Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57780-57800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57307χρηματισμόςχρη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρηματίζομαι: Κατηγορήθηκε για ~ό. Πβ. δωροληψία, παθητική δωροδοκία. Βλ. αδιαφάνεια, διαφθορά, μίζα, φακελάκι, -ισμός. [< πβ. αρχ. χρηματισμός ‘κέρδος’]
57308χρηματιστηριακός, ή, ό χρη-μα-τι-στη-ρι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το χρηματιστήριο: ~ός: αναλυτής/απολογισμός/οργανισμός/σύμβουλος. ~ή: αξία/κεφαλαιοποίηση/πτώση/τιμή/ύφεση. ~ό: κεφάλαιο/κραχ. ~οί: τίτλοι (= μετοχές). ~ές: συναλλαγές. Ο ~ δείκτης. Τραπεζικό και ~ό δίκαιο. Οι ~ές αγορές (= χρηματαγορές). Πβ. χρηματιστικός. Βλ. χρηματο-μεσιτικός, -οικονομικός, -πιστωτικός. ● Ουσ.: χρηματιστηριακά (τα) (προφ.): ενν. θέματα., χρηματιστηριακή (η) (προφ.): ενν. εταιρεία. ● επίρρ.: χρηματιστηριακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. boursier]
57309χρηματιστήριοχρη-μα-τι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {χρηματιστηρί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. (κ. με κεφαλ. Χ) νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, οργανωμένη αγορά όπου διενεργούνται συναλλαγές κινητών αξιών, αγαθών και εμπορευμάτων· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: το ~ (Αξιών) Αθηνών (ακρ. ΧΑΑ). ~ χρεογράφων. Η αίθουσα/το νομικό πλαίσιο/η παράλληλη αγορά του ~ου. Ένταξη εταιρείας/νευρικότητα στο ~. Διαπραγμάτευση/εισαγωγή μετοχής στο ~. Δραστηριοποιούμαι/επενδύω/ποντάρω στο ~. Μικτές τάσεις επικράτησαν/καταγράφηκαν στα διεθνή ~α. Πβ. κεφαλαι-, χρηματ-αγορά. 2. ΟΙΚΟΝ. (συνεκδ.) το χρονικό διάστημα στα πλαίσια μιας εργάσιμης ημέρας, κατά το οποίο διεξάγονται οι συγκεκριμένες συναλλαγές· η συνεδρίαση του αντίστοιχου νομικού προσώπου: άνοιγμα (: έναρξη) του ~ου. Με αρνητικό πρόσημο έκλεισε το ~. 3. ΟΙΚΟΝ. ο (Γενικός) Δείκτης Τιμών: ανάκαμψη/διακυμάνσεις/πτώση του ~ου. Το ~ κινήθηκε ανοδικά/πτωτικά. 4. (μτφ.) πλασματικός χώρος αξιολογικής εκτίμησης ενός στοιχείου: το ~ της τέχνης/των επαγγελμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: χρηματιστήριο εμπορευμάτων (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Χ, Ε): ΟΙΚΟΝ. δημόσια ή ιδιωτική οργάνωση που διενεργεί αγοραπωλησίες πρώτων υλών και προϊόντων ευρείας κατανάλωσης· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος: Στο ~ ~, η τιμή της ζάχαρης/του καφέ/του πετρελαίου/του χρυσού κυμάνθηκε στα .../ενισχύθηκε κατά ... %. [< αγγλ. commodities exchange] , χρηματιστήριο παραγώγων (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Χ, Π): ΟΙΚΟΝ. οργανωμένη αγορά όπου λαμβάνουν χώρα συναλλαγές παράγωγων προϊόντων. [< αγγλ. derivatives exchange] , Χρηματιστήριο Αξιών βλ. αξία ● ΦΡ.: παίζω στο χρηματιστήριο βλ. παίζω [< μτγν. χρηματιστήριον ‘χώρος διεξαγωγής εμπορικών υποθέσεων’, γαλλ. Bourse]
57310χρηματιστήςχρη-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρηματίστρια}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διενεργεί αγοραπωλησίες κινητών αξιών στο χρηματιστήριο για λογαριασμό δικό του ή συνήθ. των πελατών του. Πβ. χρηματομεσίτης. Βλ. αναλυτής, τραπεζίτης. [< πβ. αρχ. χρηματιστής ‘έμπορος, επιχειρηματίας’, γαλλ. boursier]
57311χρηματιστικός, ή, ό χρη-μα-τι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον χρηματιστή ή/και το χρηματιστήριο: ~ή: διαχείριση/επένδυση/επιχείρηση/τράπεζα. ~ό: κέρδος/κραχ/χάος. ~οί: δείκτες/όμιλοι/πιστωτές. ~ές: αγορές/αξίες/δραστηριότητες/συναλλαγές. Το ~ό κεφάλαιο/σύστημα. Πβ. χρηματιστηριακός, χρηματοοικονομικός. [< πβ. αρχ. χρηματιστικός ‘εμπορικός, επικερδής’, γαλλ. boursier]
57312χρηματο- & χρηματό- & χρηματ-: πρόθημα οικονομικών κυρ. όρων που αναφέρονται στο χρήμα, τις οικονομικές συναλλαγές, το κεφάλαιο: χρηματ-αποστολή.|| Χρηματ-αγορά. Χρηματο-μεσίτης. Χρηματο-πιστωτικός.|| Χρηματό-γραφο.|| Xρηματο-δότης.
