Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57760-57780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45005Χρεπι

σα-πά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό): σκάφος, όχημα ή γενικότ. μηχάνημα που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση: αυτοκίνητα/πλοία ~ια. Πβ. ερείπιο, σαράβαλο, χάρβαλο, χρέπι.|| (μτφ.) Μετοχές ~ια.

57288χρεω- & χρεώ-βλ. χρεο-
57289χρέωμαχρέ-ω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επίρριψη ευθυνών.
57290χρεωμένος, η, ο χρε-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει χρεωθεί: ~η: οικονομία/χώρα. ~ες: επιχειρήσεις/οικογένειες. ~α: νοικοκυριά. ~ (: με χρέος) από δάνεια/πιστώσεις. Είναι ~ μέχρι το κόκαλο/λαιμό (πβ. κατα~, υπερ~, χρεώστης).|| ~ο: ποσό (: οφειλόμενο, χρωστούμενο). ~ες: πιστωτικές κάρτες. ~α: σπίτια (πβ. υποθηκευμένος).|| (μτφ.) ~ με την αποτυχία/ήττα (πβ. φορτωμένος).
57291χρεώνωχρε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {χρέω-σα, χρεώ-σει, -θηκα, χρεω-θεί, χρεών-οντας, χρεω-μένος} 1. καθιστώ κάποιον υπόχρεο να καταβάλει χρηματικό ποσό για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών· τον υποχρεώνω να το εξοφλήσει: Τους ~ει (με) ... ευρώ την επίσκεψη. ~ει διπλή ταρίφα. ~ουν ακριβά/φτηνά τον καφέ (πβ. κοστολογώ). ~ουν με προμήθεια τις συναλλαγές/με ΦΠΑ τους πελάτες τους (πβ. επιβαρύνω). Έχουν ~σει τη χώρα/το κράτος με εκατομμύρια ευρώ. ~σέ τα στον λογαριασμό μου! Οι κλήσεις ~ονται ανά λεπτό/επιπλέον/κανονικά. Βλ. κατα~, υπερ~.|| ~ την πιστωτική μου κάρτα με αγορές. Βλ. πιστώνω.|| ~θηκε με (= του καταλογίστηκε) πρόστιμο. 2. (μτφ.) αποδίδω σε κάποιον την ευθύνη για κάτι αρνητικό, τον θεωρώ υπεύθυνο για αυτό: Μην τα ~εις όλα στους άλλους. Του ~σαν λάθη που οδήγησαν στην ήττα. Της ~σε το δυστύχημα. Δεν θέλει να ~θεί το κόστος μιας απόρριψης. (ΑΘΛ.) Ο παίκτης ~θηκε με ποινή/φάουλ. ΣΥΝ. επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον, καταλογίζω (1), φορτώνω (4) 3. (επίσ.) παραχωρώ κάτι σε κάποιον, καθιστώντας τον υπεύθυνο για τη σωστή χρήση και την επιστροφή του: Οπλισμός που ~εται από την υπηρεσία σε αστυνομικό. ● Παθ.: χρεώνομαι 1. οφείλω χρήματα, έχω χρέος: ~θηκαν για να αγοράσουν σκάφος/σπίτι (= δανείστηκαν, έβαλαν χρέος). ΑΝΤ. ξεχρεώνω 2. (μτφ.-θετ. συνυποδ.) αναλαμβάνω, επωμίζομαι: Εισαγγελέας/υπάλληλος που ~θηκε την υπόθεση.
