| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57268 | χρεία | χρεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανάγκη: Δεν υπάρχει ~ διαρθρωτικών παρεμβάσεων. Δεν έχουμε ~ προστασίας (= δεν χρειαζόμαστε).|| Η ~ τον έσπρωξε να ... Βλ. στέρηση, φτώχεια. ● ΦΡ.: τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; (ΚΔ) (λόγ.-συχνά ειρων.): δεν έχουμε ανάγκη από (άλλους) μάρτυρες· λέγεται για κάτι αυταπόδεικτο: ~ ~, για ν' αποδειχθεί το λάθος; [< αρχ. χρεία] | |
| 57269 | χρειάζομαι | χρει-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χρειά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρειαζ-ούμενος}: έχω άμεση ανάγκη από κάτι ή από τη βοήθεια κάποιου: Το μόνο που ~εται είναι λίγη αγάπη. Αν δεν με ~εσαι άλλο, μπορώ να φύγω; Το σπίτι ~εται βάψιμο. ~όμαστε (: παροντικός χρόνος)/~όμασταν (: παρελθοντικός χρόνος) διακοπές. Μήπως ~εστε κάτι; Ερωτήματα που ~ονται απάντηση (= χρήζουν απάντησης). Πού ήσουν, όταν σε ~όμουν; ~στηκες ποτέ κάτι και δεν σου το έδωσα; ~στηκε επειγόντως αίμα. (Για) ό,τι ~στείς, εδώ είμαι.|| Δεν ~ τις συμβουλές σου. ● χρειάζεται: είναι αναγκαίο, απαραίτητο, υποχρεωτικό: ~ (= πρέπει) να δαπανηθούν αρκετά χρήματα. Δεν ~ ν' ανησυχείς/να φωνάζεις. -Να σε βοηθήσω; -Δεν (μου) ~. ~στηκε να νοσηλευτεί. Αν ~στεί (= κριθεί σκόπιμο, παραστεί ανάγκη), θα ...|| ~ ιδιαίτερη προσοχή. Ουσίες που ~ονται στον οργανισμό. Δικαιολογητικά που ~ονται για την έκδοση διαβατηρίου. Θα ~στούν πολλά χρόνια ακόμα για να ...|| Σε τι ~ονται/πού θα ~στούν όλ' αυτά; Πβ. χρησιμεύω. ● ΦΡ.: ό,τι χρειάζεται (προφ.): ό,τι πιο κατάλληλο, πιο ιδανικό : Ένα μπανάκι είναι ~ ~ με τέτοια ζέστη. Πβ. ταμάμ. ΣΥΝ. ό,τι πρέπει, τα χρειάστηκα (προφ.): τρόμαξα, φοβήθηκα ή ανησύχησα πολύ: ~ ~ για τα καλά/λιγάκι, αλλά τελικά δεν ήταν τίποτα. ΣΥΝ. τα είδα όλα! (2), θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας βλ. ζουρλομανδύας, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση [< μεσν. χρειάζομαι] | |
| 57270 | χρειαζούμενος | , η, ο χρει-α-ζού-με-νος επίθ. (προφ.): αναγκαίος, απαραίτητος: ο ~ εξοπλισμός. Το ~ο ποσό. Ένας δικηγόρος είναι πάντα ~. Πάρε ρούχα και ό,τι άλλο ~ο. Πβ. απαιτούμενος.|| (ως ουσ.) Τα ~α για το ταξίδι. Πβ. χρειώδη. | |
| 57271 | χρειώδης | , ης, ες χρει-ώ-δης επίθ. {χρειώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): αναγκαίος, απαραίτητος: οι ~εις αλλαγές/εξηγήσεις/πληροφορίες. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: χρειώδη (τα): απαραίτητα είδη, αντικείμενα: αγροτικά/γεωργικά/οικιακά/προσωπικά ~. Τα ~ για τη διαβίωση. ~ γραφείου. Πβ. χρειαζούμενα. [< μτγν. χρειώδης ‘χρήσιμος’] | |
| 57272 | χρεμετίζει | χρε-με-τί-ζει ρ. (αμτβ.): (για άλογο ή μουλάρι) χλιμιντρίζει. [< αρχ. χρεμετίζω] | |
| 57273 | χρεμετισμός | χρε-με-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & χρεμέτισμα (το) (λόγ.): χλιμίντρισμα. Βλ. -ισμός. [< αρχ. χρεμετισμός, μτγν. χρεμέτισμα] | |
| 57274 | χρεο- & χρεό- | & χρεω- & χρεώ-: α' συνθετικό λέξεων, κυρ. όρων, που αναφέρονται σε χρέος: χρεο-κοπία/~πίστωση. Χρεο-λύσιο (κ. χρεω-). Χρεό-γραφο (κ. χρεώ-). | |
