Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57740-57760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57274χρεο- & χρεό-& χρεω- & χρεώ-: α' συνθετικό λέξεων, κυρ. όρων, που αναφέρονται σε χρέος: χρεο-κοπία/~πίστωση. Χρεο-λύσιο (κ. χρεω-). Χρεό-γραφο (κ. χρεώ-).
57275χρεόγραφοχρε-ό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {χρεογράφ-ου, συνηθέστ. στον πληθ.} & χρεώγραφο: ΟΙΚΟΝ. κάθε αναγνωρισμένος διαπραγματεύσιμος τίτλος (μετοχή, ομόλογο ή μερίδιο αμοιβαίων κεφαλαίων) στο οποίο μπορεί να επενδύσει κάποιος: ~ αξίας ... ευρώ/δανείου. ~ κυμαινόμενης απόδοσης/με σταθερό επιτόκιο. Αγορά/τιμές ~ου. Βραχυπρόθεσμα/δημόσια/εμπορεύσιμα ~α. ~α σταθερού εισοδήματος. Αποπληρωμή/αποτίμηση/χρηματιστήριο ~ων. Ζημίες/κέρδη από ~α. Διατίθεται/πωλείται/ρευστοποιείται ~. Βλ. αξιό-, δικαιό-γραφο, ομολογία, χρηματόγραφο. [< γερμ. Wertpapier, Obligation]
57276χρεοκοπίαχρε-ο-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) & χρεωκοπία 1. ΟΙΚΟΝ. διακοπή της δραστηριοποίησης στην αγορά φυσικού ή νομικού προσώπου, εξαιτίας της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις: απλή/άτακτη/ελεγχόμενη/επιλεκτική/συντεταγμένη ~. ~ της οικονομίας/των (ασφαλιστικών) ταμείων. ~ τράπεζας. ~ λόγω κακής διαχείρισης. Δίωξη για δόλια/εικονική/πλαστή ~. Επιχειρηματικές/εταιρικές ~ες. Ο Όμιλος έκλεισε λόγω ~ας. Πβ. φαλιμέντο, φαλίρισμα. Βλ. κραχ. ΣΥΝ. πτώχευση 2. (μτφ.) πλήρης αποτυχία: διαπραγματευτική/εκπαιδευτική/ιδεολογική/πολιτική/συναισθηματική ~. Ολοκληρωτική ~ και κατάρρευση του κινήματος. [< 1: μτγν. χρεοκοπία, χρεωκοπία 2: ιταλ. bancarotta]
57277χρεοκόποςχρε-ο-κό-πος ουσ. (αρσ.) & χρεωκόπος (λόγ.): αυτός που έχει χρεοκοπήσει. Βλ. -κόπος. [< μεσν. χρεοκόπος, χρεωκόπος]
57278χρεοκοπώ[χρεοκοπῶ] χρε-ο-κο-πώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρεοκοπ-είς ..., -ώντας | χρεοκόπ-ησα, -ήσει, -ημένος} & χρεωκοπώ 1. ΟΙΚΟΝ. αδυνατώ να ανταποκριθώ στις οικονομικές μου υποχρεώσεις: Η εταιρεία ~ησε. Επιχειρηματίες που έχουν ~ήσει. ~ημένες: τράπεζες. ~ημένα: εργοστάσια. Πβ. βαράει διάλυση, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι, βουλιάζω, καταστρέφομαι, κατεβάζει (τα) ρολά, ναυαγώ, πέφτω έξω, φαλιρίζω.|| (σπάν.) ~ησαν το Κράτος (= το οδήγησαν σε χρεοκοπία). ΣΥΝ. πτωχεύω 2. (μτφ.) δεν μπορώ πλέον να ανταποκριθώ στον σκοπό μου ή στις σύγχρονες απαιτήσεις· αποτυγχάνω πλήρως: Ως θεσμός έχει ~ήσει παταγωδώς. ~ημένο: καθεστώς. ~ημένες: αντιλήψεις. ΣΥΝ. ξοφλώ (1) [< 1: μτγν. χρεοκοπῶ, χρεωκοπῶ 2: ιταλ. fare bancarotta]
57279χρεολυσίαχρε-ο-λυ-σί-α ουσ. (θηλ.) & χρεωλυσία: ΟΙΚΟΝ. αποπληρωμή δανείου με δόσεις, εντός συμφωνημένου χρονικού διαστήματος. Πβ. απόσβεση. [< μτγν. χρεωλυσία, γαλλ. amortissement]
57280χρεολύσιοχρε-ο-λύ-σι-ο {χρεολυσί-ων, συνηθέστ. στον πληθ.} & χρεωλύσιο: ΟΙΚΟΝ. καθεμιά από τις δόσεις που καταβάλλονται για την εξόφληση δανείου: αποπληρωμή ~ων. Βλ. τοκο~.
