Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57840-57860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57369χριστιανοσύνηχρι-στια-νο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Χ): ΕΚΚΛΗΣ. ο χριστιανισμός ως το σύνολο των χριστιανών ή ως θρησκεία: ελληνική/ορθόδοξη/ουμανιστική ~. Οι άγιοι/οι γιορτές/τα σύμβολα της ~ης. Η ~ γιορτάζει τα Χριστούγεννα/το Πάσχα. Βλ. κλήρος, -οσύνη. [< μεσν. Χριστιανωσύνη, γαλλ. chrétienté, αγγλ. christianity]
57370χριστοκεντρικός, ή, ό χρι-στο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που έχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον Χριστό: ~ός: μυστικισμός. ~ή: ερμηνεία/ζωή. ~ό: κήρυγμα. Βλ. -κεντρικός, σωτηριολογικός. [< αγγλ. christocentric]
57371χριστολογίαχρι-στο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. κλάδος που μελετά τη ζωή και διδασκαλία του Ιησού Χριστού καθώς και τις θεωρίες και τα ζητήματα που αναφέρονται στη θεία και ανθρώπινη φύση Του: ~ της Καινής Διαθήκης. Βλ. αγιο-, εκκλησιο-λογία. [< γερμ. Christologie, γαλλ. christologie, αγγλ. christology]
57372χριστολογικός, ή, ό χρι-στο-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τη χριστολογία: ~ή: διδασκαλία/ερμηνεία. ~ές: αιρέσεις (βλ. αρειαν-, μοναρχιαν-, μονοθελητ-, μονοφυσιτ-, νεστοριαν-ισμός). Σκηνές από τον ~ό κύκλο (: από τη ζωή του Χριστού). [< γερμ. christologisch, αγγλ. christological, γαλλ. christologique]
57373χριστοπαναγίεςχρι-στο-πα-να-γί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. χριστοπαναγία} (προφ.): υβριστικά λόγια, συνήθ. για τα θεία, ως εκδήλωση έντονου θυμού ή/και αγανάκτησης· κυρ. στη ● ΦΡ.: κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες: βρίζω, βλαστημώ τα θεία. ΣΥΝ. κατεβάζω/βρίζω Χριστούς και δαίμονες/Παναγίες, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια
57374ΧριστόςΧρι-στός ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. ο Υιός του Θεού, ιδρυτής του Χριστιανισμού και κεφαλή της Εκκλησίας: ο (Κύριος ημών) Ιησούς (βλ. ΙΧ)/ο Σωτήρας (βλ. ΙΧΘΥΣ) ~. Η Ανάσταση (βλ. Πάσχα)/η Βάπτιση (βλ. Φώτα)/η ενανθρώπηση ή ενσάρκωση/τα θαύματα/η θεία και ανθρώπινη φύση (βλ. περιχώρηση)/η θυσία/οι μαθητές/οι παραβολές/η Σταύρωση/το σώμα και το αίμα (βλ. Θεία Κοινωνία, μετουσίωση)/η Ταφή (βλ. αποκαθήλωση, Πανάγιος/Άγιος Τάφος) του ~ού. Πιστεύω/προσεύχομαι στον ~ό. Πβ. αλιέας/αλιεύς ανθρώπων, ο Αμνός (του Θεού), ο άρτος της ζωής, Δεσπότης, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, Θεάνθρωπος, ο Λόγος (του Θεού), Λυτρωτής, Μέγας Αρχιερέας, ο Μέγας Βασιλεύς, μεσσίας, νυμφίος, ραβί, φως ιλαρόν. Βλ. Άγιοι Τόποι, Ευαγγέλιο, Ιερά/Ιερή Παράδοση, Μεγάλη Εβδομάδα, Χριστούγεννα.