Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57880-57900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57409χρονοθυρίδαχρο-νο-θυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τακτικά επαναλαμβανόμενο χρονικό διάστημα κατά το οποίο δύο συσκευές ή δίκτυα μπορούν να διασυνδεθούν. 2. δικαίωμα αεροπλάνου να προσγειωθεί σε συγκεκριμένο διάδρομο αεροδρομίου μία δεδομένη ώρα. [< αγγλ. time slot, 1962]
57410χρονοκαθυστέρησηχρο-νο-κα-θυ-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που παρατείνει την έναρξη μηχανολογικής λειτουργίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. για λόγους ασφάλειας: ελεγχόμενη/τηλεχειριζόμενη ~. Χρηματοκιβώτιο με ~. Διακόπτης/κλειδαριά/κύκλωμα/μηχανισμός ~ης. 2. (σπάν.-οικ.) καθυστέρηση, αργοπορία: μεταρρυθμίσεις με ~. [< 1: αγγλ. retard, 1932]
57411χρονοκάρταχρο-νο-κάρ-τα ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. κάρτα προπληρωμένου χρόνου τηλεφωνικής συνομιλίας ή διαδικτυακής σύνδεσης: ~ αξίας ... ευρώ. ~ες για κλήσεις εξωτερικού. Βλ. καρτοκινητό, τηλεκάρτα.
57412χρονοκάψουλαχρο-νο-κά-ψου-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. περιέκτης στον οποίο έχουν αποθηκευτεί επιλεγμένα αντικείμενα, αντιπροσωπευτικά του πολιτισμού μιας χρονικής περιόδου, προκειμένου να διασωθούν για τις επόμενες γενιές. [< αγγλ. time capsule, 1938]
57413χρονολόγησηχρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρονολογώ: ακριβής/μεταγενέστερη ~. ~ αρχαιολογικών ευρημάτων/ιζημάτων με θερμοφωταύγεια/ραδιοϊσότοπα/φθόριο. ~ πετρωμάτων. ~ και έλεγχος αυθεντικότητας έργων τέχνης/μνημείου. Γεωλογικές/εργαστηριακές/επιστημονικές ~ήσεις. Βλ. γεω~, μετα~, προ~, ραδιο~.|| (Ενιαία) ~ με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού. Η αρχαία/χριστιανική ~. Το σύστημα ~ης. Πβ. χρονολογία. ● ΦΡ.: χρονολόγηση με άνθρακα-14 βλ. άνθρακας [< γερμ. Datierung]
57414χρονολογίαχρο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {χρονολογι-ών} 1. το έτος εκδήλωσης ενός συμβάντος: ιστορική/πρόσφατη/σημαδιακή ~. (ως παραθετικό σύνθ.) ~-κλειδί/σταθμός. ~ ανέγερσης κτιρίου/αποφοίτησης/έκδοσης/ίδρυσης (του σχολείου)/θανάτου/κυκλοφορίας (της εφημερίδας)/συγγραφής (του βιβλίου). Ταξινόμηση κατά σειρά ~ας (: χρονολογική σειρά). Πίνακας ~ών. Ως πιθανή ~ αναφέρεται το ... Ποιας ~ας είναι το ... (: πότε χρονολογείται); Πβ. χρονιά, χρόνος. Βλ. ημερομηνία, τοπο~. 2. χρονικός καθορισμός· συνεκδ. χρονολόγηση: άγνωστη/ακριβής/επιβεβαιωμένη ~. Επαλήθευση/υπολογισμός ~ας. Επισήμανση/σύγκριση ~ών.|| Η αρχή της μουσουλμανικής/χριστιανικής ~ας. 3. αριθμητική αναγραφή του χρονικού προσδιορισμού γεγονότος, συνήθ. του έτους κατά το οποίο συνέβη: ανάγλυφη/καταχωρημένη ~. Δεν αναγράφεται η ~ κατασκευής. Γράψτε τη ~ και τον τόπο γέννησής σας. Βλ. -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: ακραίες χρονολογίες: το αρχικό και τελικό έτος μιας χρονικής περιόδου κατά την οποία εκδηλώνεται κάτι: οι ~ ~ των αρχείων., βέβαιη χρονολογία & (λόγ.) βεβαία χρονολογία: ΝΟΜ. δηλωτική της ισχύος ενός εγγράφου: ~ ~ σύμβασης. Συμφωνητικό/υπεύθυνη δήλωση που φέρει ~ ~. [< μεσν. χρονολογία, γαλλ. chronologie, αγγλ. chronology]
