| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57328 | χρήση | χρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρησιμοποιώ: ~ (λόγιων) λέξεων/λεξικού/όπλων. Μεταφορική ~ της γλώσσας/του λόγου (πβ. χειρισμός). Παράνομη ~ προσωπικών δεδομένων. Ασφαλής ~ του διαδικτύου/των τροφίμων. Υπερβολική ~ της τεχνολογίας. Αλοιφή για εξωτερική/τοπική ~. Άκριτη/αλόγιστη ~ του κινητού τηλεφώνου. Εγχειρίδιο ~ης. Οδηγίες/όροι ~ης υπηρεσίας. Εκτός ~ης. Περιορισμός στη ~ επικίνδυνων για το περιβάλλον ουσιών. Εκπαίδευση με ~ υπολογιστών. Φθορά απ' την πολλή ~. Οι δευτερεύουσες ~εις ενός υλικού. Εξοπλισμός για ιατρικές ~εις. Καθαριστικό για όλες τις ~εις/πολλαπλών ~εων. Χώρος που προορίζεται για δημόσια/κοινή ~. Απαγορεύεται η ~ φωτογραφικής μηχανής. Πβ. μεταχείριση. Βλ. επανά-, κατά-, παρά-χρηση, πολυχρησία, υπερ~.|| Αειφόρος ~ φυσικών πόρων. (ΝΟΜ.) Αυθαίρετη/τρέχουσα ~ του ακινήτου. Νέες ~εις γης. Πβ. αξιοποίηση, εκμετάλλευση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ δανείου/περιουσιακών στοιχείων Πβ. διαχείριση.|| ~ φαρμάκων. Ενέσιμη/συστηματική ~ ναρκωτικών. Πβ. λήψη. ΣΥΝ. χρησιμοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: διαχειριστική χρήση & (προφ.) χρήση: ΟΙΚΟΝ. διάστημα συνήθ. δώδεκα μηνών, για το οποίο κάθε νομικό πρόσωπο προβαίνει σε κλείσιμο του ισολογισμού, εξαγωγή αποτελεσμάτων και δημοσίευση των πεπραγμένων σε σχετική έκθεση: φορολογική δήλωση για τη ~ ~ του έτους., επαγγελματική χρήση: που χρησιμοποιείται για την άσκηση επαγγέλματος: Ενοικιάζεται χώρος για ~ ~., ιδιωτική χρήση: που αφορά ατομική ιδιοκτησία ή που γίνεται για προσωπικό όφελος: επιβατηγά αυτοκίνητα ~ής ~ης (πβ. γιωταχί).|| Φωτοτυπική αναπαραγωγή βιβλίου για ~ ~., προσωπική χρήση: που αναφέρεται στην ατομική χρησιμοποίηση πράγματος, εγγράφου, αγαθού: To περιεχόμενο της ιστοσελίδας διατίθεται αυστηρά για ~ ~ και όχι για εμπορική. Βλ. ατομική ιδιοκτησία., αποτελέσματα χρήσης βλ. αποτέλεσμα, οικιακή χρήση βλ. οικιακός ● ΦΡ.: κάνω χρήση: μεταχειρίζομαι κάτι για την ικανοποίηση αναγκών ή για την επίτευξη στόχων: ~ ~ μειωμένου ωραρίου. Θα ~ ~ της άδειάς μου/όλων των δικαιωμάτων που μου παρέχει ο νόμος. ~ει ~ σύγχρονων μεθόδων διαχείρισης των οικονομικών ζητημάτων. Διαπιστώθηκε ότι έχει ~ει ~ ναρκωτικών/απαγορευμένων ουσιών. Έκαναν ~ δακρυγόνων. Πβ. χρησιμοποιώ., μιας χρήσης/χρήσεως: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά: Είδη/πλαστικά ποτήρια ~ ~., σε χρήση & (λόγ.) εν χρήσει: για κάτι που χρησιμοποιείται: ~ ~ εγκαταστάσεις. Βρίσκεται/είναι σε ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αξία ~ ~. ΑΝΤ. σε αχρησία [< αρχ. χρῆσις, γαλλ.-αγγλ. usage, αγγλ. use] | |
