Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57900-57920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57429χρονομίσθωσηχρο-νο-μί-σθω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μίσθωση ιδιοκτησίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: ~ αυτοκινήτων/διαμερισμάτων/σπιτιού. Πβ. λίζινγκ, χρονομεριστική μίσθωση.
57430χρονοναύλωσηχρο-νο-ναύ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ναύλωση κατά την οποία ο ναυλωτής ενοικιάζει ένα σκάφος, με το πλήρωμα και τον εξοπλισμό του, για ορισμένο χρόνο: διετής ~. [< αγγλ. time charter(ing)]
57431χρονοντούλαποχρο-νο-ντού-λα-πο ουσ. (ουδ.) (προφ.): συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το χρονοντούλαπο της Ιστορίας: για κάτι που έχει ξεχαστεί και αποτελεί μόνο ιστορική αναφορά: Ονόματα που έχουν κλειστεί/μπει στο ~ ~. Πβ. λήθη, παρελθόν.
57432χρόνοςχρό-νος ουσ. (αρσ.) {χρόν-οι κ. ουδ. -ια} 1. ΦΥΣ. διάσταση η οποία εκφράζει ακολουθία γεγονότων που εκδηλώνονται στις διαστάσεις του χώρου: συντονισμένος παγκόσμιος ~ (: βάσει της ώρας Γκρίνουιτς). ~ ζώνης (: ο ~ κάθε χώρας, ο οποίος διαφέρει συνήθ. από τον παγκόσμιο κατά μία ή περισσότερες ώρες). Επίγειος ~ (: βάσει της κίνησης των σωμάτων του ηλιακού συστήματος).|| (ΦΥΣ.) Η διαστολή/έννοια/σχετικότητα του ~ου. Ανάλυση/μέτρηση του ~ου. Μεταβολή συναρτήσει του ~ου. Βλ. χωρόχρονος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Διεθνής ατομικός ~ (: με βάση το δευτερόλεπτο). 2. (γενικότ.) αλληλουχία γεγονότων: τα ίχνη/η ροή/τα σημάδια του ~ου. Με την πάροδο/το πέρασμα του ~ου ... (μτφ.) Ο ~ δεν γυρνά πίσω/είναι ο καλύτερος γιατρός (: απαλύνει τον πόνο)/κυλά/σταμάτησε τη στιγμή που .../τρέχει (: περνάει γρήγορα)/φεύγει. Ο ~ θα δείξει αν ... Ομορφιά ανεξίτηλη στον ~ο. Βλ. παρόν, παρελθόν, μέλλον. 3. διάστημα αόριστο ή σαφώς προσδιορισμένο, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ δύο συμβάντων ή διατίθεται, για να γίνει κάτι: Πέρασε πολύς ~ από τότε που ...|| Ανεκμετάλλευτος/χαμένος ~. Εξοικονόμηση/στενότητα ~ου. Οργάνωση του ~ου. Ο ~ δεν μας παίρνει/φτάνει. Μας πιέζει ο ~. Δεν υπάρχει ~ για χάσιμο. Χάθηκε πολύτιμος ~. Ελλείψει ~ου και χρήματος δεν θα έρθουμε. Εξαντλώ τον ~ο (: τα χρονικά περιθώρια). Έχω άφθονο ~ο στη διάθεσή μου. Δώσε μου λίγο ~ο. Πώς περνάς τον ~ο σου; Εκμεταλλεύομαι σωστά/σπαταλώ τον ~ο μου. Δεν θα μου πάρει πολύ ~ο να ... (μτφ.) Μάχη με τον ~ο.|| (σε εξέταση:) Πόσο ~ο έχουμε (ακόμα); Τέλος ~ου. Πβ. καιρός, ώρα. 4. διάρκεια ενέργειας: (μέσος/συνολικός) ~ αναμονής/εξυπηρέτησης/επεξεργασίας/ζωής/φοίτησης. Συμβατικός ~ μίσθωσης. Δωρεάν ~ πρόσβασης στο ίντερνετ. Σύμβαση αορίστου ~ου. Αύξηση του εβδομαδιαίου εργάσιμου ~ου. Ανανέωση/κάρτες προπληρωμένου ~ου ομιλίας. 