57415χρονολογικός, ή, ό χρο-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρονολόγηση ή τη χρονολογία: ~ός: προσδιορισμός. Ευρήματα που ανήκουν στον ίδιο ~ό ορίζοντα/καλύπτουν ευρύ ~ό φάσμα.|| ~ός: κατάλογος/πίνακας ιστορικών γεγονότων/χάρτης. ~ή: αναζήτηση/αφετηρία/αφήγηση/διαφορά/ηλικία/κατάταξη. ~ό: αρχείο/βιογραφικό/έτος/ευρετήριο/όριο. Τα παλαιότερα από ~ή άποψη στοιχεία. Κατά/με ~ή σειρά. ~ό και γενεαλογικό δένδρο. ● επίρρ.: χρονολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. chronologique, αγγλ. chronological]
57416χρονολόγιοχρο-νο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): πίνακας γεγονότων κατά χρονολογική σειρά: ~ της Ελληνικής Ιστορίας/των Ολυμπιακών Αγώνων. Βλ. -λόγιο.
57417χρονολογώ[χρονολογῶ] χρο-νο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {χρονολογ-είς ..., -ώντας | χρονολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. προσδιορίζω χρονικά εύρημα ή ιστορικό συμβάν: Οι αρχαιολόγοι ~ούν τα μνημεία κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Εκστρατεία που ~είται το ... Πολιτισμός που η ύπαρξή του ~ήθηκε το ... π.Χ. Πότε ~είται το χειρόγραφο (: πότε γράφτηκε); Τα ευρήματα έχουν ~ηθεί με τη μέθοδο του άνθρακα-14. 2. σημειώνω σε επίσημο έγγραφο την ημερομηνία κατάθεσης ή/και υπογραφής του: Υπέγραψε και ~ησε τη διαθήκη/συμφωνία. Η αίτηση/βεβαίωση ~ήθηκε. Βλ. -λογώ, μετα~, προ~. [< 1: μεσν. χρονολογώ 2: γαλλ. dater, γερμ. datieren]
57418χρονομερίδιοχρο-νο-με-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): η κυριότητα ή το δικαίωμα χρήσης τουριστικού καταλύματος για συγκεκριμένη περίοδο κάθε χρόνο, όχι μικρότερη της μίας εβδομάδας: αγορές/μεταπωλήσεις ~ίων. [< αγγλ. time-sharing, 1976]
57419χρονομεριστικός, ή, ό χρο-νο-με-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη χρονομεριστική μίσθωση: ~ή: ιδιοκτησία (ακινήτων). ~ό: θέρετρο. ~ές: συμβάσεις. ~ά: δωμάτια. ● ΣΥΜΠΛ.: χρονομεριστική μίσθωση & (σπάν.) χρονομετρική μίσθωση: ενοικίαση τουριστικού καταλύματος για συγκεκριμένη περίοδο κάθε χρόνο, όχι μικρότερη της μίας εβδομάδας: διακοπές με ~ ~. Πβ. χρονομίσθωση. [< αγγλ. time-sharing, 1976]
57420χρονομετράωβλ. χρονομετρώ
57421χρονομέτρης

χρο-νο-μέ-τρης ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. {θηλ. χρονομέτρης} υπεύθυνος για τη χρονομέτρηση, κυρ. σε αθλητικούς αγώνες: οι ~ες του ματς/ράλι. Βλ. αγωνοδίκης, επόπτης, κριτής, παρατηρητής, σημειωτής, -μέτρης.|| (για εταιρεία ρολογιών που αναλαμβάνει τη χρονομέτρηση σε αθλητικά γεγονότα:) Επίσημος ~ του τουρνουά ... ΣΥΝ. χρονομετρητής (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. χρονόμετρο. [< 1: γαλλ. chronométreur]

