ρυθμικές κινήσεις ή/και βήματα που εκτελούνται από ένα ή περισσότερα άτομα σε ζεύγη ή ομάδα, με τη συνοδεία μουσικής ή τραγουδιού, ως τρόπος ψυχαγωγίας ή εξωτερίκευσης συναισθημάτων: ασταμάτητος/αυτοσχέδιος/γρήγορος/ζωηρός ~. Αισθησιακός/προκλητικός ~. Αίθουσα/βραδιά/διαγωνισμός/πίστα ~ού. Εντυπωσίασε με τον ~ό της. Γλέντι/ξεφάντωμα με ~ούς και τραγούδια. Ρίξαμε κάτι ~ούς (: χορέψαμε πολύ)!|| Ανδρικός/γυναικείος/κυκλικός/λεβέντικος/μικτός/μοναχικός ~. Δημοτικοί/λαϊκοί/νησιώτικοι/παραδοσιακοί/τοπικοί ~οί. Βλ. ζεϊμπέκικο, συρτάκι, χασάπικο, χασαποσέρβικο.|| Ανατολίτικος/τσιγγάνικος ~. Ευρωπαϊκοί/φολκλορικοί ~οί. Βλ. βαλς, λάτιν, μάμπο, πόλκα1, ρέγκε, ρούμπα, σάλσα, τάνγκο, τσα τσα (τσα), φλαμένγκο.|| (μτφ.) Ο ~ των κυμάτων/μελισσών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (ειδικότ.) ως τέχνη, καλλιτεχνική δραστηριότητα: έντεχνος ~. Κλασικός ~ (= μπαλέτο). Καθηγητής/κριτικός/μαθήματα/ομάδα/σχολή (πβ. χοροδιδασκαλείο) ~ού. Παπούτσια/φορμάκι ~ού. 3. χοροεσπερίδα: αποκριάτικος ~. Αποχαιρετιστήριος ~ των τελειοφοίτων του ... ~ μεταμφιεσμένων (= μπαλ μασκέ). Φόρεμα για ~ό. Ο ετήσιος ~ του συλλόγου ... 4. (μτφ.) σύνολο ομοειδών πραγμάτων ή συμβάντων που διαδέχονται το ένα το άλλο με μεγάλη συχνότητα: Συνεχίζεται ο ~ των αντιδράσεων/αποκαλύψεων/γκολ/μεταγραφών/σκανδάλων/στοιχημάτων.|| Άνοιξαν τον ~ό των μεταλλίων. 5. σύνολο χορευτών ή κατ' επέκτ. προσώπων που ψάλλουν· ομάδα μεταφυσικών όντων ή ιερών μορφών: ο πρώτος του ~ού.|| (ΑΡΧ.) Ο ~ του αρχαίου δράματος (βλ. ημιχόριο). Η πάροδος του ~ού. Ο κορυφαίος/τα μέλη του ~ού. Βλ. όρχηση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ των ψαλτών. Πβ. χορωδία. Βλ. χοροστάσιο.|| ~ αγγέλων/Αγίων/μαρτύρων (= χορεία). ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέρνος χορός & (προφ.) μοντέρνο: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή χορού με συγκεκριμένο σύστημα και τεχνική, που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από πρωτοπόρους χορευτές και χορογράφους, ως αντίδραση στους αυστηρούς περιορισμούς του κλασικού μπαλέτου. [< αγγλ. modern dance, 1912] , αντικριστός (χορός) βλ. αντικριστός, ο χορός του Ησαΐα/το Ησαΐα χόρευε βλ. Ησαΐας, πυρρίχιος χορός βλ. πυρρίχιος, σύγχρονος χορός βλ. σύγχρονος, χορός της κοιλιάς βλ. κοιλιά ● ΦΡ.: ανοίγω τον χορό 1. αρχίζω πρώτος να χορεύω, συνήθ. όπως το ορίζει το έθιμο, ώστε να ξεκινήσουν και οι άλλοι: Η νύφη ~ξε ~ στο γλέντι. 2. (μτφ.) κάνω την αρχή σε κάτι το οποίο θα επαναληφθεί (αμέσως μετά) από άλλους με μεγάλη συχνότητα: ~ξαν ~ των κινητοποιήσεων.