Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57840-57860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57376χριστουγεννιάτικος, η, ο χρι-στου-γεν-νιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τα Χριστούγεννα: ~ος: μποναμάς. ~η: ατμόσφαιρα (βλ. γιορτινός)/βραδιά/γαλοπούλα/Λειτουργία/πουτίγκα. ~ο: γκαλά/γλέντι/μπαζάρ/ρεβεγιόν/τραπέζι/ωράριο (καταστημάτων). ~οι: εορτασμοί. ~ες: αγορές/βιτρίνες/διακοπές/εκδηλώσεις/ευχές/κάρτες. ~α: γλυκά (: κουραμπιέδες, μελομακάρονα)/δώρα/έθιμα/κάλαντα/τραγούδια/φωτάκια. Βλ. πασχαλινός, -ιάτικος. ● Ουσ.: χριστουγεννιάτικα (τα): ενν. είδη, στολίδια. Βλ. αγγελάκι, αστέρι, γιρλάντα, γκι, λαμπιόνι, φάτνη. ● επίρρ.: χριστουγεννιάτικα 1. την ημέρα ή την περίοδο των Χριστουγέννων, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο: δουλειά ~! Βλ. πασχαλ-, πρωτοχρον-ιάτικα, χρονιάρες μέρες. 2. με χριστουγεννιάτικη διακόσμηση: τα σπίτια στολισμένα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χριστουγεννιάτικο δέντρο/δέντρο των Χριστουγέννων βλ. δέντρο
57377χριστόψαροχρι-στό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (επιστ. ονομασ. Zeus faber) με γκρίζο-πράσινο συμπιεσμένο σώμα, χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο κέντρο κάθε πλευράς του, στόμα που προεξέχει και αγκαθωτό ραχιαίο πτερύγιο· ψαρεύεται για το κρέας του. Βλ. περκόμορφα, -ψαρο. [< μεσν. χριστόψαρον]
57378χριστόψωμοχρι-στό-ψω-μο ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. εφτάζυμο στρογγυλό ψωμί με ζάχαρη και αρωματικά, που ετοιμάζεται τα Χριστούγεννα και φέρει το σύμβολο του σταυρού. Πβ. κουλούρα. Βλ. βασιλόπιτα.
57354χρίω

χρί-ζω ρ. (μτβ.) {έχρι-σε, χρί-σει, χρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρίζ-οντας, (σπάν.) -όμενος, χρι-σμένος (λόγ.) κεχρισμένος} 1. (λόγ.) εγκαθιστώ κάποιον, με επίσημη απόφαση ή τελετή, σε αξίωμα ή θέση· απονέμω τίτλο: Τον ~σαν στρατηγό/Υπουργό. ~στηκε υποψήφιος Δήμαρχος (: έλαβε το χρίσμα). Πβ. αναγορεύω, ανακηρύσσω.|| ~σθηκε ιερέας/μοναχός (: χειροτονήθηκε).|| Τον ~σε διάδοχό του (: όρισε). 2. ΕΚΚΛΗΣ. & χρίω: (για ιερέα) τελώ το μυστήριο του χρίσματος ή αλείφω, σε σχήμα σταυρού, με άγιο μύρο το μέτωπο ή/και τα χέρια πιστού. Βλ. ευχέλαιο. 3. (λόγ.) αλείφω επιφάνεια, επιχρίω. Πβ. ασβεστώνω. [< μτγν. χρίω, μεσν. χρίζω]

57379χρίωβλ. χρίζω
57380χροιάχροι-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απόχρωση, χρώμα: ερυθρή/κιτρινωπή/κυανή ~. Η ~ του δέρματος/της επιδερμίδας. 2. η ποιότητα ενός ήχου, η οποία συμβάλλει στη διάκρισή του από άλλον της ίδιας έντασης και οξύτητας: η βελούδινη/ήρεμη/ξεχωριστή ~ της φωνής της. Πβ. ηχόχρωμα.|| (ΜΟΥΣ.) Ηλεκτρονική/μεταλλική ~ (κιθάρας). 3. (μτφ.) ιδιαίτερο γνώρισμα, χαρακτηριστικό στοιχείο, που δεν είναι έντονο, αλλά μπορεί να γίνει αντιληπτό: σχόλιο με ειρωνική/κωμική ~ (βλ. ύφος). Εκδήλωση με επίσημη/κομματική/πολιτική ~ (βλ. χαρακτήρα). Λέξεις με αρνητική/ιδεολογική/συναισθηματική ~. Τα διάφορα χάπενινγκς έδωσαν στη βραδιά μια άλλη/ευχάριστη/ιδιαίτερη ~. Πβ. νότα1, πινελιά, τόνος1. [< 1: αρχ. χροιά 2,3: μτγν. ~, γαλλ. ton]
