Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57860-57880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57389χρονικογράφοςχρο-νι-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας χρονικού: (παλαιότ.) ~ μιας εκστρατείας/της Επανάστασης. Αρχαίοι/βυζαντινοί ~οι. Βλ. ιστοριογράφος. ΣΥΝ. χρονογράφος (1) [< γαλλ. chroniqueur]
57390χρονικός, ή, ό χρο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον χρόνο: ~ή: απόσταση/σειρά/συγκυρία. ~ό: βάθος/παρόν/σημείο. ~οί: παλμοί ρολογιού. ~ές: βάσεις δεδομένων. ~ και οικονομικός προγραμματισμός έργων. Τα πράγματα ήταν δύσκολα τη δεδομένη/συγκεκριμένη ~ή στιγμή/περίοδο. Μας έχουν αφήσει ένα εύλογο ~ό όριο/περιθώριο. Στενά χωρικά και ~ά πλαίσια για την υλοποίηση της μελέτης (: χωροχρονικά). Βλ. α~, ανα~, δια~, συγ~, υπερ~.|| (ΓΡΑΜΜ., που δηλώνει χρόνο:) ~ός: προσδιορισμός. ~ό: επίρρημα (π.χ. νωρίς, παλιά). ~οί: σύνδεσμοι (π.χ. όταν, μόλις, πριν). ~ές: προτάσεις. (Με αναφορά στον χρόνο του ρήματος:) ~ή: αντικατάσταση/αύξηση. ● επίρρ.: χρονικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χρονικό διάστημα βλ. διάστημα, χρονικός ορίζοντας βλ. ορίζοντας ● ΦΡ.: σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα βλ. διάστημα [< μτγν. χρονικός]
57391χρονικοϋποθετικός, ή, ό χρο-νι-κο-ϋ-πο-θε-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που εκφράζει χρόνο και υπόθεση: ~ός: σύνδεσμος (π.χ. "όταν"). ~ή: πρόταση.
57392χρόνιος, α, ο χρό-νι-ος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. χρονία} 1. ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εμφανίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να παρουσιάζει οξύτητα: ~ος: βήχας. ~α: ασθένεια/βρογχίτιδα/νόσος/ωτίτιδα. ~ο: άσθμα. ~ες: αλλεργίες/διαταραχές/παθήσεις/φοβίες. ΑΝΤ. οξύς (1), παροξυσμικός 2. (αρνητ. συνυποδ.) που διαρκεί εδώ και πολύ χρόνο: ~ος: αλκοολισμός/(οικονομικός) μαρασμός. ~α: ανεργία/διαμάχη/καθήλωση σε αναπηρικό καροτσάκι/λήψη κορτιζόνης/χορήγηση φαρμάκων/χρήση ναρκωτικών. Πβ. μακρο~, πολυ~.|| (κατ' επέκτ., για πρόσ. που έχει ~α συνήθεια) ~ος: καπνιστής. ● επίρρ.: χρονίως ● ΣΥΜΠΛ.: χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια βλ. αποφρακτικός [< αρχ. χρόνιος, γαλλ. chronique, αγγλ. chronic]
57393χρονιότηταχρο-νι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του χρόνιου: η ~ του άσθματος/της νόσου/της πάθησης/των συμπτωμάτων. Βλ. σοβαρ-, συχν-ότητα. [< μτγν. χρονιότης ‘μακρά διάρκεια’, γαλλ. chronicité, αγγλ. chronicity]
57394χρονισμόςχρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. επιλογή της κατάλληλης στιγμής για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος: ακριβής/άψογος/λάθος ~. ~ διαδικασιών/κινήσεων (= συγχρονισμός). Όλα εξαρτώνται από τον σωστό ~ό (= τάιμινγκ).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ αγορών χρηματιστηρίου. Βλ. ανα~, ετερο~, ταυτο~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. συχρονισμός των λειτουργιών υπολογιστή ή άλλου ηλεκτρονικού συστήματος: ~ δικτυακών συσκευών/κινούμενων εικόνων/υπότιτλων (με βίντεο). Κύκλωμα/ταχύτητα ~ού. Κάρτα μνήμης που υποστηρίζει ~ούς ... Hz. Βλ. υπερ~. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε κινητήρα εσωτερικής καύσης) ρύθμιση των κινήσεων των βαλβίδων και του άξονα, ώστε να διαδέχονται άμεσα η μία την άλλη, και να επιτυγχάνεται έτσι η μεγαλύτερη δυνατή ισχύς: μεταβαλλόμενος/μεταβλητός/στατικός ~ αντλίας. ~ ανάφλεξης (= αβάνς)/έγχυσης. Βλ. -ισμός. [< μτγν. χρονισμός ‘χρονοτριβή, παρατεταμένη διάρκεια’ 1,3: αγγλ. timing 2: αγγλ. clocking, 1964]
57395χρονο1- & χρονό- & χρον-: το ουσιαστικό χρόνος ως α' συνθετικό λέξεων: χρονό-μετρο. Χρονο-καθυστέρηση/~χρέωση. Χρονο-διάγραμμα.|| Χρονο-τριβή.
57396χρονο2-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο χρονογράφημα ή στη χρονογραφία: ~γραφικός/~γράφος.