|| (στην αγιογραφία:) Ο ~ Παντοκράτορας. Βλ. ο καλός ποιμήν. ● Υποκ.: Χριστούλης (ο) (συνήθ. όταν απευθυνόμαστε σε μικρό παιδί): ο μικρός/νεογέννητος ~ (: ο Χριστός βρέφος).|| Μην ανησυχείς! Ο καλός ~ θα σε βοηθήσει! Βλ. Παναγίτσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Ελκόμενος (Χριστός) βλ. ελκόμενος ● ΦΡ.: (ο) Χριστός κι (ο) Απόστολος/κι (η) Παναγία! (προφ.): προς δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αποδοκιμασίας: ~ ~! Τι είν' αυτά τα πράγματα!|| Έλα Χριστέ κι Απόστολε! Ο κόσμος είναι τρελός!, δεν καταλαβαίνω/ξέρω/ακούω Χριστό! (προφ.): τίποτα απολύτως!, είδα τον Χριστό φαντάρο! (αργκό): τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. τα είδα όλα! (2), κατά Χριστόν: ΕΚΚΛΗΣ. σύμφωνα με τη διδασκαλία του Χριστού: η ~ ~ αγάπη. Έζησε ~ ~ (βλ. όσιος)., κατεβάζω/βρίζω Χριστούς και δαίμονες/Παναγίες (προφ.): βρίζω, βλαστημώ. ΣΥΝ. κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες, προ Χριστού/μετά Χριστόν (συντομ. π.Χ., μ.Χ.): (μέθοδος χρονολόγησης στον χριστιανικό κόσμο) πριν από ή μετά τη γέννηση του Χριστού: τον 5ο αι. π.Χ. Η 2η χιλιετία μ.Χ., του Χριστού (λαϊκό): την ημέρα των Χριστουγέννων: Ήρθαν/χιόνισε (ανήμερα) ~ ~., Χριστέ μου/Χριστούλη μου! (ως επιφών.): για να δηλωθεί: (έκπληξη, δυσαρέσκεια, αποδοκιμασία:) Τι ντροπή, ~ ~!|| (παράκληση, ευχή:) Βόηθα/λυπήσου με, ~ ~!|| (φόβος:) ~ ~ (: μαμά/μανούλα μου)! ΣΥΝ. Θεέ μου!, Χριστός!: λέγεται σε κάποιον που βήχει, επειδή στραβοκατάπιε., για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! βλ. όνομα, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε βλ. φυλάω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, μετά Χριστόν προφήτης βλ. προφήτης, ο δρόμος του Θεού/του Χριστού βλ. δρόμος, περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος, Χριστός ανέστη βλ. ανασταίνω, χρυσό/Θεό/Χριστό τον έκανα βλ. χρυσός [< μτγν. Χριστός]
57375ΧριστούγενναΧρι-στού-γεν-να ουσ. (ουδ.) (τα) {Χριστουγένν-ων}: ΕΚΚΛΗΣ. η χριστιανική εορτή της γέννησης του Χριστού (στις 25 Δεκεμβρίου)· συνεκδ. η χριστουγεννιάτικη περίοδος, το δωδεκαήμερο: (ευχετ.) Ευλογημένα/ευτυχισμένα/καλά/χαρούμενα ~. Λευκά/χιονισμένα ~. Ανήμερα (τα) ~ (= του Χριστού). Την παραμονή των ~ων. Το αστέρι/τα γλυκά (βλ. κουραμπιές, μελομακάρονο)/οι διακοπές/τα δώρα/τα κάλαντα/η κουλούρα (βλ. χριστόψωμο)/η μαγεία/η νηστεία (βλ. Μικρή Αποκριά, Σαρακοστή, σαρανταήμερο)/η νύχτα/το πνεύμα/το ρεβεγιόν των ~ων. Οι καταβασίες/τα τροπάρια των ~ων. Πού θα πάτε/πώς θα περάσετε τα ~ (: τις άγιες μέρες, τις γιορτές των ~ων); Βλ. αλεξανδρινό, δεσποτική εορτή, καλικάντζαρος, Φώτα. ● ΣΥΜΠΛ.: χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων βλ. δέντρο ● ΦΡ.: κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα βλ. Πάσχα [< μεσν. Χριστούγεννα]