57382χρονιάχρο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. περίοδος ενός χρόνου: αποδοτική/δύσκολη/επιτυχημένη/καθοριστική/κακή ή μαύρη/καταστροφική/κρίσιμη/σημαντική ~ (για την οικονομία). Αγωνιστική/ποδοσφαιρική ~ (= σεζόν). Την επόμενη/την περσινή/τη φετινή ~. ~-σταθμός για ... ~ ανάπτυξης/εξελίξεων/σημαντικών αλλαγών. Κατά τη διάρκεια της ~ιάς. Έναρξη/λήξη της ακαδημαϊκής ~ιάς. Απολογισμός της ~ιάς. Καλύτερα από κάθε άλλη ~. Σε αντίθεση/σύγκριση/σχέση με άλλες ~ιές. Φέτος είναι η ~ μου (: η τυχερή μου ~). Έκθεση που πραγματοποιείται για δεύτερη συνεχή ~.|| (ειδικότ., ευχετ., τον πρώτο καιρό μετά την Πρωτοχρονιά) Καλή ~, με υγεία κι ευτυχία! Ευτυχισμένη/χαρούμενη ~! Να πάει καλά η (καινούργια/νέα) ~! 2. (ειδικότ.) σχολικό έτος: Κινδυνεύει να χάσει τη ~ του (= να μείνει στην ίδια τάξη).|| Έδωσε δύο ~ιές (= φορές) Πανελλαδικές. ● ΦΡ.: της χρονιάς (προφ.): για κάποιον ή κάτι που διακρίθηκε ή ξεχώρισε το χρόνο που πέρασε ή που διανύουμε: το βιβλίο/το γεγονός/το ζευγάρι/η παράσταση/η ταινία ~ ~. Ανακηρύχτηκε άνθρωπος/πρόσωπο ~ ~. Ψηφίστηκε ως το αυτοκίνητο ~ ~., της χρονιάς του (προφ.): για κάτι άσχημο που υφίσταται κάποιος σε μεγάλο βαθμό: Έφαγε (το ξύλο) ~ ~ (= ξυλοκοπήθηκε άγρια). Θ' ακούσεις ~ (= τα σχολιανά) σου!, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω
50094Χρονιά

τε-λω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. χρέωση δασμού σε εισαγόμενο προϊόν: ~ ΙΧ/μηχανής. 2. εκτελωνισμός: ~ εμπορευμάτων. Πιστοποιητικό ~ού. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Verzollung]

57383χρονιάζειχρο-νιά-ζει ρ. (αμτβ.) {χρόνια-σε, χρονιά-σει} (προφ.): (για άνθρωπο) γίνεται ενός έτους· (σπανιότ. για γεγονός) συμπληρώνει έναν χρόνο από τότε που εκδηλώθηκε: Το μωράκι δεν έχει ~σει ακόμα.|| ~σε το ατύχημα (: έκλεισε ένας χρόνος από τότε που συνέβη). ΣΥΝ. χρονίζει (2)
57385χρονιάρικος, η, ο χρο-νιά-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που είναι ενός έτους: ~ο: κατσικάκι/μωρό. ~α: μοσχάρια. Πβ. μονοετής. ΣΥΝ. χρονιάρης 2. (σπάν.) που διαρκεί ένα χρόνο: ~ο: ταξίδι. Πβ. ενιαύσιος.
57386χρονιάτικος, η, ο χρο-νιά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): ετήσιος: ~η: άδεια. Βλ. -ιάτικος, πρωτο~. ● Ουσ.: χρονιάτικο (το) (σπάν.): ετήσιο εισόδημα: Βγάζω το ~. Βλ. μεροκάματο, μηνιάτικο.