57422χρονομέτρησηχρο-νο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρονομετρώ: αντίστροφη/ηλεκτρονική ~. ~ της ταχύτητας (ενός οχήματος). ~ σε τεστ φυσικής κατάστασης.|| (ΑΘΛ.) Ατομική/ομαδική ~. ~ αγώνα. ~ δρομέων/κολυμβητών/ποδηλατών. Βλ. -μέτρηση. [< γαλλ. chronométrage]
57423χρονομετρητήςχρο-νο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που ρυθμίζει ή ενεργοποιεί αυτόματα τη λειτουργία συσκευής σε καθορισμένο χρόνο: ηλεκτρικός ~. Φούρνος με ρολόι-~ή. Βλ. χρονοδιακόπτης, χρονόμετρο, -μετρητής. 2. χρονομέτρης. [< 1: αγγλ. timer, 1908, γαλλ. temporisateur, περ. 1950]
57424χρονομετρίαχρο-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μέτρηση του χρόνου με ακρίβεια και με τη χρήση κατάλληλων οργάνων. Βλ. -μετρία. [< γερμ. Chronometrie, γαλλ. chronométrie]
57425χρονομετρικός, ή, ό χρο-νο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρονομετρία: ~ή: ακρίβεια. ~ές: συσκευές. ~ά: όργανα (βλ. κλεψύδρα, ρολόι, χρονόμετρο). ● ΣΥΜΠΛ.: χρονομεριστική μίσθωση βλ. χρονομεριστικός [< γαλλ. chronométrique, αγγλ. chronometric]
57426χρονόμετροχρο-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη, όργανο ή συσκευή μέτρησης (και ένδειξης) της χρονικής διάρκειας ενέργειας ή δραστηριότητας: αναλογικό/ατομικό/αυτόματο/ηλεκτρονικό/ναυτικό/σκακιστικό/ψηφιακό ~. ~ αντίστροφης μέτρησης/με ηχητικό σήμα/χεριού. Ρολόι-~. Το ~ του γηπέδου. Το ~ κατέγραψε ... Κρατώ ~ (= χρονομετρώ). Μηδενίζω/σταματώ το ~. ΣΥΝ. χρονομέτρης. Βλ. μετρητής, μετρονόμος, πολυδονητής.|| (μτφ., χρόνος:) Υπό την πίεση του χρονομέτρου. Με αντίπαλο το ~. Βλ. -μετρο. ● ΦΡ.: έσπασε τα χρονόμετρα & τρέλανε τα χρονόμετρα (μτφ., κυρ. σε αγώνες ταχύτητας): ΑΘΛ. σημείωσε εντυπωσιακή επίδοση: (για δρομέα) ~ ~ (= τα κοντέρ, το ρεκόρ) στα ... μέτρα. (για πιλότο της φόρμουλα 1 ή για αγωνιστικό αυτοκίνητο) ~ ~ στα δοκιμαστικά., με το χρονόμετρο (μτφ.): με απόλυτη ακρίβεια: Κάνει/κανονίζει τα πάντα ~ ~. Πβ. με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. [< γαλλ. chronomètre, αγγλ. chronometer]
57427χρονομετρώ[χρονομετρῶ] χρο-νο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {χρονομετρ-άς (σπάν.) -είς ..., -ώντας | χρονομέτρ-ησα, -ήσει, -είται (σπάν.) -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} & χρονομετράω: μετρώ με ακρίβεια τη χρονική διάρκεια ενέργειας ή δραστηριότητας, κυρ. με τη χρήση χρονομέτρου: ~ησε την απόσταση. ~ούμενη: διαδρομή.|| (ΑΘΛ.) ~ήθηκαν οι δρομείς/κολυμβητές. ~ημένος: γύρος. ~ημένα: δοκιμαστικά (φόρμουλας 1). Βλ. -μετρώ. [< γαλλ. chronométrer]
57428χρονομηχανήχρο-νο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): μηχανή επιστημονικής φαντασίας, που μπορεί να μεταφέρει κάποιον στο παρελθόν ή το μέλλον. Βλ. χρονοκάψουλα, -μηχανή. ΣΥΝ. μηχανή του χρόνου [< αγγλ. time machine]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.