| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4834 | αντιτοξίνη | [ἀντιτοξίνη] α-ντι-το-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντίσωμα που είτε παράγεται από τον ίδιο τον οργανισμό είτε χορηγείται σε αυτόν μέσω ένεσης, με σκοπό την εξουδετέρωση μιας τοξίνης: διφθεριτική ~. ~ τετάνου. [< γαλλ. antitoxine, αγγλ. antitoxin] | |
| 4835 | αντιτορπιλικό | [ἀντιτορπιλικό] α-ντι-τορ-πι-λι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. μικρό, ταχύπλοο πολεμικό σκάφος επιφανείας, βαριά εξοπλισμένο με τορπίλες, βόμβες βυθού, πυροβόλα, σύστημα ηχοεντοπισμού και κατευθυνόμενα βλήματα αντιαεροπορικής προστασίας· κατ' επέκτ. το πλήρωμά του: ~ στόλου.|| Ανταρσία του ~ού ... Βλ. καταδρομικό. [< γαλλ. contre-torpilleur] | |
| 4836 | αντιτουριστικός | , ή, ό [ἀντιτουριστικός] α-ντι-του-ρι-στι-κός επίθ.: που δεν προωθεί τον τουρισμό: ~ή: πολιτική. ~ά: μέτρα.|| ~ή εικόνα της περιοχής (: που απωθεί τους τουρίστες). | |
| 4837 | αντιτουρκικός | , ή, ό [ἀντιτουρκικός] α-ντι-τουρ-κι-κός επίθ.: που εχθρεύεται τους Τούρκους, την Τουρκία ή την πολιτική της. | |
| 4838 | αντιτουρκισμός | [ἀντιτουρκισμός] α-ντι-τουρ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ενέργεια ή ιδεολογία εχθρική προς την Τουρκία ή τους Τούρκους. Βλ. -ισμός2. | |
| 4839 | αντιτράστ | [ἀντιτράστ] α-ντι-τράστ επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. αντιμονοπωλιακός. [< αγγλ. antitrust, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 4840 | αντιτριβικός | , ή, ό [ἀντιτριβικός] α-ντι-τρι-βι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που εμποδίζει ή μειώνει την τριβή: ~ός: δακτύλιος (καλωδίου). ~ή: επικάλυψη. ~ό: υλικό.|| (ως ουσ.) ~ό δαπέδων/κινητήρων. | |
| 4841 | αντιτρομοκρατία | [ἀντιτρομοκρατία] α-ντι-τρο-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο μέτρων, τακτικών ή στρατηγικών, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας: διεθνής ~. [< αγγλ. anti-terrorism, 1931, γαλλ. contre-terrorisme, περ. 1960] | |
| 4842 | αντιτρομοκρατικός | , ή, ό [ἀντιτρομοκρατικός] α-ντι-τρο-μο-κρα-τι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: αγώνας/νόμος (προφ. τρομονόμος). ~ή: δράση/επιχείρηση/νομοθεσία. ~ές: δυνάμεις. ~ά: μέτρα. Ειδική Κατασταλτική ~ή Μονάδα (ακρ. ΕΚΑΜ). ● Ουσ.: αντιτρομοκρατική (η): (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) η αντίστοιχη υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας. [< αγγλ. antiterrorist, 1949, γαλλ. antiterroriste, contre-terroriste, περ. 1960] | |
| 4843 | αντίτυπο | [ἀντίτυπο] α-ντί-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {αντιτύπ-ου}: ΤΥΠΟΓΡ. έντυπο κυρ. αντίγραφο πρωτοτύπου που προκύπτει από την αναπαραγωγή, συνήθ. εκτύπωση, του τελευταίου: υποβολή ~ου διατριβής. Αποστέλλω/επισυνάπτω θεωρημένο ~ της δήλωσης. Συλλεκτικά ~α. Ένα από τα ελάχιστα/λίγα σωζόμενα ~α ενός έργου. Διατίθεται/εκδόθηκε/κυκλοφορεί σε περιορισμένα ~α.|| ~ ταινίας (πβ. κόπια). [< μτγν. ἀντίτυπον ‘εικόνα, αποτύπωση’, γαλλ. exemplaire] | |