|| Ανοίγει ο χορός των απεργιών (: αρχίζουν οι απεργίες). [< γαλλ. ouvrir le bal] , αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει!: από τη στιγμή που έχουμε εμπλακεί σε μια κατάσταση συνήθ. αρνητική, θα πρέπει να την υποστούμε και να αποδεχθούμε τις πιθανές συνέπειες., εν χορώ (λόγ.): όλοι μαζί, ταυτόχρονα: Απάντησαν/μιλούσαν/συμφώνησαν/τραγούδησαν/φώναξαν ~ ~. Πβ. ομόφωνα, με μια φωνή.|| (Για κάτι που λέγεται από πολλούς μαζί:) Διαμαρτυρίες/συνθήματα ~ ~., μπαίνω στον χορό 1. αρχίζω να χορεύω μαζί με άλλους σε κυκλικό χορό. 2. (μτφ.) εισέρχομαι και εγώ σε μια κατάσταση: Η εταιρεία μπήκε ~ των εξαγορών/προσφορών/συγχωνεύσεων. ΣΥΝ. βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι, όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει & έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέγονται (παροιμ.): είναι εύκολο να κρίνει και να επικρίνει κάποιος μια κατάσταση ή μια υπόθεση, όταν αγνοεί τις δυσκολίες της., στήνω (τον) χορό: ξεκινώ να χορεύω συνήθ. κυκλικό χορό: ~σαν ~ με δημοτικά στην πλατεία.|| (μτφ., για κάτι που κάνει την εμφάνισή του με ένταση ή μεγάλη συχνότητα) Οι αναμνήσεις ~ουν ~. Τα μικρόβια/ποντίκια έχουν στησει τρελό ~., χορός στον πάγο: κατηγορία καλλιτεχνικού πατινάζ, η οποία δίνει έμφαση στις ελεύθερες χορευτικές φιγούρες. [< αγγλ. ice dancing] , (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, ο χορός του Ζαλόγγου βλ. Ζάλογγο, σέρνω τον χορό βλ. σέρνω [< αρχ. χορός] | |
| 57182 | χοροστάσι | χο-ρο-στά-σι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ανοιχτός χώρος, συνήθ. μικρής κοινότητας, ο οποίος προορίζεται για τη διοργάνωση παραδοσιακών χορών· κατ' επέκτ. η σχετική εκδήλωση: το ~ στο προαύλιο της εκκλησίας/του σχολείου/(στην πλατεία) του χωριού. Γλέντι στο ~. Βλ. -στάσι.|| ~ια και πανηγύρια. ΣΥΝ. χοροστάσιο (2) | |
| 57183 | χοροστασία | χο-ρο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χοροστατώ: αρχιερατική/πατριαρχική/συνοδική ~. Επίσημη δοξολογία με τη ~ του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη ... Βλ. ιερουργία. [< μεσν. χοροστασία] | |
| 57184 | χοροστάσιο | χο-ρο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. το μέρος του ναού όπου στέκονται οι ψάλτες. Βλ. -στάσιο. ΣΥΝ. ψαλτήρι (2) 2. (λόγ.) χοροστάσι. | |
| 57185 | χοροστατώ | [χοροστατῶ] χο-ρο-στα-τώ ρ. (μτβ.) {χοροστατ-εί, -ώντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) -ών | χοροστάτ-ησε, -ήσει}: ΕΚΚΛΗΣ. (για ανώτατο κληρικό) προΐσταμαι σε θρησκευτική τελετή: Στην Ακολουθία θα ~ήσει ο Μητροπολίτης ... Λειτουργία στον Ιερό Ναό ... ~ούντος του Οικουμενικού Πατριάρχη. ΣΥΝ. προεξάρχω [< μεσν. χοροστατώ] | |
| 57186 | χόρτα | βλ. χόρτο | |