| 57275 | χρεόγραφο | χρε-ό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {χρεογράφ-ου, συνηθέστ. στον πληθ.} & χρεώγραφο: ΟΙΚΟΝ. κάθε αναγνωρισμένος διαπραγματεύσιμος τίτλος (μετοχή, ομόλογο ή μερίδιο αμοιβαίων κεφαλαίων) στο οποίο μπορεί να επενδύσει κάποιος: ~ αξίας ... ευρώ/δανείου. ~ κυμαινόμενης απόδοσης/με σταθερό επιτόκιο. Αγορά/τιμές ~ου. Βραχυπρόθεσμα/δημόσια/εμπορεύσιμα ~α. ~α σταθερού εισοδήματος. Αποπληρωμή/αποτίμηση/χρηματιστήριο ~ων. Ζημίες/κέρδη από ~α. Διατίθεται/πωλείται/ρευστοποιείται ~. Βλ. αξιό-, δικαιό-γραφο, ομολογία, χρηματόγραφο. [< γερμ. Wertpapier, Obligation] | |
| 57276 | χρεοκοπία | χρε-ο-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) & χρεωκοπία 1. ΟΙΚΟΝ. διακοπή της δραστηριοποίησης στην αγορά φυσικού ή νομικού προσώπου, εξαιτίας της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις: απλή/άτακτη/ελεγχόμενη/επιλεκτική/συντεταγμένη ~. ~ της οικονομίας/των (ασφαλιστικών) ταμείων. ~ τράπεζας. ~ λόγω κακής διαχείρισης. Δίωξη για δόλια/εικονική/πλαστή ~. Επιχειρηματικές/εταιρικές ~ες. Ο Όμιλος έκλεισε λόγω ~ας. Πβ. φαλιμέντο, φαλίρισμα. Βλ. κραχ. ΣΥΝ. πτώχευση 2. (μτφ.) πλήρης αποτυχία: διαπραγματευτική/εκπαιδευτική/ιδεολογική/πολιτική/συναισθηματική ~. Ολοκληρωτική ~ και κατάρρευση του κινήματος. [< 1: μτγν. χρεοκοπία, χρεωκοπία 2: ιταλ. bancarotta] | |
| 57277 | χρεοκόπος | χρε-ο-κό-πος ουσ. (αρσ.) & χρεωκόπος (λόγ.): αυτός που έχει χρεοκοπήσει. Βλ. -κόπος. [< μεσν. χρεοκόπος, χρεωκόπος] | |
| 57278 | χρεοκοπώ | [χρεοκοπῶ] χρε-ο-κο-πώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρεοκοπ-είς ..., -ώντας | χρεοκόπ-ησα, -ήσει, -ημένος} & χρεωκοπώ 1. ΟΙΚΟΝ. αδυνατώ να ανταποκριθώ στις οικονομικές μου υποχρεώσεις: Η εταιρεία ~ησε. Επιχειρηματίες που έχουν ~ήσει. ~ημένες: τράπεζες. ~ημένα: εργοστάσια. Πβ. βαράει διάλυση, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι, βουλιάζω, καταστρέφομαι, κατεβάζει (τα) ρολά, ναυαγώ, πέφτω έξω, φαλιρίζω.|| (σπάν.) ~ησαν το Κράτος (= το οδήγησαν σε χρεοκοπία). ΣΥΝ. πτωχεύω 2. (μτφ.) δεν μπορώ πλέον να ανταποκριθώ στον σκοπό μου ή στις σύγχρονες απαιτήσεις· αποτυγχάνω πλήρως: Ως θεσμός έχει ~ήσει παταγωδώς. ~ημένο: καθεστώς. ~ημένες: αντιλήψεις. ΣΥΝ. ξοφλώ (1) [< 1: μτγν. χρεοκοπῶ, χρεωκοπῶ 2: ιταλ. fare bancarotta] | |
| 57279 | χρεολυσία | χρε-ο-λυ-σί-α ουσ. (θηλ.) & χρεωλυσία: ΟΙΚΟΝ. αποπληρωμή δανείου με δόσεις, εντός συμφωνημένου χρονικού διαστήματος. Πβ. απόσβεση. [< μτγν. χρεωλυσία, γαλλ. amortissement] | |
| 57280 | χρεολύσιο | χρε-ο-λύ-σι-ο {χρεολυσί-ων, συνηθέστ. στον πληθ.} & χρεωλύσιο: ΟΙΚΟΝ. καθεμιά από τις δόσεις που καταβάλλονται για την εξόφληση δανείου: αποπληρωμή ~ων. Βλ. τοκο~. | |
| 57281 | χρεολυτικός | , ή, ό χρε-ο-λυ-τι-κός επίθ. & χρεωλυτικός: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τα χρεολύσια: ~ό: δάνειο. ~ές: δόσεις. Βλ. τοκο~. | |
| 57282 | χρεοπιστώνω | χρε-ο-πι-στώ-νω ρ. (μτβ.) {χρεοπιστώ-σει, χρεοπιστών-εται} & χρεωπιστώνω: ΟΙΚΟΝ. καταγράφω χρέη και πιστώσεις: Οι (τραπεζικοί) λογαριασμοί ~ονται (: ενημερώνονται). | |
| 57283 | χρεοπίστωση | χρε-ο-πί-στω-ση ουσ. (θηλ.) & χρεωπίστωση: ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρεοπιστώνω. | |