57292χρέωσηχρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρεώνω· ειδικότ. καταγραφή χρεών στην αριστερή στήλη λογαριασμού· συνεκδ. η αντίστοιχη στήλη: (υπερ)αστική/έξτρα/ετήσια/εφάπαξ/μηνιαία/πάγια/σταθερή/τηλεφωνική ~. ~ διοδίων/καυσίμων/ναύλων/ομιλίας/πιστωτικής κάρτας/συνδρομητών/ΦΠΑ. ~ ... ευρώ ετησίως. ~ επί της συναλλαγής. Λογαριασμοί/μονάδες/όριο/πακέτα/σύστημα/τιμές/τρόποι/χρόνος ~ης. Ώρες μειωμένης ~ης. Κατανάλωση κανονικής ~ης. Γραμμή/πληροφορίες χωρίς ~. Παροχές με ~. Αστρονομικές/αυξημένες/ευρυζωνικές/ισχύουσες/υπέρογκες/φθηνές ~ώσεις. ~ώσεις εγκατάστασης/νοσηλείας/πλοήγησης/ρεύματος. ~ώσεις προς κινητά/χονδρικής. Βλ. απο~, ογκο~, υπερ~, χιλιομετρο~, χρονο~. ΑΝΤ. πίστωση (2) 2. (σπάν.-μτφ.) καταλογισμός: Ζητήθηκε ~ (= επίρριψη) ευθυνών. 3. (επίσ.) παραχώρηση αντικειμένου με παράλληλη υποχρέωση επιστροφής: υπηρεσιακή ~ όπλου (σε αστυνομικούς).
57293χρεώσιμος, η, ο χρε-ώ-σι-μος επίθ. (επίσ.): για τον οποίο απαιτείται καταβολή χρηματικού ποσού: ~ος: χρόνος ομιλίας (: που βαρύνεται με ορισμένη χρέωση). ~η: διάρκεια/κλήση. ~ες: υπηρεσίες (προσωπικού τηλεφωνητή, φραγής). ~α: μηνύματα. Μη ~ο SMS.
57294χρεωστάσιοβλ. χρεοστάσιο
57295χρεώστηςχρε-ώ-στης ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. χρεώστρια}: ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρωστά χρήματα: αναξιόχρεος/εμπορικός/ιδιωτικός/μακροπρόθεσμος/(λόγ.) πτωχεύσας ~. ~ προστίμου/φόρου. Ρευστοποίηση περιουσίας ~η. Δικαστικοί ~ες. ~ες δημοσίου/ιδιωτικού τομέα. ~ες ασφαλίστρων/ληξιπρόθεσμων δόσεων. ~ες εξωτερικού. Το ποσό που έχει υποχρέωση να καταβάλει/που οφείλει ο ~. Βλ. πιστολήπτης, πιστωτής.|| (θηλ., ως επίθ.) ~τρια: τράπεζα. ~τριες: επιχειρήσεις. ΣΥΝ. οφειλέτης, χρεοφειλέτης ΑΝΤ. δανειστής [< μτγν. χρεώστης]
57296χρεωστικός, ή, ό χρε-ω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρέωση: ~ός: τίτλος. ~ή: εγγραφή/φορολογία. ~ό: επιτόκιο/ομόλογο/ποσό/υπόλοιπο/ΦΠΑ. ~οί: τόκοι. ~ές: οφειλές. ~ά: γραμμάτια/τιμολόγια. ΑΝΤ. πιστωτικός.|| (στις τηλεφωνικές κλήσεις:) ~ές: μονάδες. ● Ουσ.: χρεωστικό (το) (προφ.) 1. ενν. εκκαθαριστικό σημείωμα ή έγγραφο: ενυπόγραφα ~ά. 2. {συνήθ. στον πληθ.} ενν. ποσό: εξόφληση/καταβολή ~ών. Πβ. οφειλή, χρέος, χρωστούμενα. ● επίρρ.: χρεωστικώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: χρεωστική (κάρτα): ΟΙΚΟΝ. κάρτα αυτόματων συναλλαγών με την οποία το οφειλόμενο ποσό πληρώνεται κατευθείαν από τον λογαριασμό του κατόχου, χωρίς να επιβαρυνθεί με τόκους: προπληρωμένη ~ ~. Πβ. πλαστικό χρήμα. Βλ. κάρτα αναλήψεων/μετρητών, πιστωτική (κάρτα), χρυσή κάρτα. [< αγγλ. debit card, 1975] [< μεσν. χρεωστικός]
57297χρεωστούμενος, η, ο βλ. χρωστούμενος
57298χρεωφειλέτηςβλ. χρεοφειλέτης
57299χρήζωχρή-ζω ρ. (μτβ.) {στο γ' πρόσ. ενεστ.} (+ γεν.) (λόγ.): χρειάζομαι, έχω την ανάγκη: Το κτίριο ~ει επισκευής/συντήρησης. Το ζήτημα ~ει διερεύνησης/επανεξέτασης/προσοχής. Άτομα που ~ουν βοήθειας. Ασθενείς που ~ουν συνεχούς παρακολούθησης/φαρμακευτικής αγωγής/χειρουργικής επέμβασης.|| Δηλώσεις που δεν ~ουν σχολιασμού. ● Μτχ.: χρήζων , ουσα, ον: Μνημείο ~ον ειδικής προστασίας. Περιπτώσεις ~ουσες εισαγγελικής παρέμβασης. Άτομα ~οντα βοήθειας. [< αρχ. χρῄζω]