| 57329 | χρησιδάνειο | χρη-σι-δά-νει-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. συμφωνία που προβλέπει τον δωρεάν δανεισμό αγαθού, υπό την προϋπόθεση να επιστραφεί από τον χρησάμενο στον κάτοχό του, όταν ζητηθεί ή όταν λήξει η σύμβαση: εκμετάλλευση/παραχώρηση κατοικίας με ~. Βλ. ενέχυρο, μίσθωση, πληρεξούσιο. [< γαλλ. commodat] | |
| 57330 | χρησιδανεισμός | χρη-σι-δα-νει-σμός ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. δανεισμός με χρησιδάνειο. | |
| 57331 | χρησιδεσπόζων | , ουσα, ον χρη-σι-δε-σπό-ζων επίθ. {χρησιδεσπόζ-οντος, -οντα | -οντες} (λόγ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που νέμεται περιουσιακό στοιχείο: καθ' ολοκληρίαν νομή από τον ~οντα. [< μτχ. ενεστ. του ρ. χρησιδεσπόζω] | |
| 57332 | χρησικτησία | χρη-σι-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. απόκτηση της κυριότητας κυρ. ακινήτου ύστερα από χρησιδανεισμό: έκτακτη/τακτική ~. Αγωγή/δικαιώματα ~ας. Πράγματα ανεπίδεκτα ~ας (: τα εκτός συναλλαγής). Αναστολή/διακοπή της ~ας. Έγινε δικαιούχος κτήματος με ~. Βλ. γονική παροχή, δικαιοπραξία, δωρεά, κληρονομιά. [< γαλλ. usucapion] | |
| 57333 | χρησιμεύω | χρη-σι-μεύ-ω ρ. (μτβ.) {χρησίμευ-σα (προφ.) χρησίμ-εψα, χρησιμεύ-σει (προφ.) χρησιμ-έψει, χρησιμεύ-οντας}: είμαι χρήσιμος σε κάτι, μπορώ να εξυπηρετήσω συγκεκριμένο σκοπό: Συσκευή που ~ει για τη/στη θέρμανση του χώρου. Ράφια που ~ουν (: αξιοποιούνται, χρησιμοποιούνται) σαν/ως βιβλιοθήκη. Οι συμβουλές σου μου ~σαν (: με ωφέλησαν) πολύ. -Πού/σε τι ακριβώς θα σου ~σουν (: χρειαστούν) όλ' αυτά; Μπορώ να σας ~σω σε κάτι (= να σας βοηθήσω/εξυπηρετήσω/φανώ χρήσιμος); [< μτγν. χρησιμεύω] | |
| 57334 | χρησιμοθήρας | χρη-σι-μο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αυτός που διακατέχεται από χρησιμοθηρία. Πβ. ωφελιμιστής. Βλ. ατομικιστής, καιροσκόπος, συμφεροντολόγος, -θήρας. | |
| 57335 | χρησιμοθηρία | χρη-σι-μο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδίωξη από κάποιον των αγαθών που του παρέχουν προσωπικό και υλικό όφελος, αδιαφορώντας για το κοινό συμφέρον ή/και για την ηθική και πνευματική του ωφέλεια. Πβ. ωφελιμισμός. Βλ. εγωκεντρ-, καιροσκοπ-ισμός, σκοπιμότητα, συμφεροντολογία, χρυσοθηρία, -θηρία. [< γαλλ. utilitarisme] | |
| 57336 | χρησιμοθηρικός | , ή, ό χρη-σι-μο-θη-ρι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με τη χρησιμοθηρία: ~ή: εποχή/κοινωνία/λογική/νοοτροπία. ~ό: πνεύμα. ~ά: κίνητρα/κριτήρια. Πβ. ωφελιμιστικός. Βλ. ατομικιστ-, εγωκεντρ-, καιροσκοπ-, συμφεροντολογ-ικός. ● επίρρ.: χρησιμοθηρικά [< γαλλ. utilitaire] | |
| 57337 | χρησιμοποίηση | χρη-σι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): χρήση: αποτελεσματική/ατομική/εντατική/παράνομη/πιλοτική/προαιρετική/σωστή ~. ~ εργαλείου/λογισμικού/μεθόδου/μηχανήματος/συσκευής/τεχνικής/τροφίμων. ~ της αίθουσας ως χώρου δεξιώσεων. Πβ. αξιοποίηση, εκμετάλλευση, μεταχείριση. Βλ. επανα~, ιδιο~, -ποίηση. [< γαλλ. utilisation] | |