| 57284 | χρέος | χρέ-ος ουσ. (ουδ.) {χρέ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. υποχρέωση καταβολής ή επιστροφής χρηματικού ποσού που έχει δοθεί συνήθ. ως πίστωση· οφειλή: δυσβάσταχτο/υπέρογκο/υψηλό ~. Ασφαλιστικό/δημοσιονομικό/ενυπόθηκο/ιδιωτικό/καθαρό ~. Αστικά/εμπορικά/εταιρικά/συσσωρευμένα/φορολογικά ~η. ~ της τάξης των/ύψους ... ευρώ. Αναδοχή/απαλοιφή/(άμεση) απόδοση/απομείωση/απόσβεση/διαγραφή/μηδενισμός/παραγραφή/σβήσιμο/τακτοποίηση του ~ους. Τα ~η της επιχείρησης (βλ. παθητικό). ~η από τζόγο. Είσπραξη/κεφαλαιοποίηση/τόκοι ~ών. Έχει ~η (= είναι χρεωμένος). Άφησε ~η (πβ. φέσι). Δεν μπορεί να (απο)πληρώσει/εξοφλήσει τα ~η του (βλ. αναξιόχρεος, φερέγγυος). Διώκεται για ~η προς το Δημόσιο. (μτφ.) Έχει γονατίσει απ' τα ~η. Βλ. πιστοληπτική ικανότητα, υποθήκη. 2. (μτφ.) ευθύνη, ηθική υποχρέωση, καθήκον: ιερό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Συναίσθηση του ~ους. Είναι ~ όλων μας να ... Έχω ~ να ... Θεωρώ ~ μου να ... Επιτελεί το ~ του. Έκανε το ~ του προς την πατρίδα (: υπηρέτησε στον στρατό). Εκπλήρωσε το ~ του απέναντι ... Πβ. αποστολή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος & επαχθές χρέος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μη νομιμοποιημένη οφειλή, σε περιπτώσεις όπου η δανειακή σύμβαση έχει συναφθεί με τη σύμφωνη γνώμη του πιστωτή, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους και το χρηματικό ποσό του δανείου έχει σπαταληθεί με τρόπο που αντιβαίνει στα λαϊκά συμφέροντα. [< αγγλ. odious debt, 1927] , δημόσιο/εθνικό χρέος & (σπάν.) κυβερνητικό χρέος & (προφ.) χρέος: ΟΙΚΟΝ. οφειλές του Δημοσίου που προέρχονται από τη σύναψη δανείων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την κάλυψη κρατικών αναγκών: ακαθάριστο/συνολικό ~ ~. Αύξηση/διόγκωση του δημόσιου ~ους. Αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση/αναδιάταξη/διακανονισμός/διαχείριση/διευθέτηση του εθνικού ~ους. Το χρέος της χώρας έφτασε/υπερβαίνει τα ... ευρώ. Το ~ ~ ανέρχεται/εκτινάχθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Βλ. δημοσιονομικό έλλειμμα, πληθωρισμός. , άφεση χρέους βλ. άφεση, κούρεμα (χρέους) βλ. κούρεμα, χρέος τιμής βλ. τιμή ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα (λόγ.): έχω αναλάβει συγκεκριμένη αρμοδιότητα: ~ει/~εί ~ γραμματέα/διερμηνέα. Ο ασκών/εκτελών ~ Προέδρου. Πβ. χρηματίζω., βάζω χρέος (προφ.): χρεώνομαι. Έβαλε ~ ... ευρώ, για ν' αγοράσει ..., πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη & τον πνίγουν τα χρέη (μτφ.-προφ.): χρωστά πολλά λεφτά, είναι καταχρεωμένος. [< αρχ. χρέος] | |
| 57285 | χρεοστάσιο | χρε-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) {χρεοστασί-ου} & χρεωστάσιο: ΟΙΚΟΝ. προσωρινή αναστολή (με απόφαση του κράτους) της απόσβεσης χρεών ή των διώξεων για χρέη, λόγω έκτακτων συνθηκών, όπως πόλεμος ή οικονομική κρίση: κήρυξη ~ου. Βλ. δικαιοστάσιο, μορατόριουμ, -στάσιο. [< γαλλ. moratorium] | |
| 57286 | χρεοφειλέτης | χρε-ο-φει-λέ-της ουσ. (αρσ.) & χρεωφειλέτης: ΟΙΚΟΝ. χρεώστης. [< μτγν. χρεοφειλέτης, αρχ. χρεωφειλέτης] | |
| 57287 | χρέπι | χρέ-πι ουσ. (ουδ.) (αργκό): αυτοκίνητο ή μηχάνημα παλιό και σε κακή κατάσταση. ΣΥΝ. σαπάκι, σαράβαλο (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