Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5760-5780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4841αντιτρομοκρατία[ἀντιτρομοκρατία] α-ντι-τρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο μέτρων, τακτικών ή στρατηγικών, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας: διεθνής ~. [< αγγλ. anti-terrorism, 1931, γαλλ. contre-terrorisme, περ. 1960]
4842αντιτρομοκρατικός, ή, ό [ἀντιτρομοκρατικός] α-ντι-τρο-μο-κρα-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: αγώνας/νόμος (προφ. τρομονόμος). ~ή: δράση/επιχείρηση/νομοθεσία. ~ές: δυνάμεις. ~ά: μέτρα. Ειδική Κατασταλτική ~ή Μονάδα (ακρ. ΕΚΑΜ). ● Ουσ.: αντιτρομοκρατική (η): (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) η αντίστοιχη υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας. [< αγγλ. antiterrorist, 1949, γαλλ. antiterroriste, contre-terroriste, περ. 1960]
4843αντίτυπο[ἀντίτυπο] α-ντί-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {αντιτύπ-ου}: ΤΥΠΟΓΡ. έντυπο κυρ. αντίγραφο πρωτοτύπου που προκύπτει από την αναπαραγωγή, συνήθ. εκτύπωση, του τελευταίου: υποβολή ~ου διατριβής. Αποστέλλω/επισυνάπτω θεωρημένο ~ της δήλωσης. Συλλεκτικά ~α. Ένα από τα ελάχιστα/λίγα σωζόμενα ~α ενός έργου. Διατίθεται/εκδόθηκε/κυκλοφορεί σε περιορισμένα ~α.|| ~ ταινίας (πβ. κόπια). [< μτγν. ἀντίτυπον ‘εικόνα, αποτύπωση’, γαλλ. exemplaire]
4844αντιυδρογόνο[ἀντιυδρογόνο] α-ντι-υ-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. άτομο αντιύλης, που αποτελείται από ένα ποζιτρόνιο και ένα αντιπρωτόνιο. Βλ. αντι-ηλεκτρόνιο, -σωματίδιο. [< αγγλ. antihydrogen, 1953, γαλλ. antihydrogène]
4845αντιύλη[ἀντιύλη] α-ντι-ύ-λη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μορφή ύλης που αποτελείται από αντισωματίδια. Βλ. αντι-νετρόνιο, -πρωτόνιο, -υδρογόνο, ποζιτρόνιο. [< αγγλ. antimatter, 1934, antimatière, 1958]
4846αντιυπερτασικός, ή, ό [ἀντιυπερτασικός] α-ντι-υ-περ-τα-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά ή μειώνει την υπέρταση: ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία. ● Ουσ.: αντιυπερτασικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. [< αγγλ. antihypertensive, 1941, γαλλ. antihypertensif, 1957]
4847αντιφάρμακο[ἀντιφάρμακο] α-ντι-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): αντίδοτο. [< μτγν. ἀντιφάρμακον]
4849αντιφασισμός[ἀντιφασισμός] α-ντι-φα-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογική και πολιτική αντίθεση στον φασισμό. Βλ. αντιρατσισμός. [< γαλλ. antifascisme, αγγλ. anti-fascism, 1923, ιταλ. antifascismo, 1921]
4850αντιφασίστας[ἀντιφασίστας] α-ντι-φα-σί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. αντιφασίστρια}: πρόσωπο που αντιτίθεται στον φασισμό: αντιρατσιστής και ~.|| (ως επίθ.) ~ αγωνιστής. ΑΝΤ. φασίστας (1) [< ιταλ. antifascista, 1920, γαλλ. antifasciste, 1924]
4851αντιφασιστικός, ή, ό [ἀντιφασιστικός] α-ντι-φα-σι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αντιφασισμό ή στους αντιφασίστες: ~ και απελευθερωτικός αγώνας. Πβ. αντιδικτατορικός. ΑΝΤ. φασιστικός (1) [< γαλλ. antifasciste, 1924, αγγλ. antifascist, 1927]
