| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57193 | χόρταση | χόρ-τα-ση ουσ. (θηλ.): χορτασμός. Κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν είναι (και) για χόρταση (προφ.): δεν προορίζεται για αλόγιστη κατανάλωση: Μη φας όλη την τούρτα, ~ ~! [< μεσν. χόρτασις] | |
| 57194 | χορτασμός | χορ-τα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & (προφ.) χόρτασμα (το): το αποτέλεσμα του χορταίνω: αίσθημα ~ού (= κορεσμού). Τρώω μέχρι ~ού. Βλ. βουλιμία, τρώω του σκασμού.|| (στην ΚΔ:) Το θαύμα του ~ού.|| (μτφ.) Πνευματικός ~. ΣΥΝ. χόρταση [< μτγν. χορτασμός, χόρτασμα] | |
| 57195 | χορταστικός | , ή, ό χορ-τα-στι-κός επίθ. 1. που κάνει κάποιον να χορτάσει, λόγω της μεγάλης ποσότητάς του ή/και των πολλών θερμίδων του: ~ή: σαλάτα. ~ό: γεύμα/(και γευστικό) πιάτο/πρωινό. ~οί: μεζέδες. ~ές: μερίδες (= μεγάλες). Άφθονο/πλούσιο και ~ό φαγητό. 2. (μτφ.) απολαυστικός: ~ός: ύπνος. ~ή: αμοιβή (: πλουσιοπάροχη). ~ό: βιβλίο/(και εντυπωσιακό) θέαμα. ● επίρρ.: χορταστικά [< μτγν. χορταστικός 'θρεπτικός'] | |
| 57196 | χορτάτος | , η, ο [χορτᾶτος] χορ-τά-τος επίθ. ΑΝΤ. πεινασμένος 1. που έχει χορτάσει: Νιώθω ~ (= χορτασμένος). Βλ. νηστικός.|| (κατ΄επέκτ.) ~ο: στομάχι. Βλ. -άτος. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που έχει στη διάθεσή του πληθώρα υλικών αγαθών και έχει ικανοποιήσει τις ανάγκες του: ~η: κοινωνία. 3. (μτφ.) που έχει γίνει σε υπερβολικό βαθμό αποδέκτης μιας συνήθ. θετικής κατάστασης· πλήρης: ~ από έρωτα/όμορφες εικόνες. Έφυγε ~ απ' τη ζωή. ● ΦΡ.: και την πίτα ολόκληρη/σωστή/αφάγωτη και τον σκύλο χορτάτο βλ. πίτα | |
| 57197 | χόρτινος | , η, ο χόρ-τι-νος επίθ.: χορτάρινος. [< μτγν. χόρτινος] | |
| 57198 | χόρτο | χόρ-το ουσ. (ουδ.) 1. κάθε πράσινο χαμηλό φυτό, συνήθ. με μικρά φύλλα· κατ' επέκτ. χορτάρι: αρωματικό/δηλητηριώδες ~. Μπάλες ~ου (βλ. χορτοδετικός). Θεραπευτικά ~α (: βότανα). ~α της θάλασσας (βλ. αλμύρα, αρμυρήθρα, αρμυρίκι, κρίταμο). Βλ. αγριόχορτα, ζιζάνιο, θάμνος.|| Καίω τα (ξερά) ~α. 2. {στον πληθ.} εδώδιμα είδη των αντίστοιχων φυτών: άγρια/πικρά/φρέσκα ~α (βλ. σέσκουλο, ραδίκι). ~α βραστά (βλ. αντίδι, βλίτο, σταμναγκάθι). ~α του αγρού/βουνού (βλ. αγριολάχανα). ~α για πίτα (βλ. σπανάκι)/σαλάτα (βλ. λαχανικά). Κρέας/σουπιές με ~α. Βλ. ζαρζαβατικό. 3. γκαζόν ή γρασίδι για την κάλυψη εξωτερικών χώρων· κατ' επέκτ. χλοοτάπητας: μηχανήματα κοπής/τσουγκράνα ~ου. Πβ. πρασινάδα, χλόη.|| Πίστα ~ου. Τένις/χόκεϊ επί ~ου. Γήπεδο με πλαστικό/συνθετικό/τεχνητό/φυσικό ~. 4. κάθε πράσινο χαμηλό φυτό που χρησιμοποιείται χλωρό ή αποξηραμένο ως ζωοτροφή: ξερό ~ (= σανός). Δεμάτι ~. ~ νομής (: χορτονομή). 5. (αργκό) μαριχουάνα. Πβ. μαύρο, φούντα. ● ΦΡ.: πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, τρώω/μασάω κουτόχορτο βλ. κουτόχορτο [< μεσν. χόρτον < αρχ. χόρτος] | |