5. συγκεκριμένο χρονικό σημείο εκδήλωσης ή εκτέλεσης ενέργειας: ο ~ άφιξης/εκκίνησης υπολογιστή/λήξης. Οι ακριβείς ~οι των δρομολογίων. Τήρηση των συμφωνημένων ~ων παράδοσης. Πβ. ημερομηνία, ώρα.|| Ανακοίνωση του τόπου και του ~ου διεξαγωγής του συνεδρίου. Καθυστερήσεις στους ~ους πληρωμής.|| Ποιον ~ο ιδρύθηκε το ... Πβ. χρονιά.|| Έφτασε/ήρθε ο ~ για ... Πβ. στιγμή. 6. έτος: ο ~ έκδοσης του βιβλίου (: η χρονολογία). Η μεγαλύτερη μέρα/οι εποχές/οι μήνες του ~ου. Αλλαγή του ~ου. Μια φορά τον ~ο ... Όλο τον ~ο ... Πλασματικοί ~οι ασφάλισης. Εορτασμός των ... ~ων από ... Διάρκεια/περίοδος/συμβόλαιο/φυλάκιση ... ~ων. Πέρασε ένας ολόκληρος ~ από ... Είναι ο δεύτερος ~ μου στη δουλειά. Έβδομος ~ λειτουργίας της σχολής. Πού θ' αλλάξετε ~ο (: θα κάνετε Πρωτοχρονιά);|| (στην αρχή του έτους) Εύχομαι ο καινούργιος/νέος ~ να φέρει υγεία! Έθιμα για το καλό του ~ου. Πβ. χρονιά. 7. ΓΡΑΜΜ. γραμματική κατηγορία του ρήματος που δηλώνει τη χρονική βαθμίδα (παρελθόν, παρόν, μέλλον) και το ποιόν ενεργείας (συνοπτικό, εξακολουθητικό, συντελεσμένο): ενεστωτικός/παροντικός ~. Στιγμιαίοι ~οι.|| (ως προς τον σχηματισμό τους:) Απλοί/περιφραστικοί ~οι.|| Οι αρχικοί ~οι του ρήματος. 8. ΑΘΛ. η ταχύτητα με την οποία ένας αθλητής καλύπτει δεδομένη απόσταση· επίδοση: αργός/γρήγορος/μέτριος ~. Δεν έπιασε/πέτυχε (καθόλου) καλό ~ο. Έκανε τον καλύτερο/ταχύτερο ~ο. Βελτιώνω τους ~ους μου. 9. ΜΟΥΣ. μονάδα μέτρησης μουσικών έργων, η οποία αντιστοιχεί σε έναν χτύπο· (στη βυζαντινή μουσική) διάρκεια φθόγγου: ρυθμικός ~. Ένδειξη ~ου (στην αρχή της σύνθεσης).|| (μέτρο:) Κομμάτι σε ~ο 2/4. Κρατώ τον ~ο.|| (τέμπο:) Σε αργό/γρήγορο ~ο.|| Απλός/ελάχιστος/σύνθετος ~. 10. διδακτικό έτος: στον τρίτο ~ο της φοίτησής του. Οι σπουδές διαρκούν ... ~ια.χρόνια (τα) 1. διάστημα συγκεκριμένων ετών: τα πρώτα/τελευταία ~ της ζωής του ... Τα περασμένα/προηγούμενα ~. Δύο ~ εγγύηση/κάθειρξη. Πέντε ~ παρουσίας/προσφοράς. Σύνταξη στα ... ~. Μέσα σε λίγα ~. Για τα επόμενα ~. Συμπληρώθηκαν ... ~ από ... Πώς περνούν τα ~; Πόσα ~ έχεις να τον δεις;|| (ηλικία:) Τα ~ βαραίνουν στις πλάτες του (: είναι ηλικιωμένος). Αχ και να 'χα τα ~ σου (: τα νιάτα σου)! 2. περίοδος ετών, στη ζωή κάποιου ή στην ανθρώπινη ιστορία: δύσκολα/χαρούμενα ~. Τα νεανικά/μαθητικά ~. Τα ~ της ωριμότητας (= η εποχή). Στα ~ μου, ... (: όταν ήμουν νέος).|| Τα παλιά τα ~ ... Πβ. καιρός., χρόνοι (οι): περίοδος ετών: κρίσιμοι ~. Ευρήματα των αλεξανδρινών/(ελληνο)ρωμαϊκών ~ων. Πβ. εποχή, καιρός., χρόνων & (προφ.) χρονών: για δήλωση ηλικίας· ετών: παιδί δέκα ~. Είναι πάνω από ... ~. Πόσων ~ είσαι; Έγινε ... ~.