Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57820-57840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57348χρησμόςχρη-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧ. απάντηση μαντείου, συνήθ. διφορούμενη ή δυσνόητη· κατ΄επέκτ. προφητεία, πρόβλεψη: δελφικός/δυσοίωνος/ευνοϊκός ~. Πβ. μαντεία, πρόρρηση. Βλ. οιωνός, όραμα. 2. (μτφ.) αμφίσημη, ασαφής και συνήθ. αινιγματική διατύπωση: Οι δηλώσεις του θυμίζουν/μοιάζουν με ~ούς. Πβ. γρίφος. Βλ. μισόλογα. [< 1: αρχ. χρησμός]
57349χρήστηςχρή-στης ουσ. (αρσ.) {χρηστ-ών | θηλ. χρήστρια} 1. πρόσωπο που κάνει χρήση ενός αντικειμένου: ~ προϊόντος/συσκευής. Ο μέσος ~. ~ες ακουστικών βαρηκοΐας/κινητών τηλεφώνων. Οι ~ες ενός λεξικού. ~ες των αστικών συγκοινωνιών/του μετρό. (Χρόνιοι) ~ες ναρκωτικών.|| (ΝΟΜ.) ~ περιουσίας. Νόμιμοι/παράνομοι ~ες. Ιδιοκτήτες και ~ες ακινήτων. 2. ΠΛΗΡΟΦ. (ειδικότ.) αυτός που χρησιμοποιεί υπολογιστικό σύστημα, λογισμικό ή εφαρμογή: διαγραμμένος ~. Δεδομένα/διεπαφή ~η. Το προφίλ του ~η. Ενεργοί/κρυφοί/ον λάιν/συνδεδεμένοι ~ες. Οι ~ες του διαδικτύου. ~ες ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης/προγραμμάτων. Εγγραφή νέου ~η. Είσοδος/σύνδεση ~η στο φόρουμ. Μενού φιλικό προς τον/στον ~η. ● ΣΥΜΠΛ.: όνομα χρήστη: ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία χαρακτήρων που εισάγονται από χρήστη συστήματος, προκειμένου να του επιτραπεί η πρόσβαση σε αυτό: προσωπικό ~ ~. Πβ. παρωνύμιο, ψευδώνυμο. Βλ. πάσγουορντ. ΣΥΝ. γιούζερ νέιμ, τελικός χρήστης 1. ΠΛΗΡΟΦ. άτομο που χρησιμοποιεί συγκεκριμένο προϊόν λογισμικού για την εργασία του: πιστοποιητικό/συμφωνητικό ~ού ~η. Έλεγχος/ταυτοποίηση ~ού ~η. Διασύνδεση ~ού ~η-διακομιστή. ~oί ~ες δικτύου/προγράμματος. Στα αρχεία έχουν πρόσβαση μόνο οι ~οί ~ες. 2. (γενικότ.) αποδέκτης: οι ~οί ~ες των παρεχόμενων υπηρεσιών. Βλ. τελικό προϊόν. [< αγγλ. end user, περ. 1945] , κωδικός πρόσβασης βλ. κωδικός, λογαριασμός χρήστη βλ. λογαριασμός [< αρχ. χρήστης 'δανειστής', γαλλ. usager, utilisateur, αγγλ. user]
57350χρηστικός, ή, ό χρη-στι-κός επίθ.: που εξυπηρετεί καθημερινές, πρακτικές ανάγκες· κατ' επέκτ. εύχρηστος: ~ό: βοήθημα/εγχειρίδιο/λεξικό. ~ές: εφαρμογές/λύσεις/οδηγίες/πληροφορίες/συμβουλές. ~ά: αντικείμενα/αξεσουάρ/βιβλία/εργαλεία (: χρήσιμα). Πλήρης, εμπεριστατωμένος και αναλυτικός ~ ταξιδιωτικός οδηγός. Πβ. λειτουργικός. Βλ. διακοσμητικός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Λογισμικό με ~ό περιβάλλον (: φιλικό προς τον χρήστη, εύκολο στη χρήση. ΑΝΤ. πολύπλοκος). Βλ. κατα~, πολυ~. [< αρχ. χρηστικός ‘χρήσιμος’]