| 57338 | χρησιμοποιήσιμος | , η, ο χρη-σι-μο-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να χρησιμοποιηθεί: ~ος: εξοπλισμός. ~η: έκταση/ενέργεια/(ΠΛΗΡΟΦ.) χωρητικότητα. ~ο: εγχειρίδιο/λογισμικό. ~α: δεδομένα. Σε άριστη και ~η κατάσταση. Συσκευές που καθίστανται πλέον μη ~ες (: μη αξιόπιστες, μη αποδοτικές). Πβ. αξιοποιήσιμος, χρήσιμος. Βλ. λειτουργικός. ΑΝΤ. αχρησιμοποίητος, άχρηστος (1) [< γαλλ. utilisable] | |
| 57339 | χρησιμοποιώ | [χρησιμοποιῶ] χρη-σι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {χρησιμοποι-είς ..., -ώντας | χρησιμοποί-ησα, -ήσει, -είται, -όταν (λόγ.) (ε)χρησιμοποι-είτο, χρησιμοποι-όταν, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω κάτι σε λειτουργία, κάνω χρήση: ~ ένα εργαλείο/(ΠΛΗΡΟΦ.) πρόγραμμα. Ξέρει να ~εί αυτή τη συσκευή/το ίντερνετ.|| ~ λεξικά. ~ καλλυντικά (πβ. βάζω). ~εί αποκλειστικά πιστωτικές κάρτες για τις συναλλαγές της/ποδήλατο για τις μετακινήσεις του. ~ήστε (: πάρτε) τις σκάλες!|| ~ τη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας. Λέξεις που ~ούνται ειρωνικά.|| Για την τούρτα έχουν ~ηθεί αγνά υλικά.|| ~ησε και λίγο το μυαλό σου!|| ~ησαν βία. Πβ. (μετα)χειρίζομαι. 2. εκμεταλλεύομαι· αξιοποιώ: ~εί την περιουσία της, για να ανέλθει οικονομικά. ~ησε τις γνωριμίες/την επιρροή/τη θέση του, για να ...|| Τον ~ησαν και τώρα θέλουν να τον ξεφορτωθούν. ~ούν ζώα για πειράματα.|| Εργάτες που ~ούνται στις μεταφορές (: απασχολούνται).|| ~ησε (: έφερε) ως πρόσχημα το επιχείρημα ότι ... ~ησε αδιάσειστα στοιχεία. Θα ~ήσει όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος. Βλ.επανα-, ξανα-, -ποιώ. ● Μτχ.: χρησιμοποιημένος , η, ο 1. μεταχειρισμένος: ~ο: χαρτί. ~ες: μπαταρίες/συσκευασίες. ~α: ελαστικά/έπιπλα/ρούχα. Ελαφρώς/ελάχιστα ~ και σε άριστη κατάσταση εξοπλισμός. Ανακύκλωση/παζάρι ~ων αντικειμένων. Πβ. από δεύτερο χέρι. ΑΝΤ. αδούλευτος (2), αμεταχείριστος, καινούργιος (1) 2. που έχει χρησιμοποιηθεί: διεθνώς/ευρέως/παγκοσμίως ~ες μέθοδοι/τεχνικές. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ χώρος δίσκου (ΑΝΤ. διαθέσιμος, ελεύθερος)., χρησιμοποιούμενος , η, ο: που χρησιμοποιείται: ~ες: γεωργικές εκτάσεις. ~α: καύσιμα/ορυκτέλαια. Η ~η ενέργεια/ποσότητα. Το ~ο λεξιλόγιο/λογισμικό. Ευρέως/σπανίως ~οι όροι. Οι λιγότερο ~ες γλώσσες. Υλικά ~α στη βιομηχανία. [< γαλλ. utiliser] | |