| 4844 | αντιυδρογόνο | [ἀντιυδρογόνο] α-ντι-υ-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. άτομο αντιύλης, που αποτελείται από ένα ποζιτρόνιο και ένα αντιπρωτόνιο. Βλ. αντι-ηλεκτρόνιο, -σωματίδιο. [< αγγλ. antihydrogen, 1953, γαλλ. antihydrogène] | |
| 4845 | αντιύλη | [ἀντιύλη] α-ντι-ύ-λη ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μορφή ύλης που αποτελείται από αντισωματίδια. Βλ. αντι-νετρόνιο, -πρωτόνιο, -υδρογόνο, ποζιτρόνιο. [< αγγλ. antimatter, 1934, antimatière, 1958] | |
| 4846 | αντιυπερτασικός | , ή, ό [ἀντιυπερτασικός] α-ντι-υ-περ-τα-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά ή μειώνει την υπέρταση: ~ή: αγωγή/δράση/θεραπεία. ● Ουσ.: αντιυπερτασικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. [< αγγλ. antihypertensive, 1941, γαλλ. antihypertensif, 1957] | |
| 4847 | αντιφάρμακο | [ἀντιφάρμακο] α-ντι-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): αντίδοτο. [< μτγν. ἀντιφάρμακον] | |
| 4849 | αντιφασισμός | [ἀντιφασισμός] α-ντι-φα-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ιδεολογική και πολιτική αντίθεση στον φασισμό. Βλ. αντιρατσισμός. [< γαλλ. antifascisme, αγγλ. anti-fascism, 1923, ιταλ. antifascismo, 1921] | |
| 4850 | αντιφασίστας | [ἀντιφασίστας] α-ντι-φα-σί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. αντιφασίστρια}: πρόσωπο που αντιτίθεται στον φασισμό: αντιρατσιστής και ~.|| (ως επίθ.) ~ αγωνιστής. ΑΝΤ. φασίστας (1) [< ιταλ. antifascista, 1920, γαλλ. antifasciste, 1924] | |
| 4851 | αντιφασιστικός | , ή, ό [ἀντιφασιστικός] α-ντι-φα-σι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αντιφασισμό ή στους αντιφασίστες: ~ και απελευθερωτικός αγώνας. Πβ. αντιδικτατορικός. ΑΝΤ. φασιστικός (1) [< γαλλ. antifasciste, 1924, αγγλ. antifascist, 1927] | |
| 4852 | αντιφάσκω | [ἀντιφάσκω] α-ντι-φά-σκω ρ. (αμτβ.) {εύχρ. κυρ. στο ενεστ. θ., παρατ. αντέφασκε} (λόγ.): πέφτω σε αντιφάσεις, αναιρώ αυτά που έχω ήδη πει: ~εις με όσα έγραψες προηγουμένως. Πβ. αυτοαναιρούμαι. ● ΦΡ.: φάσκει και αντιφάσκει βλ. φάσκω [< μτγν. ἀντιφάσκω] | |
| 4853 | αντιφατικός | , ή, ό [ἀντιφατικός] α-ντι-φα-τι-κός επίθ. 1. που εμπεριέχει, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αντιθέσεις: ~ός: λόγος. ~ή: εικόνα/συμπεριφορά. ~ό: συμπέρασμα. ~ές: απόψεις (= αλληλο-αναιρούμενες, -συγκρουόμενες)/δηλώσεις/έννοιες/πληροφορίες.|| (ως ουσ.) Το ~ό στην υπόθεση είναι ότι ... Πβ. ανακόλουθος, αναντίστοιχος, αντι-θετικός, -νομικός, ασύμφωνος, ασυνεπής. 2. (για πρόσ.) που αμφιταλαντεύεται και κυριαρχείται από εσωτερικές συγκρούσεις: ~ός: χαρακτήρας. Πβ. αλλοπρόσαλλος. ● επίρρ.: αντιφατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αντιφατικές προτάσεις: ΦΙΛΟΣ. που η θέση της μίας συνεπάγεται την άρση της άλλης. [< μτγν. ἀντιφατικός, γαλλ. contradictoire] | |
| 4854 | αντιφατικότητα | [ἀντιφατικότητα] α-ντι-φα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντιφατικού: ~ και ασάφεια του λόγου. Η πολυπλοκότητα και ~ του χαρακτήρα. Πβ. ανακολουθία, ασυνέπεια. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