57300χρήμα[χρῆμα] χρή-μα ουσ. (ουδ.) {χρήμ-ατος | -ατα, -άτων} ΣΥΝ. λεφτά 1. ΟΙΚΟΝ. επίσημο μέσο πληρωμής με τη μορφή κερμάτων και χαρτονομισμάτων: ελεγχόμενο (: που η κυκλοφορία του ελέγχεται από τις νομισματικές Αρχές)/μεταλλικό/νόμιμο/παράνομο ~. Κοινοτικό ~ (: οι οικονομικοί πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ζήτηση/προσφορά ~ατος (: συνολική ποσότητα ~ατος σε κυκλοφορία). Διακίνηση/εισροή/έκδοση ~ατος. Η (ανταλλακτική) αξία/τα είδη/το κόστος/ο ρόλος/η τιμή του ~ατος. Βλ. χρηματαγορά. 2. (ειδικότ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μεγάλο) χρηματικό ποσό, συνήθ. σε μετρητά: αφθονία/παραχάραξη/συσσώρευση ~ατος. Βοήθεια/εισφορές σε ~. Πεταμένα/χαμένα ~ατα. Τα ~ατα της αποζημίωσης. Δανεισμός/δαπάνη/εκταμίευση/έλλειμμα/κατάθεση/μεταβίβαση/υπεξαίρεση ~άτων. Καταμετρητής/κάτοχος ~άτων. Παιχνίδια με αληθινά/εικονικά ~ατα. Εξοικονομώ χρόνο και ~. Επενδύω τα ~ατά μου (πβ. κεφάλαιο). Επιστράφηκαν/παρακρατήθηκαν ~ατα. Διαθέτω/διαχειρίζομαι/καταβάλλω/κλέβω/μαζεύω/ξοδεύω/προσφέρω/χρειάζομαι ~ατα. Μεταφέρω/τοποθετώ ~ατα σε λογαριασμό. Δεν έχω καθόλου ~ατα μαζί/πάνω/στο πορτοφόλι μου. Δεν λογαριάζω/τσιγκουνεύομαι τα ~ατα. Μου κόστισε/στοίχισε πολλά ~ατα. Δεν θα πάμε διακοπές ελλείψει ~άτων. Πβ. ρευστό. 3. (ειδικότ.) (μεγάλες) απολαβές ή χρηματική περιουσία, πλούτος· συνεκδ. οι οικονομικά εύρωστοι: ~ατα και ακίνητα. Πακτωλός ~άτων. Το ~ ρέει άφθονο. Δουλειές που αφήνουν ~ (: κέρδος). Βγάζει αρκετά ~ατα από τη δουλειά του. Έχει πολλά ~ατα. Πόσα ~ατα παίρνεις τον μήνα (: ποιος/πόσος είναι ο μισθός σου); Έπαιξε όλα του τα ~ατα στα χαρτιά.|| Η δύναμη/το κυνήγι του ~ατος. Επίδειξη ~ατος. Αγαπάει/κυνηγάει το ~ (= τους παράδες, τα φράγκα). Πβ. μαμωνάς.|| Το ~ (= οι πλούσιοι) εξουσιάζει τον κόσμο. ● ΣΥΜΠΛ.: ακριβό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. δανεισμός με υψηλό επιτόκιο, επειδή η ζήτηση χρήματος υπερβαίνει την προσφορά., βρόμικο/μαύρο χρήμα: χρηματικά ποσά που προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες και δεν έχουν φορολογηθεί: διακίνηση/εισαγωγή ~ου ~ατος. Χώρα που λειτουργεί ως παράδεισος/πλυντήριο (: για ξέπλυμα) ~ου ~ατος. [< αγγλ. dirty/black money] , γκρίζο χρήμα (προφ.): μίζα., δημόσιο/κρατικό χρήμα: οι οικονομικοί πόροι του κράτους: διαχείριση/κατάχρηση του δημόσιου ~ατος., εύκολο χρήμα (προφ.): χρηματικά ποσά που αποκτώνται με εύκολο και συνήθ. μη νόμιμο τρόπο: γρήγορο και ~ ~ (στα χαρτιά/στο καζίνο). [< αγγλ. easy money] , ζεστό χρήμα & (σπάν.) θερμό/καυτό χρήμα 1. (προφ.) ρευστό: Η συμφωνία έκλεισε με ~ ~ (= μετρητά). Η αγορά έχει ανάγκη από ~ ~. 