57376χριστουγεννιάτικος, η, ο χρι-στου-γεν-νιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Χριστούγεννα: ~ος: μποναμάς. ~η: ατμόσφαιρα (βλ. γιορτινός)/βραδιά/γαλοπούλα/Λειτουργία/πουτίγκα. ~ο: γκαλά/γλέντι/μπαζάρ/ρεβεγιόν/τραπέζι/ωράριο (καταστημάτων). ~οι: εορτασμοί. ~ες: αγορές/βιτρίνες/διακοπές/εκδηλώσεις/ευχές/κάρτες. ~α: γλυκά (: κουραμπιέδες, μελομακάρονα)/δώρα/έθιμα/κάλαντα/τραγούδια/φωτάκια. Βλ. πασχαλινός, -ιάτικος. ● Ουσ.: χριστουγεννιάτικα (τα): ενν. είδη, στολίδια. Βλ. αγγελάκι, αστέρι, γιρλάντα, γκι, λαμπιόνι, φάτνη. ● επίρρ.: χριστουγεννιάτικα 1. την ημέρα ή την περίοδο των Χριστουγέννων, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο: δουλειά ~! Βλ. πασχαλ-, πρωτοχρον-ιάτικα, χρονιάρες μέρες. 2. με χριστουγεννιάτικη διακόσμηση: τα σπίτια στολισμένα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων βλ. δέντρο
57377χριστόψαροχρι-στό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (επιστ. ονομασ. Zeus faber) με γκρίζο-πράσινο συμπιεσμένο σώμα, χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο κέντρο κάθε πλευράς του, στόμα που προεξέχει και αγκαθωτό ραχιαίο πτερύγιο· ψαρεύεται για το κρέας του. Βλ. περκόμορφα, -ψαρο. [< μεσν. χριστόψαρον]
57378χριστόψωμοχρι-στό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. εφτάζυμο στρογγυλό ψωμί με ζάχαρη και αρωματικά, που ετοιμάζεται τα Χριστούγεννα και φέρει το σύμβολο του σταυρού. Πβ. κουλούρα. Βλ. βασιλόπιτα.
57354χρίω

χρί-ζω ρ. (μτβ.) {έχρι-σε, χρί-σει, χρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρίζ-οντας, (σπάν.) -όμενος, χρι-σμένος (λόγ.) κεχρισμένος} 1. (λόγ.) εγκαθιστώ κάποιον, με επίσημη απόφαση ή τελετή, σε αξίωμα ή θέση· απονέμω τίτλο: Τον ~σαν στρατηγό/Υπουργό. ~στηκε υποψήφιος Δήμαρχος (: έλαβε το χρίσμα). Πβ. αναγορεύω, ανακηρύσσω.|| ~σθηκε ιερέας/μοναχός (: χειροτονήθηκε).|| Τον ~σε διάδοχό του (: όρισε). 2. ΕΚΚΛΗΣ. & χρίω: (για ιερέα) τελώ το μυστήριο του χρίσματος ή αλείφω, σε σχήμα σταυρού, με άγιο μύρο το μέτωπο ή/και τα χέρια πιστού. Βλ. ευχέλαιο. 3. (λόγ.) αλείφω επιφάνεια, επιχρίω. Πβ. ασβεστώνω. [< μτγν. χρίω, μεσν. χρίζω]

57379χρίωβλ. χρίζω
57380χροιάχροι-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απόχρωση, χρώμα: ερυθρή/κιτρινωπή/κυανή ~. Η ~ του δέρματος/της επιδερμίδας. 2. η ποιότητα ενός ήχου, η οποία συμβάλλει στη διάκρισή του από άλλον της ίδιας έντασης και οξύτητας: η βελούδινη/ήρεμη/ξεχωριστή ~ της φωνής της. Πβ. ηχόχρωμα.|| (ΜΟΥΣ.) Ηλεκτρονική/μεταλλική ~ (κιθάρας). 3. (μτφ.) ιδιαίτερο γνώρισμα, χαρακτηριστικό στοιχείο, που δεν είναι έντονο, αλλά μπορεί να γίνει αντιληπτό: σχόλιο με ειρωνική/κωμική ~ (βλ. ύφος). Εκδήλωση με επίσημη/κομματική/πολιτική ~ (βλ. χαρακτήρα). Λέξεις με αρνητική/ιδεολογική/συναισθηματική ~. Τα διάφορα χάπενινγκς έδωσαν στη βραδιά μια άλλη/ευχάριστη/ιδιαίτερη ~. Πβ. νότα1, πινελιά, τόνος1. [< 1: αρχ. χροιά 2,3: μτγν. ~, γαλλ. ton]