| 57340 | χρήσιμος | , η, ο χρή-σι-μος επίθ. {χρησιμότ-ερος, -ατος}: που μπορεί με τη χρήση του να εξυπηρετήσει κάποιον σκοπό ή να καλύψει (με επιτυχία) συγκεκριμένη ανάγκη: ~ος: οδηγός (αγοράς). ~η: ανταλλαγή απόψεων/βιβλιογραφία/ενέργεια/θερμότητα. ~ο: ενημερωτικό υλικό. ~ες: διευθύνσεις/εφαρμογές/ιστοσελίδες/πληροφορίες (βλ. τιπ). ~α: δώρα/εργαλεία/τηλέφωνα. Συσκευές ~ες για την κατασκευή .../στη μαγειρική. Είναι ~ο για/σε μένα. Οι συμβουλές/υποδείξεις σου αποδείχτηκαν ιδιαίτερα ~ες. Καταλήξαμε σε ορισμένα ~ατα συμπεράσματα. Θα ήταν ~ο αν/να ... Πβ. επωφελής, λυσιτελής, χρηστικός, ωφέλιμος. Βλ. πολύτιμος, πρακτικός.|| ~η: λύση/μέθοδος. Πβ. κατάλληλος, πρόσφορος.|| Πού/σε τι μπορώ να σας φανώ ~ (= να σας βοηθήσω, να χρησιμεύσω); Είναι ~ στην εταιρεία (: απαραίτητος). ΑΝΤ. άχρηστος (1) [< αρχ. χρήσιμος, γαλλ. utile] | |
| 57341 | χρησιμότητα | χρη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. το χαρακτηριστικό γνώρισμα του χρήσιμου: η ~ της επιστήμης/της έρευνας/των νέων τεχνολογιών για τον/στον άνθρωπο. Η αποδεδειγμένη/λειτουργική/πολλαπλή/πρακτική ~ ενός εργαλείου. Η κοινωνική/οικονομική ~ ενός μέτρου. Αμφισβήτηση/αναγνώριση/εκτίμηση/επίγνωση/κατανόηση/συνειδητοποίηση της ~ας μιας μεθόδου (πβ. καταλληλότητα). Έργα αμφιβόλου ~ας/περιορισμένης ~ας/χωρίς ουσιαστική ~ (: άχρηστα). Αντιλαμβάνομαι τη/διατηρώ επιφυλάξεις για τη ~ ενός προγράμματος. Πβ. χρηστικ-, ωφελιμ-ότητα, λυσιτέλεια, ωφέλεια. Βλ. αναγκαιότητα, αξία, σημασία, σπουδαιότητα. 2. ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα ενός αγαθού να ικανοποιεί τις ανάγκες του καταναλωτή: οριακή/συνολική ~. Ανάλυση/βαθμός/επίπεδο/θεωρία/συνάρτηση ~ας προϊόντος. ● ΣΥΜΠΛ.: υπόδειγμα χρησιμότητας/πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας: ΝΟΜ. τίτλος προστασίας που χορηγείται σε επιτεύγματα, τα οποία είναι πρωτότυπα και βιομηχανικώς εφαρμόσιμα, αλλά δεν εμπεριέχουν εφευρετική δραστηριότητα, ώστε να δικαιούνται διπλώματος ευρεσιτεχνίας: Μικρές εφευρέσεις που κατοχυρώνονται με ~ ~. [< 1: μτγν. χρησιμότης, γαλλ. utilité 2: αγγλ. utility] | |
| 57342 | χρησμοδοσία | χρη-σμο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρησμοδοτώ. Βλ. έκσταση, οιωνοσκοπία. ΣΥΝ. χρησμολογία [< μτγν. χρησμοδοσία] | |
| 57343 | χρησμοδότης | χρη-σμο-δό-της ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. πρόσωπο που δίνει χρησμό· μάντης. Βλ. -δότης. ΣΥΝ. χρησμολόγος [< μτγν. χρησμοδότης] | |
| 57344 | χρησμοδοτώ | [χρησμοδοτῶ] χρη-σμο-δο-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χρησμοδοτ-εί, -ώντας | χρησμοδότ-ησε, -ήσει} (λόγ.): ΑΡΧ. δίνω χρησμό: Η Πυθία ~ησε ότι/να ... Πβ. μαντεύω, προφητεύω. Βλ. -δοτώ. [< μτγν. χρησμοδοτῶ] | |
| 57345 | χρησμολογία | χρη-σμο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. χρησμοδοσία. Βλ. -λογία. [< μτγν. χρησμολογία] | |
| 57346 | χρησμολόγιο | χρη-σμο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. βιβλίο με χρησμούς. Βλ. ονειροκρίτης, -λόγιο. [< μτγν. χρησμολόγιον] | |
| 57347 | χρησμολόγος | χρη-σμο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΡΧ. χρησμοδότης. Βλ. -λόγος. [< αρχ. χρησμολόγος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