| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57227 | χουβαρντοσύνη | χου-βαρ-ντο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) & κουβαρντοσύνη (προφ.): χουβαρνταλίκι. Βλ. -οσύνη. | |
| 57228 | χουγιάζω | χου-γιά-ζω ρ. (αμτβ.} {χούγιαξε} (λαϊκό): φωνάζω σε κάποιον δυνατά, τον μαλώνω. [< σλαβ. huj(ati) + -άζω] | |
| 57229 | χουγιαχτό | χου-για-χτό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χουγιάζω. | |
| 57230 | χουζουρεύω | χου-ζου-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {χουζούρ-εψα, -έψει, χουζουρεύ-οντας} (προφ.): παραμένω ξαπλωμένος νωχελικά, συνήθ. αφού ξυπνήσω: Άσε με να ~έψω λιγάκι (παραπάνω)!|| ~ μπροστά στο τζάκι/στον καναπέ. Έβλεπε τηλεόραση, ~οντας. Πβ. ραχατεύω, τεμπελιάζω. | |
| 57231 | χουζούρης | χου-ζού-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χουζούρα} (προφ.): πρόσωπο που συνηθίζει να χουζουρεύει· κατ΄επέκτ. τεμπέλης. Πβ. ραχατλής, υπναράς. | |
| 57232 | χουζούρι | χου-ζού-ρι ουσ. (ουδ.) & χουζούρεμα (προφ.): η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο χουζούρης: ανέμελο/κυριακάτικο/πρωινό ~. Καλοκαιρινά/μεσημεριάτικα ~ια. Ευχαριστήθηκε ~. Έριξε κάτι ~ια (: ξάπλες)! Πβ. ραχάτι. Βλ. χουχούλιασμα. [< τουρκ. huzur] | |
| 57233 | χούι | χού-ι ουσ. (ουδ.) {χούγια} (προφ.): ιδιοτροπία, ενοχλητική συνήθεια, ιδιόρρυθμη ενασχόληση: Το 'χει ~ να ... Πότε το άρχισες αυτό το ~; Δεν μπορείς να του αλλάξεις τα χούγια. Τα χούγια δεν κόβονται. Ο καθένας με τα χούγια του. Πήρε όλα τα χούγια του πατέρα του. Πβ. ιδιορρυθμία, κουσούρι, παραξενιά. Βλ. αναποδιά, λόξα. ● ΦΡ.: πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά/ύστερα το χούι (παροιμ.): οι συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα. [< τουρκ. huy] | |
| 57234 | χουκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χουκ σοτ: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ που γίνεται με το ένα χέρι σε κατακόρυφη θέση, από κοντινή συνήθ. απόσταση. Βλ. ραβέρσα. [< αμερικ. hook shot, περ. 1932] | |
| 57235 | χούλα | χού-λα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (συνήθ. σε επανάληψη) παραδοσιακός χαβανέζικος γυναικείος χορός που βασίζεται στο λίκνισμα των γοφών και τις κινήσεις των χεριών, με τις οποίες γίνεται διήγηση μιας ιστορίας. [< αμερικ. hula] | |
| 57236 | χούλα χουπ | χού-λα χουπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλαστικό στεφάνι, το οποίο περιστρέφει, συνήθ. κορίτσι λικνιζόμενο, γύρω από τη μέση του· (συνεκδ.-κυρ. παλαιότ.) ο αντίστοιχος χορός: πράσινο φωσφοριζέ ~. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. hula hoop, 1958] | |
| 57237 | χουλιάρι | χου-λιά-ρι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): κουτάλι. [< μτγν. κοχλιάριον] | |
| 57238 | χουλιαρομύτα | χου-λια-ρο-μύ-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό (επιστ. ονομασ. Platalea leucorodia) που έχει μακρύ μαύρο ράμφος με κίτρινο άκρο, λευκό φτέρωμα με κιτρινωπή κηλίδα στο στήθος, λοφίο (το καλοκαίρι) και μακρόστενα σκουρόχρωμα πόδια, το οποίο φωλιάζει σε υγρότοπους της κεντρικής και νότιας Ευρώπης και της Ασίας. Βλ. ίβις, κορμοράνος. | |
| 57239 | χούλιγκαν | χού-λι-γκαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & (προφ.) χουλιγκάνος (ο), χουλιγκάνι (το): φανατικός νεαρός οπαδός αθλητικής ομάδας, ο οποίος προβαίνει σε βίαιες πράξεις και βανδαλισμούς, συνήθ. πριν από την έναρξη ή μετά τη λήξη ενός αγώνα· κατ' επέκτ. νεαρός με αντικοινωνική συμπεριφορά: κουκουλοφόροι ~. Οι ~ των γηπέδων. Δέχτηκε επίθεση από ~. Πβ. βάνδαλος.|| Φέρεται ως ~. Πβ. ταραξίας, ταραχοποιός, τραμπούκος. [< αγγλ. hooligan, 1896, γαλλ. ~, 1925] | |
| 57240 | χουλιγκανικός | , ή, ό χου-λι-γκα-νι-κός επίθ. & (προφ.) χουλιγκάνικος, η, ο: που σχετίζεται με τους χούλιγκαν: ~ή: βία/επίθεση. ~ά: συνθήματα. | |
| 57241 | χουλιγκανισμός | χου-λι-γκα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ο τρόπος δράσης των χούλιγκαν: ποδοσφαιρικός ~. Έξαρση του ~ού. Κρούσματα ~ού. Προσπάθειες να αντιμετωπιστεί/καταπολεμηθεί ο ~ των γηπέδων. Εμπλέκεται σε ~ούς (= βανδαλισμούς). Βλ. βία, φανατισμός.|| (μτφ.) Πολιτικός ~. Βλ. ποδοσφαιροποίηση, τραμπουκισμός, -ισμός. [< αγγλ. hooliganism, 1898, γαλλ. hooliganisme, 1958] | |
| 57242 | χουμικός | , ή, ό χου-μι-κός επίθ.: ΕΔΑΦ. που σχετίζεται με τον χούμο ή βρίσκεται σε αυτόν: ~ό: οξύ. ~ές: ενώσεις. [< γαλλ. humique] | |
| 57243 | χουμοποίηση | χου-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΕΔΑΦ. μετατροπή σε χούμο: ~ οργανικών υπολειμμάτων. Πβ. βιοαποικοδόμηση, κομποστοποίηση. [< αγγλ. humification] | |
| 57244 | χούμος | [χοῦμος] χού-μος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) χούμο (το) : ΕΔΑΦ. οργανικό στρώμα στην επιφάνεια του εδάφους, το οποίο δημιουργείται από την αποσύνθεση ύλης φυτικής ή ζωικής προέλευσης και χρησιμοποιείται ως φυσικό λίπασμα. Πβ. μαυρόχωμα. Βλ. κομπόστ, κοπριά, φυλλό-, φυτό-χωμα. [< γαλλ.-αγγλ. humus] | |
| 57245 | χούμους | χού-μους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής) πουρές από ρεβίθια, ταχίνι, σκόρδο, λεμόνι, ελαιόλαδο και μπαχαρικά: λιβανέζικο ~. Αραβική πίτα με ~ και φαλάφελ. [< τουρκ. humus, αγγλ. hummus, 1949, γαλλ. houmous, 1991] | |
| 57246 | χουνέρι | χου-νέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πάθημα: Έπαθε γερό/μεγάλο ~ (: λαχτάρα). Του έκανε/σκάρωσε χοντρό ~. Του ετοιμάζει ~ια. Πβ. κασκαρίκα. [< τουρκ. hüner] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