| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57253 | χούφτα | χού-φτα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) φούχτα 1. κοιλότητα που σχηματίζει η παλάμη, όταν τα δάχτυλα είναι λυγισμένα: Πήρε στη ~ του λίγη άμμο. Γέμισε τις ~ες του με νερό. Ζέστανε τις ~ες του (με την ανάσα του). 2. & (λαϊκό) χουφτιά: (συνεκδ.) η ποσότητα που χωρά σε αυτή: μια ~ όσπρια/χιόνι. Δυο ~ες αμύγδαλα/καρύδια/ρύζι. ΣΥΝ. αδραξιά, χεριά (3) 3. χειρολαβή. ● Υποκ.: χουφτίτσα (η) ● ΦΡ.: με τις χούφτες (προφ.): (για κάτι που θα έπρεπε να καταναλώνεται σε μικρές ποσότητες) χωρίς μέτρο, αλόγιστα: Καταπίνει/παίρνει τα χάπια ~ ~. Πβ. με το τσουβάλι., μια χούφτα & (λαϊκό-λογοτ.) μια χουφτιά (μτφ.): πολλοί λίγοι: χάρη στη βοήθεια/θέληση μιας ~ας ανθρώπων. Αντίσταση από ~ ~ άνδρες.|| ~ ~ τόπος (= πολύ μικρός). ΣΥΝ. μια δράκα [< μεσν. φούχτα] | |
| 57254 | χούφταλο | χού-φτα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας πολύ γερασμένος και κατ΄επέκτ. σωματικά εξασθενημένος. Πβ. γερομπαμπαλής, πουρό, ραμολιμέντο, σάψαλο, σαράβαλο. | |
| 57255 | χουφτιά | βλ. χούφτα | |
| 57256 | χουφτιάζω | χου-φτιά-ζω ρ. (μτβ.) {χούφτια-σε} (λαϊκό-λογοτ.): αρπάζω κάτι με τη χούφτα μου. ΣΥΝ. χουφτώνω (3) | |
| 57257 | χούφτωμα | χού-φτω-μα ουσ. (ουδ.) {χουφτώματα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χουφτώνω. Πβ. μπαλαμούτι. | |
| 57258 | χουφτώνω | χου-φτώ-νω ρ. (μτβ.) {χούφτω-σε, χουφτώ-σει, χουφτών-οντας} (προφ.) 1. (συνήθ. για άνδρα) πιάνω ερωτογενές σημείο του σώματος άλλου προσώπου, συνήθ. τις καμπύλες γυναίκας. Πβ. μπαλαμουτιάζω. Βλ. εφαψίας. ΣΥΝ. βάζω χέρι (2) 2. (μτφ.) ιδιοποιούμαι χρηματικό ποσό: Το ~σε το παραδάκι. Πβ. αρπάζω, βουτώ. ΣΥΝ. τσεπώνω 3. χουφτιάζω. | |
| 57259 | χουχουλιάζω | χου-χου-λι-ά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χουχούλια-σα, χουχουλιά-σει, χουχουλιάζ-οντας, χουχουλια-σμένος} & (σπάν.) χουχουλίζω (προφ.) 1. είμαι ξαπλωμένος νωχελικά κάπου ζεστά, απαλά και ξεκούραστα: ~ κάτω από το πάπλωμα. ~σμένος στο κρεβάτι (πβ. κουρνιάζω). Βλ. χουζουρεύω.|| Το γατάκι ~ει στο χαλάκι. 2. ζεσταίνω με το σώμα ή την ανάσα μου: Η κότα ~ει τα μικρά της.|| Χουχούλιαζε τα δάχτυλά του. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 57260 | χουχούλιασμα | χου-χού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) χουχούλισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χουχουλιάζω: ~ κάτω απ' την κουβέρτα/μπροστά στο τζάκι/στον καναπέ. Πβ. κούρνιασμα. Βλ. κοκούνινγκ, χουζούρι. | |
| 57261 | χοχλάζει | βλ. κοχλάζει | |
| 57262 | χοχλίδι | χο-χλί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): βότσαλο· κοχύλι, όστρακο. ● Υποκ.: χοχλιδάκι (το) [< μτγν. κοχλίδιον 'σαλιγκαράκι'] | |
| 57263 | χοχλιός | χο-χλιός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. χοχλιοί κ. χοχλοί} & κοχλιός (διαλεκτ., κυρ. στην Κρήτη): σαλιγκάρι. ● Υποκ.: χοχλιδάκι (το) [< μεσν. κοχλιός] | |
| 57265 | χοχόμπα | βλ. τζοτζόμπα | |
| 57266 | χράμι | χρά-μι ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): χοντρό μάλλινο υφαντό, που χρησιμοποιόταν ως στρωσίδι ή κλινοσκέπασμα. Πβ. βελέντζα, κιλίμι. [< τουρκ. ihram] | |