57281χρεολυτικός, ή, ό χρε-ο-λυ-τι-κός επίθ. & χρεωλυτικός: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τα χρεολύσια: ~ό: δάνειο. ~ές: δόσεις. Βλ. τοκο~.
57282χρεοπιστώνωχρε-ο-πι-στώ-νω ρ. (μτβ.) {χρεοπιστώ-σει, χρεοπιστών-εται} & χρεωπιστώνω: ΟΙΚΟΝ. καταγράφω χρέη και πιστώσεις: Οι (τραπεζικοί) λογαριασμοί ~ονται (: ενημερώνονται).
57283χρεοπίστωσηχρε-ο-πί-στω-ση ουσ. (θηλ.) & χρεωπίστωση: ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρεοπιστώνω.
57284χρέοςχρέ-ος ουσ. (ουδ.) {χρέ-ους | -η, -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. υποχρέωση καταβολής ή επιστροφής χρηματικού ποσού που έχει δοθεί συνήθ. ως πίστωση· οφειλή: δυσβάσταχτο/υπέρογκο/υψηλό ~. Ασφαλιστικό/δημοσιονομικό/ενυπόθηκο/ιδιωτικό/καθαρό ~. Αστικά/εμπορικά/εταιρικά/συσσωρευμένα/φορολογικά ~η. ~ της τάξης των/ύψους ... ευρώ. Αναδοχή/απαλοιφή/(άμεση) απόδοση/απομείωση/απόσβεση/διαγραφή/μηδενισμός/παραγραφή/σβήσιμο/τακτοποίηση του ~ους. Τα ~η της επιχείρησης (βλ. παθητικό). ~η από τζόγο. Είσπραξη/κεφαλαιοποίηση/τόκοι ~ών. Έχει ~η (= είναι χρεωμένος). Άφησε ~η (πβ. φέσι). Δεν μπορεί να (απο)πληρώσει/εξοφλήσει τα ~η του (βλ. αναξιόχρεος, φερέγγυος). Διώκεται για ~η προς το Δημόσιο. (μτφ.) Έχει γονατίσει απ' τα ~η. Βλ. πιστοληπτική ικανότητα, υποθήκη. 2. (μτφ.) ευθύνη, ηθική υποχρέωση, καθήκον: ιερό/ιστορικό/κοινωνικό/πολιτικό ~. Συναίσθηση του ~ους. Είναι ~ όλων μας να ... Έχω ~ να ... Θεωρώ ~ μου να ... Επιτελεί το ~ του. Έκανε το ~ του προς την πατρίδα (: υπηρέτησε στον στρατό). Εκπλήρωσε το ~ του απέναντι ... Πβ. αποστολή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος & επαχθές χρέος: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. μη νομιμοποιημένη οφειλή, σε περιπτώσεις όπου η δανειακή σύμβαση έχει συναφθεί με τη σύμφωνη γνώμη του πιστωτή, χωρίς τη συγκατάθεση του έθνους και το χρηματικό ποσό του δανείου έχει σπαταληθεί με τρόπο που αντιβαίνει στα λαϊκά συμφέροντα. [< αγγλ. odious debt, 1927] , δημόσιο/εθνικό χρέος & (σπάν.) κυβερνητικό χρέος & (προφ.) χρέος: ΟΙΚΟΝ. οφειλές