57351χρηστικότηταχρη-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χρηστικού: υψηλή ~ ενός προϊόντος. Βελτιώνω τη ~ των χώρων. Η ~ ενός λεξικού.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δικτυακών τόπων/ψηφιακών βιβλιοθηκών. Η ~ της βάσης δεδομένων/του υπολογιστή. Λογισμικό περιορισμένης ~ας. Αξιολόγηση των ιστοτόπων ως προς τη ~ά τους. Πβ. εργονομία, ευχρηστία, λειτουργικ-, πρακτικ-, χρησιμ-ότητα. Βλ. πολυ~, προσιτότητα. [< αγγλ. usability]
57352χρηστός, ή, ό χρη-στός επίθ. (λόγ.): ηθικός, αγαθός, έντιμος: ~οί: (πολιτικοί) άνδρες/ιεράρχες/νομοθέτες. Υπόδειγμα ~ού ηγέτη. Πβ. δίκαιος, ενάρετος. Βλ. άξιος, καλός, συνετός.|| (κατ΄επέκτ.) ~ός: βίος/χαρακτήρας. ~ή: απονομή της δικαιοσύνης/διαχείριση/συμπεριφορά. Σωστή και ~ή χρήση. ΑΝΤ. φαύλος ● επίρρ.: χρηστά ● ΣΥΜΠΛ.: χρηστά ήθη βλ. ήθος, χρηστή διοίκηση βλ. διοίκηση [< αρχ. χρηστός]
57353χρηστότηταχρη-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χρηστού: ~ ηθών/συμπεριφοράς. Αρχές φίλαθλου πνεύματος και αθλητικής ~ας. Ασκεί τα καθήκοντά του με ~. Πβ. εντιμ-, ηθικ-ότητα, ήθος. Βλ. αγαθοσύνη, νομιμ-, πρα-, τιμι-ότητα. [< αρχ. χρηστότης]
57355χρίσηχρί-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρίζω: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ με άγιο μύρο (= επάλειψη). [< μτγν. χρῖσις ‘επάλειψη, επίχριση’]
57356χρίσμα[χρῖσμα] χρί-σμα ουσ. (ουδ.) {χρίσμ-ατος | -ατα} 1. αναγόρευση (πολιτικής) υποψηφιότητας, εγκατάσταση με επίσημη απόφαση ή/και τελετή σε αξίωμα ή θέση: ανάληψη/απονομή/διεκδίκηση του κυβερνητικού/προεδρικού ~ατος. Του δόθηκε από το κόμμα το ~ για τον Δήμο. (μτφ.) Η πόλη έλαβε το ~ της πολιτιστικής πρωτεύουσας. Βλ. αναγνώριση, ανακήρυξη.|| (στον πληθ., συνήθ. ειρων.) Μοιράζουν κομματικά ~ατα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. μυστήριο το οποίο ακολουθεί το βάπτισμα και κατά το οποίο γίνεται σταυροειδής επάλειψη μερών του σώματος του βαπτιζόμενου με άγιο μύρο· συνεκδ. άγιο μύρο: το έλαιον του ~ατος.|| Δέχθηκε/έλαβε το ιερό ~. [< 2: μτγν. χρῖσμα, γαλλ. chrême]
57357χριστεμπορίαχρι-στε-μπο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & χριστεμπόριο (το) (λόγ.): εμπόριο εκκλησιαστικών μικροαντικειμένων, που εκλαμβάνεται ως καπηλεία της χριστιανικής πίστης. Βλ. -εμπόριο. [< μτγν. χριστεμπορ(ε)ία 'εμπορευματοποίηση του Χριστού']
57358χριστέμποροςχρι-στέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.-μειωτ.): αυτός που ασχολείται με τη χριστεμπορία. Βλ. -έμπορος, θεομπαίχτης.
