Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57680-57700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57213χορτοφαγίαχορ-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): συνειδητή κατανάλωση μόνο λαχανικών και οσπρίων, αποχή από το κρέας ή/και το ψάρι: εστιατόριο/μενού/συνταγές ~ας. Πβ. μακροβιοτική. Βλ. -φαγία. ΣΥΝ. φυτοφαγία ● ΣΥΜΠΛ.: αυστηρή/ολική χορτοφαγία & (σπάν.) απόλυτη χορτοφαγία: με αποχή από τα ζωικά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. ΣΥΝ. βιγκανισμός [< γαλλ. végétarisme, 1878]
57214χορτοφαγικός, ή, ό χορ-το-φα-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χορτοφαγία: ~ή: δίαιτα/διατροφή/κουζίνα/μαγειρική. ~ό: γεύμα/μενού. ~ές: συνταγές. Πβ. μακροβιοτικός. || (ως ουσ.) Νηστίσιμα και ~ά. ΣΥΝ. φυτοφαγικός ● επίρρ.: χορτοφαγικά [< γαλλ. végétarien]
57215χορτοφάγος, ος/α, ο χορ-το-φά-γος επίθ./ουσ. ΣΥΝ. φυτοφάγος 1. (κυρ. ως ουσ.) που ακολουθεί συνειδητά χορτοφαγική διατροφή: αυστηρός (πβ. βίγκαν)/φανατικός ~. Δίαιτα για ~ους. Μαγειρική που απευθύνεται σε ~ους. Βλ. κρεατο-, παμ-φάγος. ΣΥΝ. βετζετέριαν 2. ΖΩΟΛ. (ως επίθ.) που η διατροφή του βασίζεται αποκλειστικά σε φυτικές ύλες: ~α: ζώα/θηλαστικά/ψάρια. Βλ. σαρκοφάγος. [< 1: αγγλ. vegeterian, γαλλ. végétarien 2: μεσν. χορτοφάγος]
57216χορωδίαχο-ρω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σύνολο ανθρώπων οι οποίοι ερμηνεύουν ομαδικά ένα άσμα: γυναικεία/μαθητική/παιδική ~. Βυζαντινή/εκκλησιαστική ~. Ενόργανη/συμφωνική ~. Επαγγελματική/ερασιτεχνική/καλλιτεχνική/πειραματική ~. ~ ανδρών. ~ μικτών/όμοιων φωνών. ~ κλασικής μουσικής. Ο διευθυντής/ο μαέστρος/τα μέλη της ~ας. Μουσική για ~. Ύμνοι από τη ~ ... Η ~ υπό τη διεύθυνση του ... ερμηνεύει έργα του ... Βλ. μαντολινάτα, μπάντα, ορχήστρα, φιλαρμονική. [< αρχ. χορῳδία, γαλλ. chœur]
57217χορωδιακός, ή, ό χο-ρω-δι-α-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη χορωδία: ~ή: βραδιά/διδασκαλία/μουσική/συμφωνία/σύνθεση. ~ό: έργο/ρεπερτόριο/σχήμα/τραγούδι/φεστιβάλ. ~ές: εκδηλώσεις/εκτελέσεις/ερμηνείες/μελωδίες/ομάδες/φωνές. ~ά: αποσπάσματα/άσματα/μαθήματα/φωνητικά. ~ό και ορχηστρικό σύνολο. ● Ουσ.: χορωδιακό (το): ενν. κομμάτι: γυναικεία/συμφωνικά ~ά. Το ~ της έναρξης. Το ρεφρέν του ~ού. Βλ. άρια. ● επίρρ.: χορωδιακά [< γαλλ.-αγγλ. choral]
57218χορωδόςχο-ρω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. μέλος χορωδίας: ο κορυφαίος ~ (: ο επικεφαλής). ~ σε βυζαντινή χορωδία. ~οί της όπερας. Με τη συμμετοχή/συνοδεία ~ών. Βλ. μαέστρος, μονωδός, σολίστας. [< γαλλ. choriste, αγγλ. chorist]
57219χοτ ντογκουσ. (ουδ.) {άκλ. | σπάν. πληθ. -ς}: σάντουιτς από μακρόστενο μαλακό ψωμάκι, με ζεστό λουκάνικο συνήθ. Φρανκφούρτης και διάφορα συνοδευτικά: ~ με κέτσαπ/κρεμμύδια/μουστάρδα/τυρί. Βλ. βρόμικο, χάμπουργκερ. [< αμερικ. hot dog, 1895, γαλλ. ~, 1929]