του Δημοσίου που προέρχονται από τη σύναψη δανείων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα του εσωτερικού ή του εξωτερικού για την κάλυψη κρατικών αναγκών: ακαθάριστο/συνολικό ~ ~. Αύξηση/διόγκωση του δημόσιου ~ους. Αναδιαπραγμάτευση/αναδιάρθρωση/αναδιάταξη/διακανονισμός/διαχείριση/διευθέτηση του εθνικού ~ους. Το χρέος της χώρας έφτασε/υπερβαίνει τα ... ευρώ. Το ~ ~ ανέρχεται/εκτινάχθηκε στο ... % του ΑΕΠ. Βλ. δημοσιονομικό έλλειμμα, πληθωρισμός. , άφεση χρέους βλ. άφεση, κούρεμα (χρέους) βλ. κούρεμα, χρέος τιμής βλ. τιμή ● ΦΡ.: αναλαμβάνω/ασκώ/(εκ)τελώ χρέη/καθήκοντα (λόγ.): έχω αναλάβει συγκεκριμένη αρμοδιότητα: ~ει/~εί ~ γραμματέα/διερμηνέα. Ο ασκών/εκτελών ~ Προέδρου. Πβ. χρηματίζω., βάζω χρέος (προφ.): χρεώνομαι. Έβαλε ~ ... ευρώ, για ν' αγοράσει ..., πνίγεται/είναι βουτηγμένος/έχει βουλιάξει στα χρέη & τον πνίγουν τα χρέη (μτφ.-προφ.): χρωστά πολλά λεφτά, είναι καταχρεωμένος. [< αρχ. χρέος]
57285χρεοστάσιοχρε-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) {χρεοστασί-ου} & χρεωστάσιο: ΟΙΚΟΝ. προσωρινή αναστολή (με απόφαση του κράτους) της απόσβεσης χρεών ή των διώξεων για χρέη, λόγω έκτακτων συνθηκών, όπως πόλεμος ή οικονομική κρίση: κήρυξη ~ου. Βλ. δικαιοστάσιο, μορατόριουμ, -στάσιο. [< γαλλ. moratorium]
57286χρεοφειλέτηςχρε-ο-φει-λέ-της ουσ. (αρσ.) & χρεωφειλέτης: ΟΙΚΟΝ. χρεώστης. [< μτγν. χρεοφειλέτης, αρχ. χρεωφειλέτης]
57287χρέπιχρέ-πι ουσ. (ουδ.) (αργκό): αυτοκίνητο ή μηχάνημα παλιό και σε κακή κατάσταση. ΣΥΝ. σαπάκι, σαράβαλο (1)
57288χρεω- & χρεώ-βλ. χρεο-
57289χρέωμαχρέ-ω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επίρριψη ευθυνών.
57290χρεωμένος, η, ο χρε-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει χρεωθεί: ~η: οικονομία/χώρα. ~ες: επιχειρήσεις/οικογένειες. ~α: νοικοκυριά. ~ (: με χρέος) από δάνεια/πιστώσεις. Είναι ~ μέχρι το κόκαλο/λαιμό (πβ. κατα~, υπερ~, χρεώστης).|| ~ο: ποσό (: οφειλόμενο, χρωστούμενο). ~ες: πιστωτικές κάρτες. ~α: σπίτια (πβ. υποθηκευμένος).|| (μτφ.) ~ με την αποτυχία/ήττα (πβ. φορτωμένος).
