Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57780-57800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57314χρηματόγραφοχρη-μα-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. βραχυπρόθεσμο και διαπραγματεύσιμο αξιόγραφο εμπορικών συναλλαγών· πιστωτικός τίτλος: εμπορικό ~. Παραδοτέα/παραληπτέα/τοκοφόρα ~α. Βλ. ασφαλιστήριο, επιταγή, ομολογία, συναλλαγματική, χρεόγραφο.
57315χρηματοδότηςχρη-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρηματοδότρια} (επίσ.): φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει μια χρηματοδότηση: επενδυτικός/κοινοτικός ~. Ο ~ της εκδήλωσης/της καμπάνιας/του συνεδρίου. Δημόσιοι/ιδιωτικοί ~ες. Εταιρείες-~ες. Πβ. σπόνσορας, χορηγός.|| (ως επίθ.) Η ~τρια τράπεζα. Βλ. -δότης. [< γερμ. Geldgeber]
57316χρηματοδότησηχρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρηματοδοτώ: ~ αναπτυξιακού προγράμματος/βιομηχανιών/εμπόρων/της έρευνας/των σπουδών. Δανειακή ~. Εταιρείες/πολιτική ~ης. Δημόσιες/δημοσιονομικές/εξωτερικές/επιχειρηματικές/ιδιωτικές/κοινοτικές/κρατικές/κυβερνητικές/τραπεζικές ~ήσεις. Υπόγειες/παράνομες ~ήσεις (κομμάτων). ~ήσεις κεφαλαίου. ~ήσεις στον πολιτιστικό τομέα. Πβ. επιχορήγηση, χορηγία. Βλ. ανα~, αυτο~, προ~, συγ~, υπερ~, υπο~, -δότηση. [< γαλλ. financement, αγγλ. financing, funding]
57317χρηματοδοτικός, ή, ό χρη-μα-το-δο-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη χρηματοδότηση: ~ή: βοήθεια/διευκόλυνση/συνεισφορά/συνεργασία/(υπο)στήριξη. ~ό: κόστος/πρωτόκολλο. ~οί: πόροι. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες/ενέργειες/πηγές/πιστώσεις. ~ά: έξοδα/εργαλεία/κεφάλαια/κονδύλια. ● Ουσ.: χρηματοδοτικό (το): ενν. πρόγραμμα. ● ΣΥΜΠΛ.: χρηματοδοτική μίσθωση βλ. μίσθωση
57318χρηματοδοτώ[χρηματοδοτῶ] χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {χρηματοδοτ-εί, -ώντας | χρηματοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): παρέχω χρήματα, κεφάλαια για την υλοποίηση ενός έργου: Ιδιωτικοί φορείς ανέλαβαν να ~ήσουν την ανέγερση του κτιρίου. Η έρευνα/το συνέδριο θα ~ηθεί από το υπουργείο. Οι επιχειρήσεις ~ήθηκαν με επιδοτήσεις ύψους ... ευρώ. Οι δαπάνες/οι επιχειρηματικές δράσεις/τα έργα ~ούνται (εξολοκλήρου) από το ΕΣΠΑ/από τον κρατικό προϋπολογισμό/από τραπεζικές πιστώσεις. Πβ. επιχορηγώ. Βλ. αυτοχρηματοδοτούμαι, -δοτώ, ανα~, συγ~, υπο~. [< μεσν. χρηματοδοτώ, γαλλ. financer]
57319χρηματοθυρίδαχρη-μα-το-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.): (σε ξενοδοχεία ή τράπεζες) μικρό χρηματοκιβώτιο για φύλαξη χρημάτων ή/και τιμαλφών των πελατών: προσωπικές ~ες. Πβ. θυρίδα, χρηματοφυλάκιο.
57320χρηματοκιβώτιοχρη-μα-το-κι-βώ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {χρηματοκιβωτί-ου}: μεταλλική θήκη με κλειδαριά ή κλειδάριθμο, για τη φύλαξη χρημάτων, αντικειμένων μεγάλης αξίας ή πολύτιμων εγγράφων: ~ που κλειδώνει με κάρτα/κωδικό/συνδυασμό. Ατομικό/επαγγελματικό/προσωπικό ~. ~ με χρονοκαθυστέρηση. Το ~ του κοσμηματοπωλείου/του λογιστηρίου/της τράπεζας. Τα κλειδιά/η πόρτα/ο συναγερμός του ~ου. Άνοιγμα/διάρρηξη ~ου. Βλ. θησαυροφυλάκιο. [< γερμ. Geldschrank]
57321χρηματομεσίτηςχρη-μα-το-με-σί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρηματομεσίτρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει μεσολαβητικό ρόλο στη διαπραγμάτευση συναλλαγών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών, εκπροσωπώντας το ένα από αυτά: ~ες ενυπόθηκων δανείων. Πβ. χρηματιστής. [< γερμ. Börsenmakler]
57322χρηματομεσιτικός, ή, ό χρη-μα-το-με-σι-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον χρηματομεσίτη: ~ή: αγορά/εταιρεία. ~ό: γραφείο/σύστημα. ~οί: φορείς. ~ές: υπηρεσίες.