57387χρονίζωχρο-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρόνι-σε, χρονί-σει, χρονίζ-οντας, (λόγ. μτχ.) -ων, -ουσα, -ον, χρονι-σμένος} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. {συνήθ. μεσοπαθ.} συγχρονίζω: Ο επεξεργαστής έχει ~στεί να δουλεύει στα ... Hz. Κανάλι/πέντιουμ/τσιπ ~σμένο σε μεγάλη συχνότητα.|| (μτφ.) Πρέπει να ~στούμε με την πρόοδο της τεχνολογίας. 2. (σπάν.) καθυστερώ, χρονοτριβώ: Μη ~εις (: κάνε γρήγορα)! Πβ. αργοπορώ.χρονίζει (προφ.) 1. {συνήθ. στο ενεστ. θ.} (για αρνητική κατάσταση) παραμένει χωρίς επίλυση για μεγάλο χρονικό διάστημα: ~ επί μακρόν η διαδικασία/δίκη. Μην αφήνεις το θέμα να ~. Οι εκκρεμότητες/τα προβλήματα ~ουν αδικαιολόγητα/από ολιγωρία και μας ταλαιπωρούν. Πβ. διαιωνίζω, παρατείνω, πολυκαιρίζει.|| Νοσήματα που ~ουν (: γίνονται χρόνια). Βλ. υποτροπιάζω. 2. χρονιάζει. ● Μτχ.: χρονίζων , ουσα, ον (λόγ.): ~ουσα: διένεξη. ~ον: θέμα. Συσσώρευση ~όντων χρεών. Διευθετώ τα φλέγοντα και ~οντα προβλήματα. [< αρχ. χρονίζω ‘καθυστερώ, χρονοτριβώ’ 1: αγγλ. synchronize, 1910]
57388χρονικόχρο-νι-κό ουσ. (ουδ.) 1. εξιστόρηση γεγονότος κατά τη χρονική σειρά εξέλιξής του: αυτοβιογραφικό/σύντομο/φωτογραφικό ~. (στον δημοσιογραφικό λόγο, συνήθ. για δημιουργία εντύπωσης:) Το ~ της καταστροφής/πορείας των διαπραγματεύσεων.|| (κυρ. παλαιότ.) Διηγούμαι το ~ της εισβολής/της επανάστασης. Πβ. ιστορικό. 2. ΦΙΛΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) χρονολογική αφήγηση ιστορικών συμβάντων ή της ιστορίας ενός τόπου: βυζαντινό/μεσαιωνικό ~. Συγγραφή ~ών. Πβ. χρονογραφία.|| Το Α'/Β' ~ών (: ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης). 3. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) περιοδική στήλη ή εκπομπή με πληροφορίες για την επικαιρότητα. Βλ. χρονογράφημα. 4. {στον πληθ.} (συνήθ. με κεφαλ. Χ) περιοδικό που εκδίδεται από επιστημονική ένωση και αποσκοπεί στην ενημέρωση για τις εξελίξεις στο γνωστικό της πεδίο: άρθρο δημοσιευμένο στα Ιατρικά/Φιλολογικά ~ά. Βλ. δελτίο, επετηρίδα.|| (για την ιστορία, τη γλώσσα, τις παραδόσεις ενός συγκεκριμένου τόπου:) Κρητικά/Μικρασιατικά ~ά. ● ΦΡ.: στα/για τα χρονικά: στο σύνολο των επίσημα καταγεγραμμένων παρατηρήσεων που αφορούν κάποιον τομέα· συνήθ. για πρωτόγνωρο γεγονός: υπόθεση πρωτοφανής για τα ελληνικά/ιατρικά ~. Περίπτωση σπάνια στα κλινικά ~. Είναι η πρώτη φορά στα αθλητικά ~ που ... Ποτέ στα διεθνή/ιστορικά/παγκόσμια ~ δεν έχει αναφερθεί/ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. [< 1,2: μτγν. τά χρονικά 3,4: γαλλ. chronique, αγγλ. chronicle]
57389χρονικογράφοςχρο-νι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας χρονικού: (παλαιότ.) ~ μιας εκστρατείας/της Επανάστασης. Αρχαίοι/βυζαντινοί ~οι. Βλ. ιστοριογράφος. ΣΥΝ. χρονογράφος (1) [< γαλλ. chroniqueur]
57390χρονικός, ή, ό χρο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον χρόνο: ~ή: απόσταση/σειρά/συγκυρία. ~ό: βάθος/παρόν/σημείο. ~οί: παλμοί ρολογιού. ~ές: βάσεις δεδομένων. ~ και οικονομικός προγραμματισμός έργων. Τα πράγματα ήταν δύσκολα τη δεδομένη/συγκεκριμένη ~ή στιγμή/περίοδο. Μας έχουν αφήσει ένα εύλογο ~ό όριο/περιθώριο. Στενά χωρικά και ~ά πλαίσια για την υλοποίηση της μελέτης (: χωροχρονικά). Βλ. α~, ανα~, δια~, συγ~, υπερ~.|| (ΓΡΑΜΜ., που δηλώνει χρόνο:) ~ός: προσδιορισμός. ~ό: επίρρημα (π.χ. νωρίς, παλιά). ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. όταν, μόλις, πριν). ~ές: προτάσεις. (Με αναφορά στον χρόνο του ρήματος:) ~ή: αντικατάσταση/αύξηση. ● επίρρ.: χρονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χρονικό διάστημα βλ. διάστημα, χρονικός ορίζοντας βλ. ορίζοντας ● ΦΡ.: σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα βλ. διάστημα [< μτγν. χρονικός]
57391χρονικοϋποθετικός, ή, ό χρο-νι-κο-ϋ-πο-θε-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που εκφράζει χρόνο και υπόθεση: ~ός: σύνδεσμος (π.χ. "όταν"). ~ή: πρόταση.