| 57267 | χράπα χρούπα | χρά-πα χρού-πα επίθ./ουσ. (προφ.): επαναληπτική καραμπίνα. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 57268 | χρεία | χρεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανάγκη: Δεν υπάρχει ~ διαρθρωτικών παρεμβάσεων. Δεν έχουμε ~ προστασίας (= δεν χρειαζόμαστε).|| Η ~ τον έσπρωξε να ... Βλ. στέρηση, φτώχεια. ● ΦΡ.: τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; (ΚΔ) (λόγ.-συχνά ειρων.): δεν έχουμε ανάγκη από (άλλους) μάρτυρες· λέγεται για κάτι αυταπόδεικτο: ~ ~, για ν' αποδειχθεί το λάθος; [< αρχ. χρεία] | |
| 57269 | χρειάζομαι | χρει-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χρειά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρειαζ-ούμενος}: έχω άμεση ανάγκη από κάτι ή από τη βοήθεια κάποιου: Το μόνο που ~εται είναι λίγη αγάπη. Αν δεν με ~εσαι άλλο, μπορώ να φύγω; Το σπίτι ~εται βάψιμο. ~όμαστε (: παροντικός χρόνος)/~όμασταν (: παρελθοντικός χρόνος) διακοπές. Μήπως ~εστε κάτι; Ερωτήματα που ~ονται απάντηση (= χρήζουν απάντησης). Πού ήσουν, όταν σε ~όμουν; ~στηκες ποτέ κάτι και δεν σου το έδωσα; ~στηκε επειγόντως αίμα. (Για) ό,τι ~στείς, εδώ είμαι.|| Δεν ~ τις συμβουλές σου. ● χρειάζεται: είναι αναγκαίο, απαραίτητο, υποχρεωτικό: ~ (= πρέπει) να δαπανηθούν αρκετά χρήματα. Δεν ~ ν' ανησυχείς/να φωνάζεις. -Να σε βοηθήσω; -Δεν (μου) ~. ~στηκε να νοσηλευτεί. Αν ~στεί (= κριθεί σκόπιμο, παραστεί ανάγκη), θα ...|| ~ ιδιαίτερη προσοχή. Ουσίες που ~ονται στον οργανισμό. Δικαιολογητικά που ~ονται για την έκδοση διαβατηρίου. Θα ~στούν πολλά χρόνια ακόμα για να ...|| Σε τι ~ονται/πού θα ~στούν όλ' αυτά; Πβ. χρησιμεύω. ● ΦΡ.: ό,τι χρειάζεται (προφ.): ό,τι πιο κατάλληλο, πιο ιδανικό : Ένα μπανάκι είναι ~ ~ με τέτοια ζέστη. Πβ. ταμάμ. ΣΥΝ. ό,τι πρέπει, τα χρειάστηκα (προφ.): τρόμαξα, φοβήθηκα ή ανησύχησα πολύ: ~ ~ για τα καλά/λιγάκι, αλλά τελικά δεν ήταν τίποτα. ΣΥΝ. τα είδα όλα! (2), θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας βλ. ζουρλομανδύας, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση [< μεσν. χρειάζομαι] | |
| 57270 | χρειαζούμενος | , η, ο χρει-α-ζού-με-νος επίθ. (προφ.): αναγκαίος, απαραίτητος: ο ~ εξοπλισμός. Το ~ο ποσό. Ένας δικηγόρος είναι πάντα ~. Πάρε ρούχα και ό,τι άλλο ~ο. Πβ. απαιτούμενος.|| (ως ουσ.) Τα ~α για το ταξίδι. Πβ. χρειώδη. | |
| 57271 | χρειώδης | , ης, ες χρει-ώ-δης επίθ. {χρειώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): αναγκαίος, απαραίτητος: οι ~εις αλλαγές/εξηγήσεις/πληροφορίες. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: χρειώδη (τα): απαραίτητα είδη, αντικείμενα: αγροτικά/γεωργικά/οικιακά/προσωπικά ~. Τα ~ για τη διαβίωση. ~ γραφείου. Πβ. χρειαζούμενα. [< μτγν. χρειώδης ‘χρήσιμος’] | |
| 57272 | χρεμετίζει | χρε-με-τί-ζει ρ. (αμτβ.): (για άλογο ή μουλάρι) χλιμιντρίζει. [< αρχ. χρεμετίζω] | |
| 57273 | χρεμετισμός | χρε-με-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & χρεμέτισμα (το) (λόγ.): χλιμίντρισμα. Βλ. -ισμός. [< αρχ. χρεμετισμός, μτγν. χρεμέτισμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