57222χοτ σποτουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. χοτ σποτς}: σημεία, κέντρα πρώτης υποδοχής με προσωρινές δομές φιλοξενίας για μετανάστες που ζητούν άσυλο ή για ευάλωτες ομάδες πολιτών τρίτων χωρών 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. χώρος ασύρματης πρόσβασης στο διαδίκτυο. Βλ. γουάι φάι. [< αγγλ. hot spot, 1929 ‘καυτό, ζεστό σημείο’, ιταλ. ~, 1997]
57220χότζαςχό-τζας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -άδες}: ΘΡΗΣΚ. (στη μουσουλμανική θρησκεία) ιεροδιδάσκαλος: ο ~ του τζαμιού. Βλ. ιμάμης, μουεζίνης, μουφτής. ● ΦΡ.: σαν τον γάιδαρο του Χότζα: σε περιπτώσεις που κάποιος προσπαθεί με διάφορους τρόπους να εξοικονομήσει χρήματα, αλλά στο τέλος αποτυγχάνει., σαν τον φούρνο του Χότζα: για πληθώρα αντικρουόμενων απόψεων ή συμβουλών. [< τουρκ. hoca]
57221χότζκινχό-τζκιν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & νόσος του χότζκιν (συνήθ. με κεφαλ. Χ): ΙΑΤΡ. κακόηθες λέμφωμα: μη-~. [< αγγλ. Hodgkin's disease, αγγλ. ανθρ. Th. Hodgkin]
57223χουεπιφών.: (στον προφ. λόγο και συνήθ. σε επανάληψη) προς δήλωση του χαχανητού: Όλο χα χα χα και ~ ~ ~ είσαι. [< λ. ηχομιμητ.]
57224χουβαρντάδικος, η, ο χου-βαρ-ντά-δι-κος επίθ. & κουβαρντάδικος (λαϊκό): γενναιόδωρος. ● επίρρ.: χουβαρντάδικα
57225χουβαρνταλίκιχου-βαρ-ντα-λί-κι ουσ. (ουδ.) & κουβαρνταλίκι (λαϊκό): η ιδιότητα του χουβαρντά· συνεκδ. πράξη που φανερώνει οικονομική γενναιοδωρία. Πβ. απλοχεριά, γαλαντομία.|| Τον έπιασαν τα ~ια. (ειρων.) ~ια με ξένα λεφτά. Βλ. τσιγκουνιά, -λίκι. ΣΥΝ. χουβαρντοσύνη [< τουρκ. hovardalιk]
57226χουβαρντάςχου-βαρ-ντάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χουβαρντού} & κουβαρντάς (λαϊκό): πρόσωπο που δεν τσιγκουνεύεται τα χρήματά του και δαπανά συνήθ. μεγάλα χρηματικά ποσά, κυρ. για χάρη των άλλων. Πβ. ανοιχτο-, απλο-χέρης, γαλαντόμος, γενναιόδωρος. Βλ. -άς. ΑΝΤ. σπαγγοραμμένος, τσιφούτης [< τουρκ. hovarda]
57227χουβαρντοσύνηχου-βαρ-ντο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) & κουβαρντοσύνη (προφ.): χουβαρνταλίκι. Βλ. -οσύνη.
57228χουγιάζωχου-γιά-ζω ρ. (αμτβ.} {χούγιαξε} (λαϊκό): φωνάζω σε κάποιον δυνατά, τον μαλώνω. [< σλαβ. huj(ati) + -άζω]
57229χουγιαχτόχου-για-χτό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χουγιάζω.
57230χουζουρεύωχου-ζου-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {χουζούρ-εψα, -έψει, χουζουρεύ-οντας} (προφ.): παραμένω ξαπλωμένος νωχελικά, συνήθ. αφού ξυπνήσω: Άσε με να ~έψω λιγάκι (παραπάνω)!|| ~ μπροστά στο τζάκι/στον καναπέ. Έβλεπε τηλεόραση, ~οντας. Πβ. ραχατεύω, τεμπελιάζω.
57231χουζούρηςχου-ζού-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χουζούρα} (προφ.): πρόσωπο που συνηθίζει να χουζουρεύει· κατ΄επέκτ. τεμπέλης. Πβ. ραχατλής, υπναράς.
57232χουζούριχου-ζού-ρι ουσ. (ουδ.) & χουζούρεμα (προφ.): η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο χουζούρης: ανέμελο/κυριακάτικο/πρωινό ~. Καλοκαιρινά/μεσημεριάτικα ~ια. Ευχαριστήθηκε ~. Έριξε κάτι ~ια (: ξάπλες)! Πβ. ραχάτι. Βλ. χουχούλιασμα. [< τουρκ. huzur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.