57323χρηματοοικονομικός, ή, ό χρη-μα-το-οι-κο-νο-μι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) χρηματοικονομικός: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το χρήμα ως οικονομική αξία: ~ός: δείκτης/έλεγχος/λογαριασμός/προϋπολογισμός. ~ή: ανάλυση/λογιστική/μόχλευση. ~ό: κύκλωμα. ~ές: επενδύσεις/μισθώσεις. ~ά: έξοδα/μαθηματικά/προϊόντα (βλ. παράγωγα)/συμβόλαια. Πβ. χρηματιστηριακός, χρηματιστικός. ● Ουσ.: χρηματοοικονομικά (τα) 1. (κ. με κεφαλ. Χ) χρηματοοικονομική: ~ ακίνητης περιουσίας. Στατιστικές μέθοδοι στα ~. 2. ενν. θέματα: σύμβουλος ~ών., χρηματοοικονομική (η) (κ. με κεφαλ. Χ): κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη της λειτουργίας και της διαχείρισης του χρήματος, ως οικονομικής αξίας και περιουσιακού στοιχείου: ~ των αγορών/επιχειρήσεων. Συμπεριφορική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης βλ. πρότυπο, χρηματοοικονομικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα
57324χρηματοπιστωτικός, ή, ό χρη-μα-το-πι-στω-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την παροχή χρημάτων επί πιστώσει: ~ός: καπιταλισμός/όμιλος/οργανισμός/σύμβουλος. ~ή: διαχείριση. ~ό: δίκτυο/ίδρυμα/κεφάλαιο/μέσο (: περιουσιακό στοιχείο ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης)/ταμείο. Διεθνής ~ή κρίση (: 2007-2008). ~ές: αγορές/δραστηριότητες/μετοχές/συναλλαγές. ~ά: προϊόντα. Το διεθνές ~ό σύστημα.|| (ως ουσ.) Απελευθέρωση των ~ών (ενν. τίτλων). ΣΥΝ. νομισματοπιστωτικός ● ΣΥΜΠΛ.: Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας βλ. ταμείο
57325χρηματοροήχρη-μα-το-ρο-ή ουσ. (θηλ.) & χρηματορροή: ΟΙΚΟΝ. οι εισροές και εκροές επιχείρησης: αρνητική/θετική ~. Καθαρή μεταβολή ~ής. Ετήσιες/μελλοντικές ~ές. Βλ. ρευστότητα. [< αγγλ. cash flow]
57326χρηματοφυλάκιοχρη-μα-το-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): θυρίδα φύλαξης χρημάτων ή/και πολύτιμων αντικειμένων· κατ΄επέκτ. ταμείο: (σε ξενοδοχείο) ατομικά προγραμματιζόμενο ~. Πβ. θησαυροφυλάκιο, χρηματο-θυρίδα, -κιβώτιο. Βλ. -φυλάκιο. [< μτγν. χρηματοφυλάκιον 'δημόσιο ταμείο, θησαυροφυλάκιο']
57328χρήσηχρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ: ~ (λόγιων) λέξεων/λεξικού/όπλων. Μεταφορική ~ της γλώσσας/του λόγου (πβ. χειρισμός). Παράνομη ~ προσωπικών δεδομένων. Ασφαλής ~ του διαδικτύου/των τροφίμων. Υπερβολική ~ της τεχνολογίας. Αλοιφή για εξωτερική/τοπική ~. Άκριτη/αλόγιστη ~ του κινητού τηλεφώνου. Εγχειρίδιο ~ης. Οδηγίες/όροι ~ης υπηρεσίας. Εκτός ~ης. Περιορισμός στη ~ επικίνδυνων για το περιβάλλον ουσιών. Εκπαίδευση με ~ υπολογιστών. Φθορά απ' την πολλή ~. Οι δευτερεύουσες ~εις ενός υλικού. Εξοπλισμός για ιατρικές ~εις. Καθαριστικό για όλες τις ~εις/πολλαπλών ~εων. Χώρος που προορίζεται για δημόσια/κοινή ~. Απαγορεύεται η ~ φωτογραφικής μηχανής. Πβ. μεταχείριση. Βλ. επανά-, κατά-, παρά-χρηση, πολυχρησία, υπερ~.|| Αειφόρος ~ φυσικών πόρων. (ΝΟΜ.) Αυθαίρετη/τρέχουσα ~ του ακινήτου. Νέες ~εις γης. Πβ. αξιοποίηση, εκμετάλλευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου/περιουσιακών στοιχείων Πβ. διαχείριση.