57291χρεώνωχρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {χρέω-σα, χρεώ-σει, -θηκα, χρεω-θεί, χρεών-οντας, χρεω-μένος} 1. καθιστώ κάποιον υπόχρεο να καταβάλει χρηματικό ποσό για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών· τον υποχρεώνω να το εξοφλήσει: Τους ~ει (με) ... ευρώ την επίσκεψη. ~ει διπλή ταρίφα. ~ουν ακριβά/φτηνά τον καφέ (πβ. κοστολογώ). ~ουν με προμήθεια τις συναλλαγές/με ΦΠΑ τους πελάτες τους (πβ. επιβαρύνω). Έχουν ~σει τη χώρα/το κράτος με εκατομμύρια ευρώ. ~σέ τα στον λογαριασμό μου! Οι κλήσεις ~ονται ανά λεπτό/επιπλέον/κανονικά. Βλ. κατα~, υπερ~.|| ~ την πιστωτική μου κάρτα με αγορές. Βλ. πιστώνω.|| ~θηκε με (= του καταλογίστηκε) πρόστιμο. 2. (μτφ.) αποδίδω σε κάποιον την ευθύνη για κάτι αρνητικό, τον θεωρώ υπεύθυνο για αυτό: Μην τα ~εις όλα στους άλλους. Του ~σαν λάθη που οδήγησαν στην ήττα. Της ~σε το δυστύχημα. Δεν θέλει να ~θεί το κόστος μιας απόρριψης. (ΑΘΛ.) Ο παίκτης ~θηκε με ποινή/φάουλ. ΣΥΝ. επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον, καταλογίζω (1), φορτώνω (4) 3. (επίσ.) παραχωρώ κάτι σε κάποιον, καθιστώντας τον υπεύθυνο για τη σωστή χρήση και την επιστροφή του: Οπλισμός που ~εται από την υπηρεσία σε αστυνομικό. ● Παθ.: χρεώνομαι 1. οφείλω χρήματα, έχω χρέος: ~θηκαν για να αγοράσουν σκάφος/σπίτι (= δανείστηκαν, έβαλαν χρέος). ΑΝΤ. ξεχρεώνω 2. (μτφ.-θετ. συνυποδ.) αναλαμβάνω, επωμίζομαι: Εισαγγελέας/υπάλληλος που ~θηκε την υπόθεση.
57292χρέωσηχρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρεώνω· ειδικότ. καταγραφή χρεών στην αριστερή στήλη λογαριασμού· συνεκδ. η αντίστοιχη στήλη: (υπερ)αστική/έξτρα/ετήσια/εφάπαξ/μηνιαία/πάγια/σταθερή/τηλεφωνική ~. ~ διοδίων/καυσίμων/ναύλων/ομιλίας/πιστωτικής κάρτας/συνδρομητών/ΦΠΑ. ~ ... ευρώ ετησίως. ~ επί της συναλλαγής. Λογαριασμοί/μονάδες/όριο/πακέτα/σύστημα/τιμές/τρόποι/χρόνος ~ης. Ώρες μειωμένης ~ης. Κατανάλωση κανονικής ~ης. Γραμμή/πληροφορίες χωρίς ~. Παροχές με ~. Αστρονομικές/αυξημένες/ευρυζωνικές/ισχύουσες/υπέρογκες/φθηνές ~ώσεις. ~ώσεις εγκατάστασης/νοσηλείας/πλοήγησης/ρεύματος. ~ώσεις προς κινητά/χονδρικής. Βλ. απο~, ογκο~, υπερ~, χιλιομετρο~, χρονο~. ΑΝΤ. πίστωση (2) 2. (σπάν.-μτφ.) καταλογισμός: Ζητήθηκε ~ (= επίρριψη) ευθυνών. 3. (επίσ.) παραχώρηση αντικειμένου με παράλληλη υποχρέωση επιστροφής: υπηρεσιακή ~ όπλου (σε αστυνομικούς).
57293χρεώσιμος, η, ο χρε-ώ-σι-μος επίθ. (επίσ.): για τον οποίο απαιτείται καταβολή χρηματικού ποσού: ~ος: χρόνος ομιλίας (: που βαρύνεται με ορισμένη χρέωση). ~η: διάρκεια/κλήση. ~ες: υπηρεσίες (προσωπικού τηλεφωνητή, φραγής). ~α: μηνύματα. Μη ~ο SMS.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.