57359χριστεπώνυμος, η, ο χρι-στε-πώ-νυ-μος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει βαπτιστεί στο όνομα του Ιησού Χριστού· χριστιανός, χριστιανικός: το ~ο ποίμνιο. Βλ. -ώνυμος. ● ΣΥΜΠΛ.: το πλήρωμα της Εκκλησίας/το χριστεπώνυμο πλήρωμα βλ. πλήρωμα [< μεσν. Χριστεπώνυμος]
57360χριστιανικός, ή, ό χρι-στια-νι-κός επίθ. 1. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τον χριστιανισμό και τη χριστιανοσύνη: ~ός: γάμος/λαός/σύλλογος. ~ή: αδελφότητα/θεολογία. ~ό: περιοδικό. ~οί: τάφοι. ~ές: αιρέσεις/γιορτές/εκκλησίες. ~ά: δόγματα/έθιμα/κείμενα/μνημεία/ονόματα/σύμβολα. Ο ~ Θεός/πολιτισμός. Η ~ή πίστη/τέχνη. Το ~ό εορτολόγιο/Πάσχα. Οι ~οί τόποι (: οι Άγιοι Τόποι). Οι ~ές αλήθειες. Βλ. δια~, κρυπτο~, προ~, πρωτο~. 2. (κατ΄επέκτ.) που αναφέρεται στο περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας και χαρακτηρίζεται από ηθικότητα, εγκαρτέρηση και κυρ. αγάπη προς τον πλησίον: ~ός: βίος (: ενάρετος). ~ή: διαπαιδαγώγηση/ζωή/ηθική. ~ές: διδαχές/συνήθειες. ~ά: ήθη. Μεγαλωμένος με ~ές αρχές. Τα ~ά διδάγματα/κηρύγματα. ● επίρρ.: χριστιανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. χριστιανικός, γαλλ. chrétien, αγγλ. Christian]
57361χριστιανισμόςχρι-στια-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Χ): ΘΡΗΣΚ. θρησκεία η οποία βασίζεται στη διδασκαλία του ιδρυτή της Ιησού Χριστού· συνεκδ. χριστιανοσύνη: δυτικός/ορθόδοξος ~. Οι αξίες/η διάδοση/τα δόγματα/η εδραίωση/η ιστορία/οι μάρτυρες/οι οπαδοί/οι Πατέρες του ~ού. Στους κόλπους του ~ού. Βλ. αγγλικαν-, (ρωμαιο)καθολικ-, προτεσταντ-ισμός, κρυπτο~, ορθοδοξία. [< μτγν. χριστιανισμός, γαλλ. christianisme, αγγλ. Christianism]
57362χριστιανοδημοκράτηςχρι-στια-νο-δη-μο-κρά-της ουσ. (αρσ.): οπαδός της χριστιανοδημοκρατίας: συντηρητικός ~.|| (ως επίθ.) ~ες: (ευρω)βουλευτές (= χριστιανοδημοκρατικοί). Βλ. -κράτης. [< γερμ. Christdemokrat]
57363χριστιανοδημοκρατίαχρι-στια-νο-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. δημοκρατία που εμπνέεται από την κοινωνική ηθική του χριστιανισμού: γερμανική ~. Βλ. σοσιαλδημοκρατία. [< γερμ. Christdemokratie]
57364χριστιανοδημοκρατικός, ή, ό χρι-στια-νο-δη-μο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον χριστιανοδημοκράτη ή/και τη χριστιανοδημοκρατία: ~ή: ένωση/κυβέρνηση. ~ό: κίνημα/κόμμα. ~ά: συνδικάτα. Βλ. σοσιαλδημοκρατικός, φιλελεύθερος. ● Ουσ.: χριστιανοδημοκρατικοί (οι): χριστιανοδημοκράτες. [< γερμ. christdemokratisch, christlich demokratische]
57365χριστιανομάχοςχρι-στια-νο-μά-χος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που εκδηλώνει έμπρακτα τα εχθρικά του αισθήματα εναντίον του χριστιανισμού. Βλ. ειδωλολάτρης, -μάχος. [< μεσν. χριστιανομάχος]
57366χριστιανόπουλοχρι-στια-νό-που-λο ουσ. (ουδ.) & χριστιανόπαιδο: παιδί χριστιανικής οικογένειας. Βλ. μουσουλμανόπαιδες, -όπουλο.
57367χριστιανορθόδοξος, η, ο χρι-στια-νορ-θό-δο-ξος επίθ.: ΘΕΟΛ. χριστιανικός και ορθόδοξος: ~η: Εκκλησία/θρησκεία/πίστη. ~ο: δόγμα.
57368χριστιανός, χριστιανήχρι-στια-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (κ. με κεφαλ. Χ) οπαδός του χριστιανισμού: ~ ορθόδοξος. Πιστός ~. Οι πρώτοι ~οί. Οι διωγμοί των ~ών. Βλ. καθολικός, κόπτης, προτεστάντης.|| Κρυφοί ~οί (= κρυπτοχριστιανοί).|| (ως επίθ.) ~οί: ιερωμένοι/μάρτυρες/μοναχοί. 2. (προφ.) πρόσωπο για το οποίο αισθανόμαστε συμπόνια, οίκτο ή μας προκαλεί αγανάκτηση, δυσφορία: Τι σου φταίει ο ~ και τον βασανίζεις; Πβ. κακομοίρης.|| Αμάν κι αυτός ο ~! Πρόσεχε λιγάκι, ~έ μου, θα με ρίξεις κάτω! Πόσες φορές θα στο πω, ~έ μου (= άνθρωπέ μου); [< μτγν. χριστιανός, μεσν. χριστιανή, γαλλ. chrétien, αγγλ. Christian]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.