|| Αμάξι/σπίτι ... ~. ● Υποκ.: χρονάκια (τα), χρονάκος (ο) ● ΣΥΜΠΛ.: άγουρα χρόνια: η παιδική και κυρ. η εφηβική περίοδος της ζωής., αίσθηση του χρόνου: αντίληψη του χρόνου: ανεπτυγμένη ~ ~. Δεν έχει καμία ~ ~. Βλ. αίσθηση του χώρου., ελεύθερος χρόνος: οι ώρες της ημέρας που δεν προορίζονται για εργασία ή ύπνο: ασχολίες/διαχείριση του/δραστηριότητες/έλλειψη ~ου ~ου. Η βιομηχανία του ~ου ~ου. Αυξάνεται/μειώνεται ο ~ ~. Αξιοποιώ δημιουργικά/αφιερώνω/διαθέτω τον ~ο ~ο μου στα βιβλία/στη γυμναστική. Εγκαταστάσεις ~ου ~ου και αθλητισμού. Τι κάνεις στον ~ο ~ο σου; Δεν έχει καθόλου ~ο ~ο. Βλ. ανάπαυση, διασκέδαση, ψυχαγωγία., πραγματικός χρόνος 1. ΠΛΗΡΟΦ. πραγματική διάρκεια επεξεργασίας δεδομένων: ~ ~ εγκατάστασης/λήψης (αρχείου). Κινούμενη εικόνα σε ~ό ~ο.|| (τώρα, ζωντανά, άμεσα:) Ενημέρωση/επικοινωνία/τηλεδιάσκεψη ~ού ~ου/που γίνεται σε ~ό ~ο (μέσω δορυφόρου). Θέσεις πλοίων/κίνηση στους δρόμους σε ~ό ~ο. 2. αληθινή διάρκεια: ο ~ ~ της συνομιλίας. Ο ελάχιστος/μέσος ~ ~ απασχόλησης/ασφάλισης/εργασίας/προϋπηρεσίας. Οι ~οί ~οι ολοκλήρωσης του έργου. [< 1: αγγλ. real time, 1953] , ακολουθία των χρόνων βλ. ακολουθία, ανενεργός χρόνος βλ. ανενεργός, άνεση χρόνου βλ. άνεση, αρκτικοί χρόνοι βλ. αρκτικός2, αστρικός χρόνος βλ. αστρικός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, ηλιακός χρόνος βλ. ηλιακός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, ιστορικοί χρόνοι βλ. ιστορικός, μελλοντικοί χρόνοι βλ. μελλοντικός, Μέσοι Χρόνοι βλ. μέσος, μηχανή του χρόνου βλ. μηχανή, μολυβένια χρόνια βλ. μολυβένιος, πανδαμάτωρ χρόνος βλ. πανδαμάτωρ, πέτρινα χρόνια βλ. πέτρινος, πίστωση χρόνου βλ. πίστωση, σκοτεινοί χρόνοι βλ. σκοτεινός, σκότωμα του χρόνου/της ώρας βλ. σκότωμα, το πλήρωμα του χρόνου βλ. πλήρωμα, χρόνος υποδιπλασιασμού βλ. υποδιπλασιασμός ● ΦΡ.: (είναι) χρόνια μπροστά (προφ.): είναι προχωρημένος, αναπτυγμένος: ~ ~ στην τεχνολογία. Ο άνθρωπος είναι ~ ~ (= μπροστάρης, πρωτοπόρος)., εκτός χρόνου: έξω από τα χρονικά όρια: (ΑΘΛ.) βολή ~ ~. Βγήκε ~ ~., εντός χρόνου: μέσα στο καθορισμένο χρονικό περιθώριο: Τερμάτισε ~ ~. Είμαστε ~ ~. Τα πάντα έγιναν ~ ~ και προγραμματισμού/προϋπολογισμού., η πατίνα του χρόνου: τα σημάδια που αφήνει ο χρόνος σε διάφορα αντικείμενα ή πρόσωπα· κατ΄επέκτ. το πέρασμα του χρόνου. [< γαλλ. la patine du temps] , θέμα/ζήτημα χρόνου: για κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε: Η επιχείρηση παραπαίει και είναι/θεωρείται ~ ~ να βάλει λουκέτο., και του χρόνου! (ευχετ.): (μακάρι να εορτασθεί ξανά ή συνεχιστεί κάτι ευχάριστο) και την επόμενη χρονιά: Άντε, ~ ~ να 'μαστε καλά, να ξαναβρεθούμε! ~ ~ με υγεία! Χρόνια πολλά! ~ ~!, με τα χρόνια: με την πάροδο του χρόνου. Πβ. με την ηλικία., ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του (προφ.): για άνθρωπο κάποιας ηλικίας που δείχνει νέος., ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας (προφ.): ο καιρός που περνά λειτουργεί προς όφελός μας ή εναντίον μας: Όσο καθυστερούν, ~ δουλεύει υπέρ μας., όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) (παροιμ.): σε μια μόνο στιγμή μπορούν να συμβούν τα πιο απροσδόκητα και συνήθ. δυσάρεστα πράγματα., παίρνει/τρώει χρόνο: (συνήθ. προς δήλωση δυσαρέσκειας) διαρκεί πολύ χρόνο μέχρι να υλοποιηθεί, είναι χρονοβόρο: Η διαδικασία μας έφαγε/πήρε πολύ ~. Δεν θα φάω τον πολύτιμο ~ σου., παίρνουν (κάποιον) τα χρόνια (προφ.): γερνά: Δεν μας έχουν πάρει (και) ~ (ακόμα). Νέοι είμαστε., πάνω στον χρόνο (προφ.) 1. λίγο πριν από τη συμπλήρωση ενός έτους ή αμέσως μετά από αυτή: Το μηχάνημα χάλασε ~ ~. 2. λίγο πριν από το τέλος του διαθέσιμου χρόνου ή τη στιγμή της λήξης του: Παρέδωσε το γραπτό του ~ ~., πίεση χρόνου: περιορισμένα χρονικά περιθώρια: Έχουμε/υπάρχει ασφυκτική ~ ~. Εργαζόμαστε κάτω από/με/υπό μεγάλη ~ ~. ΑΝΤ. άνεση χρόνου, σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές: πάρα πολύ γρήγορα, αμέσως: Ετοιμάστηκε/ήρθε ~ ~. Τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν ~ ρεκόρ. Ο κρατικός μηχανισμός κινητοποιήθηκε ~ ~. ΣΥΝ. πατ κιουτ, στο άψε σβήσε, στο πι και φι, στον χρόνο: στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια των χρονικών περιόδων που προηγήθηκαν, στην πάροδο των ετών: αναδρομή/ταξίδι ~ ~. Τοπίο αναλλοίωτο ~ ~.|| Σχέση που αντέχει ~ ~., συν τω χρόνω (λόγ.): με το πέρασμα του καιρού: μειωμένη κίνηση ~ ~. Το κτίριο ~ ~ υπέστη φθορές. Τα προβλήματα αυξάνονται ~ ~. ΣΥΝ. προϊόντος του χρόνου, τα έχει τα χρονάκια του! (προφ.): δεν είναι τόσο νέος ή καινούργιος όσο δείχνει: Μη νομίζεις, ~ της!|| Ο υπολογιστής σου ~ ~., του χρόνου: την επόμενη χρονιά: Το ανέβαλαν/κανόνισαν για ~ ~. Βλ. φέτος, πέρυσι., χρόνια πολλά!: ευχή σε εορτάζοντα ή επ΄ευκαιρία επετείου ή θρησκευτικής εορτής· να ζήσεις πολλά χρόνια: ~ ~ και καλά! ~ ~ με υγεία και χαρά! ~ ~ και καλή χρονιά! ~ ~, να σε χαιρόμαστε! ~ ~ σε όσους γιορτάζουν! Βλ. εις πολλά έτη/έτη πολλά, να ζήσεις!, να τα εκατοστίσεις, να τα χιλιάσεις!, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει: προς δήλωση συνήθ. αρνητικής κατάστασης, η οποία μένει αναλλοίωτη με την πάροδο του χρόνου: ~ ~, πάντα η ίδια ιστορία. Βλ. μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει., χρόνου φείδου (αρχ. γνωμ.): να εκμεταλλεύεσαι σωστά τον χρόνο σου, να μην τον σπαταλάς άσκοπα., (μέσα) σε εύλογο χρόνο βλ. εύλογος, αγοράζω χρόνο βλ. αγοράζω, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, και του χρόνου διπλός/διπλή! βλ. διπλός, κακό χρόνο να 'χεις! βλ. κακός, κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο βλ. κερδίζω, κερδίζω χρόνο βλ. κερδίζω, μας άφησε