|| ~ φαρμάκων. Ενέσιμη/συστηματική ~ ναρκωτικών. Πβ. λήψη. ΣΥΝ. χρησιμοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: διαχειριστική χρήση & (προφ.) χρήση: ΟΙΚΟΝ. διάστημα συνήθ. δώδεκα μηνών, για το οποίο κάθε νομικό πρόσωπο προβαίνει σε κλείσιμο του ισολογισμού, εξαγωγή αποτελεσμάτων και δημοσίευση των πεπραγμένων σε σχετική έκθεση: φορολογική δήλωση για τη ~ ~ του έτους., επαγγελματική χρήση: που χρησιμοποιείται για την άσκηση επαγγέλματος: Ενοικιάζεται χώρος για ~ ~., ιδιωτική χρήση: που αφορά ατομική ιδιοκτησία ή που γίνεται για προσωπικό όφελος: επιβατηγά αυτοκίνητα ~ής ~ης (πβ. γιωταχί).|| Φωτοτυπική αναπαραγωγή βιβλίου για ~ ~., προσωπική χρήση: που αναφέρεται στην ατομική χρησιμοποίηση πράγματος, εγγράφου, αγαθού: To περιεχόμενο της ιστοσελίδας διατίθεται αυστηρά για ~ ~ και όχι για εμπορική. Βλ. ατομική ιδιοκτησία., αποτελέσματα χρήσης βλ. αποτέλεσμα, οικιακή χρήση βλ. οικιακός ● ΦΡ.: κάνω χρήση: μεταχειρίζομαι κάτι για την ικανοποίηση αναγκών ή για την επίτευξη στόχων: ~ ~ μειωμένου ωραρίου. Θα ~ ~ της άδειάς μου/όλων των δικαιωμάτων που μου παρέχει ο νόμος. ~ει ~ σύγχρονων μεθόδων διαχείρισης των οικονομικών ζητημάτων. Διαπιστώθηκε ότι έχει ~ει ~ ναρκωτικών/απαγορευμένων ουσιών. Έκαναν ~ δακρυγόνων. Πβ. χρησιμοποιώ., μιας χρήσης/χρήσεως: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά: Είδη/πλαστικά ποτήρια ~ ~., σε χρήση & (λόγ.) εν χρήσει: για κάτι που χρησιμοποιείται: ~ ~ εγκαταστάσεις. Βρίσκεται/είναι σε ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αξία ~ ~. ΑΝΤ. σε αχρησία [< αρχ. χρῆσις, γαλλ.-αγγλ. usage, αγγλ. use]
57329χρησιδάνειοχρη-σι-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμφωνία που προβλέπει τον δωρεάν δανεισμό αγαθού, υπό την προϋπόθεση να επιστραφεί από τον χρησάμενο στον κάτοχό του, όταν ζητηθεί ή όταν λήξει η σύμβαση: εκμετάλλευση/παραχώρηση κατοικίας με ~. Βλ. ενέχυρο, μίσθωση, πληρεξούσιο. [< γαλλ. commodat]
57330χρησιδανεισμός

χρη-σι-δα-νει-σμός ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. δανεισμός με χρησιδάνειο.

57331χρησιδεσπόζων, ουσα, ον χρη-σι-δε-σπό-ζων επίθ. {χρησιδεσπόζ-οντος, -οντα | -οντες} (λόγ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που νέμεται περιουσιακό στοιχείο: καθ' ολοκληρίαν νομή από τον ~οντα. [< μτχ. ενεστ. του ρ. χρησιδεσπόζω]
57332χρησικτησίαχρη-σι-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. απόκτηση της κυριότητας κυρ. ακινήτου ύστερα από χρησιδανεισμό: έκτακτη/τακτική ~. Αγωγή/δικαιώματα ~ας. Πράγματα ανεπίδεκτα ~ας (: τα εκτός συναλλαγής). Αναστολή/διακοπή της ~ας. Έγινε δικαιούχος κτήματος με ~. Βλ. γονική παροχή, δικαιοπραξία, δωρεά, κληρονομιά. [< γαλλ. usucapion]
57333χρησιμεύωχρη-σι-μεύ-ω ρ. (μτβ.) {χρησίμευ-σα (προφ.) χρησίμ-εψα, χρησιμεύ-σει (προφ.) χρησιμ-έψει, χρησιμεύ-οντας}: είμαι χρήσιμος σε κάτι, μπορώ να εξυπηρετήσω συγκεκριμένο σκοπό: Συσκευή που ~ει για τη/στη θέρμανση του χώρου. Ράφια που ~ουν (: αξιοποιούνται, χρησιμοποιούνται) σαν/ως βιβλιοθήκη. Οι συμβουλές σου μου ~σαν (: με ωφέλησαν) πολύ. -Πού/σε τι ακριβώς θα σου ~σουν (: χρειαστούν) όλ' αυτά; Μπορώ να σας ~σω σε κάτι (= να σας βοηθήσω/εξυπηρετήσω/φανώ χρήσιμος); [< μτγν. χρησιμεύω]
57334χρησιμοθήραςχρη-σι-μο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αυτός που διακατέχεται από χρησιμοθηρία. Πβ. ωφελιμιστής. Βλ. ατομικιστής, καιροσκόπος, συμφεροντολόγος, -θήρας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.