57313χρηματοασφαλιστικός, ή, ό χρη-μα-το-α-σφα-λι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την ασφάλιση χρημάτων: ~ός: όμιλος/σύμβουλος. ~ή: αγορά.
57314χρηματόγραφοχρη-μα-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. βραχυπρόθεσμο και διαπραγματεύσιμο αξιόγραφο εμπορικών συναλλαγών· πιστωτικός τίτλος: εμπορικό ~. Παραδοτέα/παραληπτέα/τοκοφόρα ~α. Βλ. ασφαλιστήριο, επιταγή, ομολογία, συναλλαγματική, χρεόγραφο.
57315χρηματοδότηςχρη-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρηματοδότρια} (επίσ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει μια χρηματοδότηση: επενδυτικός/κοινοτικός ~. Ο ~ της εκδήλωσης/της καμπάνιας/του συνεδρίου. Δημόσιοι/ιδιωτικοί ~ες. Εταιρείες-~ες. Πβ. σπόνσορας, χορηγός.|| (ως επίθ.) Η ~τρια τράπεζα. Βλ. -δότης. [< γερμ. Geldgeber]
57316χρηματοδότησηχρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρηματοδοτώ: ~ αναπτυξιακού προγράμματος/βιομηχανιών/εμπόρων/της έρευνας/των σπουδών. Δανειακή ~. Εταιρείες/πολιτική ~ης. Δημόσιες/δημοσιονομικές/εξωτερικές/επιχειρηματικές/ιδιωτικές/κοινοτικές/κρατικές/κυβερνητικές/τραπεζικές ~ήσεις. Υπόγειες/παράνομες ~ήσεις (κομμάτων). ~ήσεις κεφαλαίου. ~ήσεις στον πολιτιστικό τομέα. Πβ. επιχορήγηση, χορηγία. Βλ. ανα~, αυτο~, προ~, συγ~, υπερ~, υπο~, -δότηση. [< γαλλ. financement, αγγλ. financing, funding]
57317χρηματοδοτικός, ή, ό χρη-μα-το-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη χρηματοδότηση: ~ή: βοήθεια/διευκόλυνση/συνεισφορά/συνεργασία/(υπο)στήριξη. ~ό: κόστος/πρωτόκολλο. ~οί: πόροι. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες/ενέργειες/πηγές/πιστώσεις. ~ά: έξοδα/εργαλεία/κεφάλαια/κονδύλια. ● Ουσ.: χρηματοδοτικό (το): ενν. πρόγραμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: χρηματοδοτική μίσθωση βλ. μίσθωση
57318χρηματοδοτώ[χρηματοδοτῶ] χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {χρηματοδοτ-εί, -ώντας | χρηματοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): παρέχω χρήματα, κεφάλαια για την υλοποίηση ενός έργου: Ιδιωτικοί φορείς ανέλαβαν να ~ήσουν την ανέγερση του κτιρίου. Η έρευνα/το συνέδριο θα ~ηθεί από το υπουργείο. Οι επιχειρήσεις ~ήθηκαν με επιδοτήσεις ύψους ... ευρώ. Οι δαπάνες/οι επιχειρηματικές δράσεις/τα έργα ~ούνται (εξολοκλήρου) από το ΕΣΠΑ/από τον κρατικό προϋπολογισμό/από τραπεζικές πιστώσεις. Πβ. επιχορηγώ. Βλ. αυτοχρηματοδοτούμαι, -δοτώ, ανα~, συγ~, υπο~. [< μεσν. χρηματοδοτώ, γαλλ. financer]
57319χρηματοθυρίδαχρη-μα-το-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): (σε ξενοδοχεία ή τράπεζες) μικρό χρηματοκιβώτιο για φύλαξη χρημάτων ή/και τιμαλφών των πελατών: προσωπικές ~ες. Πβ. θυρίδα, χρηματοφυλάκιο.