χρόνους βλ. αφήνω, με βάθος χρόνου βλ. βάθος, ο έρως/έρωτας χρόνια δεν κοιτά βλ. έρως, ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται βλ. κλέφτης, ο χρόνος είναι χρήμα βλ. χρήμα, πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» βλ. γάμος, προ/από αμνημονεύτων ετών/χρόνων βλ. αμνημόνευτος, προϊόντος του χρόνου βλ. προϊών, ροκανίζω τον χρόνο βλ. ροκανίζω, σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι, σαράντα χρόνια φούρναρης βλ. φούρναρης, σε ανύποπτο χρόνο βλ. ανύποπτος, σε βάθος χρόνου βλ. βάθος, σε εύθετο χρόνο βλ. εύθετος, τα βάθη του χρόνου/των αιώνων βλ. βάθος, τον κυνηγάει ο χρόνος βλ. κυνηγώ, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χάσιμο χρόνου βλ. χάσιμο, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια στο κουρμπέτι βλ. κουρμπέτι, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1-5,8: αρχ. χρόνος, γαλλ. temps 7,9: μτγν. χρόνος]
57434χρονοσειράχρο-νο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. σειρά από παρατηρήσεις που λαμβάνονται σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, οι οποίες ισαπέχουν μεταξύ τους. [< αγγλ. time-series, 1919]
57435χρονοσήμανσηχρο-νο-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. καταγραφή της ημερομηνίας και ώρας που δημιουργείται, λαμβάνεται ή αποστέλλεται κάτι, συνήθ. έγγραφο: ~ αρχείων/μηνυμάτων/συναλλαγών/υπογραφών. Υπηρεσία ~ης. [< αγγλ. time stamping]
57436χρονοσφραγίδαχρο-νο-σφρα-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. σφραγίδα που συνδέει ένα έγγραφο με τον ακριβή χρόνο δημιουργίας του: ηλεκτρονική/ψηφιακή ~. [< αγγλ. time stamp]
57437χρονοτριβήχρο-νο-τρι-βή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθυστέρηση: αδικαιολόγητη/μεγάλη ~. Χωρίς (άλλη/περαιτέρω) ~ (= αμέσως, αμ' έπος αμ' έργον). Παρατηρείται ~ στη λήψη αποφάσεων (πβ. τρενάρισμα). Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ής. Πβ. αργοπορία, βραδύτητα, χασομέρι.
57438χρονοτριβώ[χρονοτριβῶ] χρο-νο-τρι-βώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρονοτριβ-είς ..., -ώντας | χρονοτρίβ-ησε, -ήσει} (λόγ.): αργοπορώ, καθυστερώ: ~εί (= αργεί) αδικαιολόγητα/σκόπιμα. ~ούσε με άσκοπες συζητήσεις/διάφορες δικαιολογίες. Για να μη ~ (= χάνω τον καιρό μου) περισσότερο, ... Τελείωνε και μη ~είς (= χασομεράς)! ΑΝΤ. σπεύδω.|| (σπανιότ.) Υποθέσεις που προχωρούν γρήγορα, χωρίς να ~ούν (= χρονίζουν).|| (σπάν.) ~ούν τις διαδικασίες/συνομιλίες. ΑΝΤ. επισπεύδω, επιταχύνω. [< αρχ. χρονοτριβῶ ‘χάνω χρόνο, χασομερώ’]
57439χρονοχρέωσηχρο-νο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. χρέωση, κυρ. τηλεφωνικής υπηρεσίας, ανάλογα με τον χρόνο χρήσης της: αστική/υψηλή ~. ~ κλήσεων. Πρόσβαση στο ίντερνετ με/χωρίς ~. Βλ. ογκοχρέωση.