57392χρόνιος, α, ο χρό-νι-ος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. χρονία} 1. ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εμφανίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να παρουσιάζει οξύτητα: ~ος: βήχας. ~α: ασθένεια/βρογχίτιδα/νόσος/ωτίτιδα. ~ο: άσθμα. ~ες: αλλεργίες/διαταραχές/παθήσεις/φοβίες. ΑΝΤ. οξύς (1), παροξυσμικός 2. (αρνητ. συνυποδ.) που διαρκεί εδώ και πολύ χρόνο: ~ος: αλκοολισμός/(οικονομικός) μαρασμός. ~α: ανεργία/διαμάχη/καθήλωση σε αναπηρικό καροτσάκι/λήψη κορτιζόνης/χορήγηση φαρμάκων/χρήση ναρκωτικών. Πβ. μακρο~, πολυ~.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ. που έχει ~α συνήθεια) ~ος: καπνιστής. ● επίρρ.: χρονίως ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια βλ. αποφρακτικός [< αρχ. χρόνιος, γαλλ. chronique, αγγλ. chronic]
57393χρονιότηταχρο-νι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του χρόνιου: η ~ του άσθματος/της νόσου/της πάθησης/των συμπτωμάτων. Βλ. σοβαρ-, συχν-ότητα. [< μτγν. χρονιότης ‘μακρά διάρκεια’, γαλλ. chronicité, αγγλ. chronicity]
57394χρονισμόςχρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. επιλογή της κατάλληλης στιγμής για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος: ακριβής/άψογος/λάθος ~. ~ διαδικασιών/κινήσεων (= συγχρονισμός). Όλα εξαρτώνται από τον σωστό ~ό (= τάιμινγκ).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ αγορών χρηματιστηρίου. Βλ. ανα~, ετερο~, ταυτο~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. συχρονισμός των λειτουργιών υπολογιστή ή άλλου ηλεκτρονικού συστήματος: ~ δικτυακών συσκευών/κινούμενων εικόνων/υπότιτλων (με βίντεο). Κύκλωμα/ταχύτητα ~ού. Κάρτα μνήμης που υποστηρίζει ~ούς ... Hz. Βλ. υπερ~. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε κινητήρα εσωτερικής καύσης) ρύθμιση των κινήσεων των βαλβίδων και του άξονα, ώστε να διαδέχονται άμεσα η μία την άλλη, και να επιτυγχάνεται έτσι η μεγαλύτερη δυνατή ισχύς: μεταβαλλόμενος/μεταβλητός/στατικός ~ αντλίας. ~ ανάφλεξης (= αβάνς)/έγχυσης. Βλ. -ισμός. [< μτγν. χρονισμός ‘χρονοτριβή, παρατεταμένη διάρκεια’ 1,3: αγγλ. timing 2: αγγλ. clocking, 1964]
57395χρονο1- & χρονό- & χρον-: το ουσιαστικό χρόνος ως α' συνθετικό λέξεων: χρονό-μετρο. Χρονο-καθυστέρηση/~χρέωση. Χρονο-διάγραμμα.|| Χρονο-τριβή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.