57397χρονοαπόστασηχρο-νο-α-πό-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η σχέση μεταξύ χρόνου και απόστασης που αφορά σε δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή σημεία: ~ μεταξύ διαδοχικών λεωφορείων/συρμών. Μειώθηκε η ~ μεταξύ των δύο πόλεων. [< αγγλ. time distance, 1936]
57398χρονοβιολογίαχρο-νο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μελέτη των βιορυθμών, προσδιορισμός του καταλληλότερου βιολογικά χρόνου για τις καθημερινές ασχολίες· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος. [< αγγλ. chronobiology, 1969, γαλλ. chronobiologie, 1969]
57399χρονοβόρος, α/ος, ο χρο-νο-βό-ρος επίθ. (λόγ.): που χρειάζεται πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί: ~α: δίκη/εξέταση/έρευνα. ~ο: φαγητό (: ως προς την ετοιμασία του· πβ. μπελαλίδικος). ~ες: καθυστερήσεις/λίστες αναμονής. Ιδιαίτερα αναποτελεσματική/σύνθετη και ~ος διαδικασία. Βλ. ενεργοβόρος, σύντομος. ● επίρρ.: χρονοβόρα [< αγγλ. time-consuming]
57400χρονογράφημαχρο-νο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΛΟΓΟΤ. είδος έντεχνου πεζού λόγου, σύντομο συνήθ. λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο δημοσιεύεται στον Τύπο και σχολιάζει με εύθυμο συνήθ. τρόπο την επικαιρότητα: ηθογραφικό/ιστορικό/πολιτικό/σκωπτικό ~. Στήλη ~ατος. Βλ. άρθρο, -γράφημα, επιφυλλίδα, ευθυμογράφημα, κριτική, χρονικό.
57401χρονογραφίαχρο-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΦΙΛΟΛ. λαϊκό ανάγνωσμα, είδος συνοπτικής ιστοριογραφίας σε δημώδη γλώσσα, στο οποίο τα γεγονότα παρατίθενται σε χρονολογική σειρά: σύντομη ~. Πβ. χρονικό. Βλ. -γραφία. [< μτγν. χρονογραφία, γαλλ. chronographie, αγγλ. chronography]
57402χρονογραφικός, ή, ό χρο-νο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρονογραφία ή τον χρονογράφο: (ΦΙΛΟΛ.) ~ό: είδος/έργο.|| (ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) ~ή: στήλη.
57403χρονογράφοςχρο-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. συγγραφέας χρονογραφίας: μεσαιωνικός ~. Βλ. ιστορικός. ΣΥΝ. χρονικογράφος 2. (κυρ. παλαιότ.) συντάκτης χρονογραφήματος: (τακτικός) ~ εφημερίδας/περιοδικού. Βλ. -γράφος, κριτικός. [< 1: μτγν. χρονογράφος, γαλλ. chronographe, αγγλ. chronographer 2: γαλλ. chroniqueur]
57404χρονογράφοςχρο-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. χρονομετρικός μηχανισμός· ρολόι με χρονόμετρο: αυτόματος/ψηφιακός ~ πολλαπλών μετρήσεων.|| (κατ΄επέκτ.) Αδιάβροχος/ατσάλινος ~. Βλ. βυθό-, ταχύ-μετρο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. συσκευή που χρησιμοποιείται στις αστρονομικές παρατηρήσεις για την ακριβή καταγραφή του χρόνου. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. chronographe, αγγλ. chronograph]
57405χρονογραφώ[χρονογραφῶ] χρο-νο-γρα-φώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρονογραφ-εί, -ώντας | χρονογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. συγγράφω χρονογράφημα: ~εί σε εφημερίδα. 2. εξιστορώ με τη μορφή χρονογραφίας: ~εί την περίοδο του πολέμου. Βλ. -γραφώ. [< 2: μτγν. χρονογραφῶ]
57406χρονοδιάγραμμαχρο-νο-δι-ά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (επίσ.) σχέδιο ή πρόγραμμα σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, με τα στάδια που προβλέπονται κυρ. για την πραγματοποίηση στόχου ή εργασίας κατά χρονική και αξιολογική σειρά: αναλυτικό/ασφυκτικό/ετήσιο/μακροπρόθεσμο ~. ~ δραστηριοτήτων/εκπόνησης μελέτης/εμβολιασμών/εργασιών/σπουδών. ~ αποπληρωμής χρεών/διεξαγωγής διαγωνισμού/εξαμήνου/παράδοσης των κατοικιών. Αναπτυξιακά ~ατα. Το ~ των διαλέξεων/συνεδριάσεων. Έργα βάσει ~ατος. Τα ~ατα των δρομολογίων (των λεωφορείων)/πτήσεων. Δεσμεύτηκε με ~. Παρεκκλίνω του ~ατος. Βλ. ατζέντα, οργανόγραμμα. 2. (κατ΄επέκτ.) το χρονικό περιθώριο, ο χρόνος που έχει δοθεί για την υλοποίηση έργου: παράταση/τήρηση/υπέρβαση του ~ατος. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν εντός του προβλεπομένου/συμφωνηθέντος ~ατος. Πβ. προθεσμία, χρονικός ορίζοντας. [< αγγλ. timetable]
57407χρονοδιακόπτηςχρο-νο-δι-α-κό-πτης ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. διακόπτης που ενεργοποιείται αυτόματα σε προκαθορισμένο χρόνο: αναλογικός/εβδομαδιαίος/ενσωματωμένος/ηλεκτρονικός/προγραμματιζόμενος/ρυθμιζόμενος/ψηφιακός ~. ~ εικοσιτετράωρης λειτουργίας. (σε τηλεόραση) ~ αφύπνισης/ύπνου. Ο ~ του καλοριφέρ/κλιματιστικού. Ηχητικό/οπτικό σήμα ~η. Θερμοσίφωνας/σύστημα ποτίσματος/φώτα με ~η. Βλ. θερμοστάτης, χρονομετρητής. [< αγγλ. time switch, 1902]
57408χρονοεπίδομαχρο-νο-ε-πί-δο-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): (σε δημόσιους υπαλλήλους) επίδομα χρόνου υπηρεσίας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.