57440χρυσαετόςχρυ-σα-ε-τός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) χρυσαϊτός: ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμος αετός (επιστ. ονομασ. Aquila chrysaetos) με χρυσωπό χρώμα στο κεφάλι και τον αυχένα του. [< μτγν. χρυσάετος]
57441χρυσαλλίδαχρυ-σαλ-λί-δα ουσ. (θηλ.) & χρυσαλίδα: ΖΩΟΛ. η νύμφη της πεταλούδας: διαχείμαση στο στάδιο της ~ας. Μεταμόρφωση της ~ας. Βλ. κάμπια, λεπιδόπτερα. [< αρχ. χρυσαλλίς, μτγν. χρυσαλίς, γαλλ. chrysalide , αγγλ. chrysalis]
57442χρυσάνθεμοχρυ-σάν-θε-μο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -έμων}: ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Chrysanthemum) με άνθη σε ποικιλία χρωμάτων, που έχουν κίτρινο δίσκο στο κέντρο, ο οποίος συχνά δεν φαίνεται, εξαιτίας των πυκνών πετάλων τους, και λογχοειδή πριονωτά φύλλα· συνεκδ. το συγκεκριμένο άνθος: άσπρα/γαλάζια/κίτρινα/κόκκινα/μοβ/πράσινα/ροζ ~α. Η χώρα των ~έμων (= Ιαπωνία). Βλ. αράχνη. ΣΥΝ. αγιοδημητριάτικο ● ΣΥΜΠΛ.: ο θρόνος των Χρυσανθέμων βλ. θρόνος [< μτγν. χρυσάνθεμον, γαλλ. chrysanthème, αγγλ. chrysanthemum]
57443χρυσαυγήχρυ-σαυ-γή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): η αυγή, λόγω του χρυσοκίτρινου χρώματος του ουρανού την ώρα που χαράζει. Πβ. ροδαυγή.
57444χρυσαφένιος, ια, ιο χρυ-σα-φέ-νιος επίθ. (κυρ. λογοτ.) 1. που έχει το λαμπερό κίτρινο χρώμα του χρυσού: ~ια: άμμος/λάμψη. ~ιο: μέλι/φως. ~ιες: ακτές/ακτίνες του ήλιου/αμμουδιές/ανταύγειες/αποχρώσεις. ~ια: μαλλιά (= χρυσόξανθα)/φύλλα. Πβ. χρυσαφής, χρυσωπός. 2. χρυσός: ~ια: κλωστή. ~ια: κοσμήματα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. μαλαματένιος (1)
57445χρυσαφής, -ιά, -ί χρυ-σα-φής επίθ. & {άκλ.} (προφ.) χρυσαφί (κυρ. λογοτ.): χρυσαφένιος. ● Ουσ.: χρυσαφί (το): το αντίστοιχο χρώμα: το ~ της αμμουδιάς/του ήλιου. Βλ. ασημί.
57446χρυσάφιχρυ-σά-φι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χρυσός· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) χρυσά νομίσματα, κοσμήματα ή γενικότ. αντικείμενα: αληθινό/ατόφιο/καθαρό ~. ~ ... καρατίων. Πβ. χρυσό. Βλ. ασήμι.|| (μτφ.) Έχει (μια) καρδιά από ~ (= μάλαμα).|| Σεντούκι γεμάτο ~. ~ια (= χρυσαφικά) και διαμάντια/ρουμπίνια. 2. (μτφ.) πολλά χρήματα: Μας κόστισε/το πληρώσαμε ~ (= πολύ ακριβά). Του τάζουν ~ για να ... ● ΦΡ.: για όλο το χρυσάφι του κόσμου (προφ.-εμφατ.): σε καμιά περίπτωση, με τίποτα: Δεν θα το έκανα ~ ~. ΣΥΝ. με/για τίποτα στον κόσμο, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός/χρυσάφι βλ. χρυσός [< μεσν. χρυσάφι(ν)]
57447χρυσαφικάχρυ-σα-φι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χρυσαφικό}: κοσμήματα, κυρ. χρυσά: κατάστημα ~ών (= κοσμηματοπωλείο). Μου έκλεψαν τα ~. Πβ. τιμαλφή. Βλ. ασημικά, μπιζού.
57448χρυσελεφάντινος, η, ο χρυ-σε-λε-φά-ντι-νος επίθ.: ΑΡΧ. επενδυμένος με ελάσματα χρυσού και λεπτές πλάκες ελεφαντόδοντου: το ~ο άγαλμα της Αθηνάς/του Δία. [< μτγν. χρυσελεφάντινος, γαλλ. chryséléphantin]
57449χρυσήχρυ-σή ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λαϊκό): ίκτερος. || (μτφ.) Έβγαλε τη ~ (απ' τον φόβο του).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.