57382χρονιάχρο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. περίοδος ενός χρόνου: αποδοτική/δύσκολη/επιτυχημένη/καθοριστική/κακή ή μαύρη/καταστροφική/κρίσιμη/σημαντική ~ (για την οικονομία). Αγωνιστική/ποδοσφαιρική ~ (= σεζόν). Την επόμενη/την περσινή/τη φετινή ~. ~-σταθμός για ... ~ ανάπτυξης/εξελίξεων/σημαντικών αλλαγών. Κατά τη διάρκεια της ~ιάς. Έναρξη/λήξη της ακαδημαϊκής ~ιάς. Απολογισμός της ~ιάς. Καλύτερα από κάθε άλλη ~. Σε αντίθεση/σύγκριση/σχέση με άλλες ~ιές. Φέτος είναι η ~ μου (: η τυχερή μου ~). Έκθεση που πραγματοποιείται για δεύτερη συνεχή ~.|| (ειδικότ., ευχετ., τον πρώτο καιρό μετά την Πρωτοχρονιά) Καλή ~, με υγεία κι ευτυχία! Ευτυχισμένη/χαρούμενη ~! Να πάει καλά η (καινούργια/νέα) ~! 2. (ειδικότ.) σχολικό έτος: Κινδυνεύει να χάσει τη ~ του (= να μείνει στην ίδια τάξη).|| Έδωσε δύο ~ιές (= φορές) Πανελλαδικές. ● ΦΡ.: της χρονιάς (προφ.): για κάποιον ή κάτι που διακρίθηκε ή ξεχώρισε το χρόνο που πέρασε ή που διανύουμε: το βιβλίο/το γεγονός/το ζευγάρι/η παράσταση/η ταινία ~ ~. Ανακηρύχτηκε άνθρωπος/πρόσωπο ~ ~. Ψηφίστηκε ως το αυτοκίνητο ~ ~., της χρονιάς του (προφ.): για κάτι άσχημο που υφίσταται κάποιος σε μεγάλο βαθμό: Έφαγε (το ξύλο) ~ ~ (= ξυλοκοπήθηκε άγρια). Θ' ακούσεις ~ (= τα σχολιανά) σου!, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω
50094Χρονιά

τε-λω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. χρέωση δασμού σε εισαγόμενο προϊόν: ~ ΙΧ/μηχανής. 2. εκτελωνισμός: ~ εμπορευμάτων. Πιστοποιητικό ~ού. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Verzollung]

57383χρονιάζειχρο-νιά-ζει ρ. (αμτβ.) {χρόνια-σε, χρονιά-σει} (προφ.): (για άνθρωπο) γίνεται ενός έτους· (σπανιότ. για γεγονός) συμπληρώνει έναν χρόνο από τότε που εκδηλώθηκε: Το μωράκι δεν έχει ~σει ακόμα.|| ~σε το ατύχημα (: έκλεισε ένας χρόνος από τότε που συνέβη). ΣΥΝ. χρονίζει (2)
57385χρονιάρικος, η, ο χρο-νιά-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που είναι ενός έτους: ~ο: κατσικάκι/μωρό. ~α: μοσχάρια. Πβ. μονοετής. ΣΥΝ. χρονιάρης 2. (σπάν.) που διαρκεί ένα χρόνο: ~ο: ταξίδι. Πβ. ενιαύσιος.
57386χρονιάτικος, η, ο χρο-νιά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): ετήσιος: ~η: άδεια. Βλ. -ιάτικος, πρωτο~. ● Ουσ.: χρονιάτικο (το) (σπάν.): ετήσιο εισόδημα: Βγάζω το ~. Βλ. μεροκάματο, μηνιάτικο.