4852αντιφάσκω[ἀντιφάσκω] α-ντι-φά-σκω ρ. (αμτβ.) {εύχρ. κυρ. στο ενεστ. θ., παρατ. αντέφασκε} (λόγ.): πέφτω σε αντιφάσεις, αναιρώ αυτά που έχω ήδη πει: ~εις με όσα έγραψες προηγουμένως. Πβ. αυτοαναιρούμαι. ● ΦΡ.: φάσκει και αντιφάσκει βλ. φάσκω [< μτγν. ἀντιφάσκω]
4853αντιφατικός, ή, ό [ἀντιφατικός] α-ντι-φα-τι-κός επίθ. 1. που εμπεριέχει, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αντιθέσεις: ~ός: λόγος. ~ή: εικόνα/συμπεριφορά. ~ό: συμπέρασμα. ~ές: απόψεις (= αλληλο-αναιρούμενες, -συγκρουόμενες)/δηλώσεις/έννοιες/πληροφορίες.|| (ως ουσ.) Το ~ό στην υπόθεση είναι ότι ... Πβ. ανακόλουθος, αναντίστοιχος, αντι-θετικός, -νομικός, ασύμφωνος, ασυνεπής. 2. (για πρόσ.) που αμφιταλαντεύεται και κυριαρχείται από εσωτερικές συγκρούσεις: ~ός: χαρακτήρας. Πβ. αλλοπρόσαλλος. ● επίρρ.: αντιφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αντιφατικές προτάσεις: ΦΙΛΟΣ. που η θέση της μίας συνεπάγεται την άρση της άλλης. [< μτγν. ἀντιφατικός, γαλλ. contradictoire]
4854αντιφατικότητα[ἀντιφατικότητα] α-ντι-φα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντιφατικού: ~ και ασάφεια του λόγου. Η πολυπλοκότητα και ~ του χαρακτήρα. Πβ. ανακολουθία, ασυνέπεια. Βλ. -ότητα.
4855αντιφεγγιά[ἀντιφεγγιά] α-ντι-φε-γγιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): αντιφέγγισμα.
4856αντιφεγγίζει[ἀντιφεγγίζει] α-ντι-φε-γγί-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντιφέγγι-σε} & αντιφέγγει (λογοτ.) 1. αντανακλά φως: Το φεγγάρι ~ στη θάλασσα. Τα μάτια του ~ουν τη λάμψη των κεριών. Βλ. ακτινο-, φεγγο-βολώ. 2. (μτφ.) απηχεί, αντικατοπτρίζει: Τραγούδι που ~ πίκρα και βάσανα. Στα μάτια τους ~ η μοναξιά (= αντικατοπτρίζεται). Πβ. εκφράζω, φανερώνω.
4857αντιφέγγισμα[ἀντιφέγγισμα] α-ντι-φέ-γγι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): αντανάκλαση φωτός ή ακτινοβολία: το ~ του φεγγαριού (πάνω στη θάλασσα).|| (μτφ.) ~ της ψυχής. Πβ. απαύγασμα, λάμψη.
4858αντιφεμινισμός[ἀντιφεμινισμός] α-ντι-φε-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. ιδεολογία ή σύνολο ενεργειών που αντιτίθενται στον φεμινισμό. ΑΝΤ. φεμινισμός [< αγγλ. antifeminism, 1954, γαλλ. antiféminisme]
4859αντιφεμινιστής, αντιφεμινίστρια[ἀντιφεμινιστής] α-ντι-φε-μι-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εναντιώνεται στις ιδέες του φεμινισμού ή δεν τις ασπάζεται: ~ και μισογύνης (βλ. σεξιστής, φαλλοκράτης). ΑΝΤ. φεμινίστρια [< αγγλ. antifeminist, 1924, γαλλ. antiféministe, περ. 1950]
4860αντιφεμινιστικός, ή, ό [ἀντιφεμινιστικός] α-ντι-φε-μι-νι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον φεμινισμό, που στρέφεται εναντίον των γυναικών: ~ή: στάση. ~ό και σεξιστικό έργο. Φαλλοκρατικά και ~ά πρότυπα. ΑΝΤ. φεμινιστικός
4861αντιφεστιβάλ[ἀντιφεστιβάλ] α-ντι-φε-στι-βάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φεστιβάλ που αντιτίθεται σε κάποιο άλλο: ~ κινηματογράφου.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.