| 57199 | χορτο- & χορτό- & χορτ- | α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στα χορταρικά ή/και τα λαχανικά: χορτό-πιτα/~σουπα. Χορτο-φάγος (βλ. κρεατο-). 2. στο γρασίδι: χορτο-τάπητας. Χορτο-κοπτικό (μηχάνημα). 3. στα ξερά χόρτα: χορτο-καλύβα. | |
| 57200 | χορτοδετικός | , ή, ό χορ-το-δε-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που τυλίγει το χόρτο σε μπάλες: ~ή: πρέσα. ~ό: μηχάνημα (ως ουσ. το ~ό). Βλ. θεριστ-, θεριζοαλωνιστ-, χορτοκοπτ-ικός. | |
| 57201 | χορτοκαλύβα | χορ-το-κα-λύ-βα ουσ. (θηλ.): καλύβα από ξερά χόρτα, άχυρα ή καλάμια. | |
| 57202 | χορτοκόπτης | χορ-το-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. χορτοκοπτική μηχανή. | |
| 57203 | χορτοκοπτικός | , ή, ό χορ-το-κο-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κοπή γρασιδιού: ~ή: μηχανή (= χορτοκόπτης). ~ό: τρακτέρ. ~ές: κεφαλές/λεπίδες/συσκευές. ~ά: εργαλεία. ● Ουσ.: χορτοκοπτικό (το): ΤΕΧΝΟΛ. ενν. μηχάνημα: βενζινοκίνητο/ελαφρύ ~. Ηλεκτρικά/περιστροφικά ~ά. | |
| 57204 | χορτολιβαδικός | , ή, ό χορ-το-λι-βα-δι-κός επίθ. (επίσ.): που αναφέρεται σε λιβάδια με χορτάρι: ~ή: βλάστηση/περιοχή. ~ές: εκτάσεις. ~ά: κτήματα. Δασικό και ~ό οικοσύστημα. Βραχώδη/πετρώδη και ~ά εδάφη. | |
| 57205 | χορτολίβαδο | χορ-το-λί-βα-δο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΛ. μεγάλη ανοιχτή περιοχή που καλύπτεται από ποώδη φυτά: φυσικά ~α. Βλ. βοσκό-, θαμνό-τοπος. | |
| 57206 | χορτονομή | χορ-το-νο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): χόρτα που χρησιμεύουν ως ζωοτροφή: ακατέργαστη ~. Αποξηραμένες ~ές. Εκτάσεις/ζώνες/λειμώνες ~ής. Σπόροι φυτών για ~. Βλ. άχυρο, σανός, χλόη. [< μτγν. χορτονομή 'χλωρό χορτάρι'] | |
| 57207 | χορτόπιτα | χορ-τό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα με χορταρικά: ανοιχτή/στριφτή/χωριάτικη ~. ~ες με τυρί/χειροποίητο φύλλο. Πβ. λαχανόπιτα. Βλ. -πιτα. | |
| 57208 | χορτοσαλάτα | χορ-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με διάφορα χόρτα. Βλ. -σαλάτα. | |
| 57209 | χορτόσουπα | χορ-τό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα με λαχανικά: διαιτητική/καλοκαιρινή/νηστίσιμη ~. Βλ. -σουπα. | |
| 57210 | χορτοσυλλέκτης | χορ-το-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα που συνδέεται σε τρακτέρ και χρησιμοποιείται στη συγκομιδή χόρτων και δημητριακών από καλλιέργειες: περιστροφικός ~. ~ες (τύπου) ελικόπτερο/μαργαρίτα. ΣΥΝ. χορτοσυλλεκτική | |
| 57211 | χορτοσυλλεκτικός | , ή, ό χορ-το-συλ-λε-κτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη συγκομιδή χόρτων: ~ά: μηχανήματα. ● Ουσ.: χορτοσυλλεκτική (η): ενν. μηχανή. ΣΥΝ. χορτοσυλλέκτης | |
| 57212 | χορτοτάπητας | χορ-το-τά-πη-τας ουσ. (αρσ.): χλοοτάπητας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