57320χρηματοκιβώτιοχρη-μα-το-κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {χρηματοκιβωτί-ου}: μεταλλική θήκη με κλειδαριά ή κλειδάριθμο, για τη φύλαξη χρημάτων, αντικειμένων μεγάλης αξίας ή πολύτιμων εγγράφων: ~ που κλειδώνει με κάρτα/κωδικό/συνδυασμό. Ατομικό/επαγγελματικό/προσωπικό ~. ~ με χρονοκαθυστέρηση. Το ~ του κοσμηματοπωλείου/του λογιστηρίου/της τράπεζας. Τα κλειδιά/η πόρτα/ο συναγερμός του ~ου. Άνοιγμα/διάρρηξη ~ου. Βλ. θησαυροφυλάκιο. [< γερμ. Geldschrank]
57321χρηματομεσίτηςχρη-μα-το-με-σί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρηματομεσίτρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει μεσολαβητικό ρόλο στη διαπραγμάτευση συναλλαγών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών, εκπροσωπώντας το ένα από αυτά: ~ες ενυπόθηκων δανείων. Πβ. χρηματιστής. [< γερμ. Börsenmakler]
57322χρηματομεσιτικός, ή, ό χρη-μα-το-με-σι-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον χρηματομεσίτη: ~ή: αγορά/εταιρεία. ~ό: γραφείο/σύστημα. ~οί: φορείς. ~ές: υπηρεσίες.
57323χρηματοοικονομικός, ή, ό χρη-μα-το-οι-κο-νο-μι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) χρηματοικονομικός: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το χρήμα ως οικονομική αξία: ~ός: δείκτης/έλεγχος/λογαριασμός/προϋπολογισμός. ~ή: ανάλυση/λογιστική/μόχλευση. ~ό: κύκλωμα. ~ές: επενδύσεις/μισθώσεις. ~ά: έξοδα/μαθηματικά/προϊόντα (βλ. παράγωγα)/συμβόλαια. Πβ. χρηματιστηριακός, χρηματιστικός. ● Ουσ.: χρηματοοικονομικά (τα) 1. (κ. με κεφαλ. Χ) χρηματοοικονομική: ~ ακίνητης περιουσίας. Στατιστικές μέθοδοι στα ~. 2. ενν. θέματα: σύμβουλος ~ών., χρηματοοικονομική (η) (κ. με κεφαλ. Χ): κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη της λειτουργίας και της διαχείρισης του χρήματος, ως οικονομικής αξίας και περιουσιακού στοιχείου: ~ των αγορών/επιχειρήσεων. Συμπεριφορική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης βλ. πρότυπο, χρηματοοικονομικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα
57324χρηματοπιστωτικός, ή, ό χρη-μα-το-πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την παροχή χρημάτων επί πιστώσει: ~ός: καπιταλισμός/όμιλος/οργανισμός/σύμβουλος. ~ή: διαχείριση. ~ό: δίκτυο/ίδρυμα/κεφάλαιο/μέσο (: περιουσιακό στοιχείο ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης)/ταμείο. Διεθνής ~ή κρίση (: 2007-2008). ~ές: αγορές/δραστηριότητες/μετοχές/συναλλαγές. ~ά: προϊόντα. Το διεθνές ~ό σύστημα.|| (ως ουσ.) Απελευθέρωση των ~ών (ενν. τίτλων). ΣΥΝ. νομισματοπιστωτικός ● ΣΥΜΠΛ.: Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας βλ. ταμείο
57325χρηματοροήχρη-μα-το-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & χρηματορροή: ΟΙΚΟΝ. οι εισροές και εκροές επιχείρησης: αρνητική/θετική ~. Καθαρή μεταβολή ~ής. Ετήσιες/μελλοντικές ~ές. Βλ. ρευστότητα. [< αγγλ. cash flow]
57326χρηματοφυλάκιοχρη-μα-το-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): θυρίδα φύλαξης χρημάτων ή/και πολύτιμων αντικειμένων· κατ΄επέκτ. ταμείο: (σε ξενοδοχείο) ατομικά προγραμματιζόμενο ~. Πβ. θησαυροφυλάκιο, χρηματο-θυρίδα, -κιβώτιο. Βλ. -φυλάκιο. [< μτγν. χρηματοφυλάκιον 'δημόσιο ταμείο, θησαυροφυλάκιο']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.