| 57187 | χορταίνω | χορ-ταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χόρτα-σα, χορτά-σει, χορταίν-οντας, χορτα-σμένος} 1. δεν αισθάνομαι πια πείνα (ή δίψα), νιώθω κορεσμό, επειδή έχω καταναλώσει την απαραίτητη ή περισσότερη από την κανονική ποσότητα τροφής (ή υγρών): ~σα (: έσκασα, μπούκωσα), δεν θέλω άλλο. Φάε να ~σεις. Πώς να ~σουν τόσα στόματα;|| (μτφ.-μειωτ.) ~σμένη κοιλιά. ~σμένοι (: εύποροι) και καλοπερασάκηδες.|| ~σαμε γλυκά/φαγητό (: φάγαμε πάρα πολλά/πολύ).|| Δεν μπορεί να ~σει τα παιδιά του (: να τα ταΐσει, να τα θρέψει, επειδή είναι φτωχός).|| (μτφ.) Τόσα χρήματα έβγαλε, δεν ~σε ακόμα; Δεν ~ει με τίποτα. ~ την επιθυμία μου για ... Φυσική ομορφιά που ~ει τις αισθήσεις. Πβ. ικανοποιώ. 2. (μτφ.) βιώνω κάτι όμορφο σε μεγάλο βαθμό: ~σα (από) αγκαλιές/φιλιά. ~σαμε ήλιο/θάλασσα/ύπνο/χορό (πβ. απολαμβάνω). ~σαν τα μάτια μας πράσινο. Έχει ~σει η ψυχή μου χαρές. Έχω ~σει δόξα/επιτυχίες. ~σμένος από αγάπη/έρωτα/πλούτο. Έφυγε απ' τη ζωή ~σμένος (πβ. γεμάτος, χορτάτος, ΑΝΤ. πεινασμένος). 3. (μτφ.) υφίσταμαι κάτι (άσχημο) σε υπερβολικό βαθμό, δεν αντέχω άλλο: ~σα απογοητεύσεις/δάκρυα/κλάμα/πόνο.|| ~σα (= βαρέθηκα) να μιλώ για ... ~σαμε λόγια/υποσχέσεις! Από φιλοσοφίες, έχουμε ~σει. Πβ. μπαφιάζω, μπουχτίζω.|| Μας ~σαν (= γέμισαν, τάισαν) διαβεβαιώσεις/(στα) ψέματα. ● ΦΡ.: δεν χορταίνω (προφ.): όσο πολύ κι αν κάνω κάτι, δεν το βαριέμαι: ~ ~ να σε κοιτάζω! Δεν σε χορταίνω!|| ~ ~ ν' ακούω μουσική. ~ ~ουν παιχνίδι.|| Μια θέα υπέροχη, να μην τη ~εις ποτέ., θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός (γνωμ.): θα αλλάξει η τύχη, θα φτιάξουν τα πράγματα για τις οικονομικά ασθενέστερες ομάδες., τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο: (παροιμ.) πιο πολύ με βοήθησε η ηθική παρά η υλική ή οικονομική σου συμπαράσταση. [< μεσν. χορταίνω] | |
| 57188 | χορταρένιος | , ια, ιο βλ. χορτάρινος | |
| 57189 | χορτάρι | χορ-τά-ρι ουσ. (ουδ.): χόρτο, συνήθ. ως τροφή ζώων: δροσερό/πράσινο (: πρασινάδα)/τρυφερό/φρέσκο/χλωρό (= γρασίδι, χλωρασιά) ~. Λιβάδι με πλούσιο/πυκνό ~. Μεγάλωσε/ψήλωσε το ~. Πρόβατα που βόσκουν στο ~. Κάθομαι/κυλιέμαι/ξαπλώνω (πάνω) στο ~ (= στη χλόη).|| Κόβω/κουρεύω το ~ (= γκαζόν).|| Άγρια/ξερά ~ια (= αγριό-/ξερό-χορτα). Καθαρίζω τον κήπο απ' τα ~ια (= ξεχορταριάζω).|| (προφ., χλοοτάπητας:) Πλαστικό/τεχνητό/φυσικό ~. Το ~ του γηπέδου. ● Υποκ.: χορταράκι (το) [< μεσν. χορτάρι] | |
| 57190 | χορταριάζει | χορ-τα-ριά-ζει ρ. (αμτβ.) {χορτάρια-σε, χορταριά-σει, -σμένος} 1. γεμίζει αγριόχορτα από την εγκατάλειψη: Άφησαν τον κήπο να ~σει. ~σμένη: αυλή. ~σμένα: ερείπια/χωράφια. 2. πρασινίζει: ~σε ο τόπος. ● ΦΡ.: πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω | |
| 57192 | χορτάρινος | , η, ο χορ-τά-ρι-νος επίθ. & (προφ.) χορταρένιος, ια, ιο: που αποτελείται από (ξερά) χόρτα: ~η: σκεπή/σκούπα. ΣΥΝ. χόρτινος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