2. ΟΙΚΟΝ. επενδυτικό κεφάλαιο που επιδιώκει βραχυπρόθεσμα την υψηλότερη δυνατή απόδοση. [< αγγλ. hot money, 1936] , ηλεκτρονικό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που έχει αποθηκευτεί με ηλεκτρονικό τρόπο, κυρ. για πραγματοποίηση συναλλαγών μέσω διαδικτύου. Πβ. ηλεκτρονικό πορτοφόλι. [< αγγλ. electronic/e-money, 1966] , πολιτικό χρήμα (κυρ. στη ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.): η χρηματοδότηση, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων., τραπεζικό χρήμα: ΟΙΚΟΝ. τραπεζικές επιταγές., φτηνό χρήμα (προφ.): δανεισμός χρημάτων με χαμηλό επιτόκιο και ευνοϊκούς όρους., ψηφιακό χρήμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. που διακινείται ηλεκτρονικά. [< αγγλ. digital cash, 1991] , άντληση κεφαλαίων βλ. άντληση, λογιστικό χρήμα βλ. λογιστικός, ξέπλυμα χρήματος βλ. ξέπλυμα, πιστωτικό χρήμα βλ. πιστωτικός, πλαστικό χρήμα βλ. πλαστικός, ρευστό χρήμα βλ. ρευστός, το κόστος του χρήματος βλ. κόστος ● ΦΡ.: βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα (προφ.): επενδύω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάτι που πιστεύω ότι θα μου αποφέρει κέρδος: Έβαλε/έριξε πολλά λεφτά στην επιχείρηση., είναι υπεράνω χρημάτων (λόγ.): δεν τον ενδιαφέρουν τα λεφτά., επί χρήμασι (αρχαιοπρ.): έναντι χρημάτων, με οικονομικό αντάλλαγμα: πληροφορίες ~ ~.|| ~ ~ εκδιδόμενη γυναίκα. Πβ. επί πληρωμή. ΑΝΤ. δωρεάν, ο χρόνος είναι χρήμα (γνωμ.): είναι σημαντική η σωστή διαχείριση του χρόνου., παίρνω χρήματα (προφ.): χρηματίζομαι, δωροδοκούμαι. Πβ. τα παίρνει χοντρά, τα πιάνει., τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό: τα λεφτά δεν αποκτώνται εύκολα, πρέπει να δουλέψει σκληρά κάποιος, για να τα αποκτήσει., το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν: για να δηλωθεί ότι η προέλευση των χρημάτων δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. [< γαλλ. l 'argent n'a pas d'odeur] , τραβάω χρήματα (προφ.): κάνω ανάληψη: ~ηξε ~ απ' την κάρτα/τον λογαριασμό/την τράπεζα., χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά (προφ.): μεγάλα χρηματικά ποσά: Βγάζει ~ ~. ΣΥΝ. λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά, δει δη χρημάτων βλ. δει, έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου βλ. στάση, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ο έρωτας κι ο βήχας δεν κρύβονται βλ. κρύβω, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος βλ. μέτρο [< αρχ. χρῆμα]
57301χρηματ-βλ. χρηματο-
57302χρηματαγοράχρη-μα-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. οργανωμένη αγορά όπου διενεργούνται βραχυπρόθεσμες συναλλαγές κινητών αξιών, αγαθών και εμπορευμάτων· κατ' επέκτ. χρηματιστήριο: οι διεθνείς ~ές. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. money market, 1950]
57303χρηματαποστολήχρη-μα-τα-πο-στο-λή ουσ. (θηλ.): εμπιστευτική μεταφορά χρημάτων, συνήθ. με ειδικά θωρακισμένα οχήματα και εκπαιδευμένο προσωπικό· συνεκδ. το συγκεκριμένο προσωπικό: η ~ της Τράπεζας. ~ές δημόσιων οργανισμών.|| (από υπηρεσίες ασφαλείας) ~ές τραπεζογραμματίων.|| Επίθεση σε ~.