57387χρονίζωχρο-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρόνι-σε, χρονί-σει, χρονίζ-οντας, (λόγ. μτχ.) -ων, -ουσα, -ον, χρονι-σμένος} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. {συνήθ. μεσοπαθ.} συγχρονίζω: Ο επεξεργαστής έχει ~στεί να δουλεύει στα ... Hz. Κανάλι/πέντιουμ/τσιπ ~σμένο σε μεγάλη συχνότητα.|| (μτφ.) Πρέπει να ~στούμε με την πρόοδο της τεχνολογίας. 2. (σπάν.) καθυστερώ, χρονοτριβώ: Μη ~εις (: κάνε γρήγορα)! Πβ. αργοπορώ.χρονίζει (προφ.) 1. {συνήθ. στο ενεστ. θ.} (για αρνητική κατάσταση) παραμένει χωρίς επίλυση για μεγάλο χρονικό διάστημα: ~ επί μακρόν η διαδικασία/δίκη. Μην αφήνεις το θέμα να ~. Οι εκκρεμότητες/τα προβλήματα ~ουν αδικαιολόγητα/από ολιγωρία και μας ταλαιπωρούν. Πβ. διαιωνίζω, παρατείνω, πολυκαιρίζει.|| Νοσήματα που ~ουν (: γίνονται χρόνια). Βλ. υποτροπιάζω. 2. χρονιάζει. ● Μτχ.: χρονίζων , ουσα, ον (λόγ.): ~ουσα: διένεξη. ~ον: θέμα. Συσσώρευση ~όντων χρεών. Διευθετώ τα φλέγοντα και ~οντα προβλήματα. [< αρχ. χρονίζω ‘καθυστερώ, χρονοτριβώ’ 1: αγγλ. synchronize, 1910]
57388χρονικόχρο-νι-κό ουσ. (ουδ.) 1. εξιστόρηση γεγονότος κατά τη χρονική σειρά εξέλιξής του: αυτοβιογραφικό/σύντομο/φωτογραφικό ~. (στον δημοσιογραφικό λόγο, συνήθ. για δημιουργία εντύπωσης:) Το ~ της καταστροφής/πορείας των διαπραγματεύσεων.|| (κυρ. παλαιότ.) Διηγούμαι το ~ της εισβολής/της επανάστασης. Πβ. ιστορικό. 2. ΦΙΛΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) χρονολογική αφήγηση ιστορικών συμβάντων ή της ιστορίας ενός τόπου: βυζαντινό/μεσαιωνικό ~. Συγγραφή ~ών. Πβ. χρονογραφία.|| Το Α'/Β' ~ών (: ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης). 3. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) περιοδική στήλη ή εκπομπή με πληροφορίες για την επικαιρότητα. Βλ. χρονογράφημα. 4. {στον πληθ.} (συνήθ. με κεφαλ. Χ) περιοδικό που εκδίδεται από επιστημονική ένωση και αποσκοπεί στην ενημέρωση για τις εξελίξεις στο γνωστικό της πεδίο: άρθρο δημοσιευμένο στα Ιατρικά/Φιλολογικά ~ά. Βλ. δελτίο, επετηρίδα.|| (για την ιστορία, τη γλώσσα, τις παραδόσεις ενός συγκεκριμένου τόπου:) Κρητικά/Μικρασιατικά ~ά. ● ΦΡ.: στα/για τα χρονικά: στο σύνολο των επίσημα καταγεγραμμένων παρατηρήσεων που αφορούν κάποιον τομέα· συνήθ. για πρωτόγνωρο γεγονός: υπόθεση πρωτοφανής για τα ελληνικά/ιατρικά ~. Περίπτωση σπάνια στα κλινικά ~. Είναι η πρώτη φορά στα αθλητικά ~ που ... Ποτέ στα διεθνή/ιστορικά/παγκόσμια ~ δεν έχει αναφερθεί/ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. [< 1,2: μτγν. τά χρονικά 3,4: γαλλ. chronique, αγγλ. chronicle]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.