57304χρηματίζομαιχρη-μα-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {χρηματί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρηματιζ-όμενος, (σπάν.) χρηματι-σμένος}: (συνήθ. για κρατικό λειτουργό) λαμβάνω χρήματα παράνομα, για να προβώ σε πράξη που εξυπηρετεί ορισμένα συμφέροντα: Συνελήφθη (επ' αυτοφώρω) να ~εται. ~στηκε, για να κρατήσει το στόμα του κλειστό. ΣΥΝ. δωροδοκούμαι, εξαγοράζομαι, παίρνω χρήματα. [< αρχ. χρηματίζομαι]
57305χρηματίζωχρη-μα-τί-ζω ρ. {χρημάτι-σε, χρηματί-σει} 1. (επίσ.) κατέχω κάποια θέση ή αξίωμα, ασκώ καθήκοντα, χρέη: Έχει ~σει βουλευτής/δήμαρχος. Πβ. υπηρετώ. ΣΥΝ. διατελώ (1) 2. (μτβ.) (λόγ.) προσφέρω παράνομα χρηματικό ποσό σε πρόσωπο που κατέχει συνήθ. δημόσια θέση, για να προβεί σε πράξη που εξυπηρετεί ή διαφυλάσσει τα προσωπικά μου συμφέροντα: Προσπάθησαν να ~σουν τις τοπικές Αρχές. ΣΥΝ. δωροδοκώ, λαδώνω (1) [< 1: μτγν. χρηματίζω]
57306χρηματικός, ή, ό χρη-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τα χρήματα: ~ός: δείκτης/διακανονισμός/έλεγχος. ~ή: αμοιβή/αξία/βοήθεια/διαχείριση/ενίσχυση/επιβάρυνση/πολιτική/ροή/στενότητα/υποτροφία/χορηγία. ~ό: αντίτιμο/δώρο (πβ. μποναμάς, μπόνους)/εισόδημα/έπαθλο/κέρδος/κόστος/όριο/πρόβλημα/πρόστιμο/υπόλοιπο. ~οί: κατάλογοι/πόροι/τίτλοι. ~ές: ανάγκες/αποζημιώσεις/απολαβές/διαφορές/επενδύσεις/επιταγές/παροχές/υποχρεώσεις. ~ά: εμβάσματα/οφέλη/ποσά/συμβόλαια/χρέη. ~ή ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ελεύθερος με ~ή εγγύηση. ● Ουσ.: χρηματικό (το) 1. (προφ.) ενν. θέμα, ζήτημα: Το μόνο πρόβλημα είναι το ~. ΣΥΝ. οικονομικό 2. ενν. κεφάλαιο: (σε τράπεζα) Κέντρο Επεξεργασίας και Διακίνησης ~ού. 3. {στον πληθ.} (σπάν.) οικονομική κατάσταση, χρηματικό απόθεμα: Πώς είναι τα ~ά σου; ΣΥΝ. οικονομικά (1) ● επίρρ.: χρηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. χρηματικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.