Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57900-57920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57437χρονοτριβήχρο-νο-τρι-βή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καθυστέρηση: αδικαιολόγητη/μεγάλη ~. Χωρίς (άλλη/περαιτέρω) ~ (= αμέσως, αμ' έπος αμ' έργον). Παρατηρείται ~ στη λήψη αποφάσεων (πβ. τρενάρισμα). Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ής. Πβ. αργοπορία, βραδύτητα, χασομέρι.
57438χρονοτριβώ[χρονοτριβῶ] χρο-νο-τρι-βώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρονοτριβ-είς ..., -ώντας | χρονοτρίβ-ησε, -ήσει} (λόγ.): αργοπορώ, καθυστερώ: ~εί (= αργεί) αδικαιολόγητα/σκόπιμα. ~ούσε με άσκοπες συζητήσεις/διάφορες δικαιολογίες. Για να μη ~ (= χάνω τον καιρό μου) περισσότερο, ... Τελείωνε και μη ~είς (= χασομεράς)! ΑΝΤ. σπεύδω.|| (σπανιότ.) Υποθέσεις που προχωρούν γρήγορα, χωρίς να ~ούν (= χρονίζουν).|| (σπάν.) ~ούν τις διαδικασίες/συνομιλίες. ΑΝΤ. επισπεύδω, επιταχύνω. [< αρχ. χρονοτριβῶ ‘χάνω χρόνο, χασομερώ’]
57439χρονοχρέωσηχρο-νο-χρέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. χρέωση, κυρ. τηλεφωνικής υπηρεσίας, ανάλογα με τον χρόνο χρήσης της: αστική/υψηλή ~. ~ κλήσεων. Πρόσβαση στο ίντερνετ με/χωρίς ~. Βλ. ογκοχρέωση.
57440χρυσαετόςχρυ-σα-ε-τός ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) χρυσαϊτός: ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμος αετός (επιστ. ονομασ. Aquila chrysaetos) με χρυσωπό χρώμα στο κεφάλι και τον αυχένα του. [< μτγν. χρυσάετος]
57441χρυσαλλίδαχρυ-σαλ-λί-δα ουσ. (θηλ.) & χρυσαλίδα: ΖΩΟΛ. η νύμφη της πεταλούδας: διαχείμαση στο στάδιο της ~ας. Μεταμόρφωση της ~ας. Βλ. κάμπια, λεπιδόπτερα. [< αρχ. χρυσαλλίς, μτγν. χρυσαλίς, γαλλ. chrysalide , αγγλ. chrysalis]
57442χρυσάνθεμοχρυ-σάν-θε-μο ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -έμων}: ΒΟΤ. ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Chrysanthemum) με άνθη σε ποικιλία χρωμάτων, που έχουν κίτρινο δίσκο στο κέντρο, ο οποίος συχνά δεν φαίνεται, εξαιτίας των πυκνών πετάλων τους, και λογχοειδή πριονωτά φύλλα· συνεκδ. το συγκεκριμένο άνθος: άσπρα/γαλάζια/κίτρινα/κόκκινα/μοβ/πράσινα/ροζ ~α. Η χώρα των ~έμων (= Ιαπωνία). Βλ. αράχνη. ΣΥΝ. αγιοδημητριάτικο ● ΣΥΜΠΛ.: ο θρόνος των Χρυσανθέμων βλ. θρόνος [< μτγν. χρυσάνθεμον, γαλλ. chrysanthème, αγγλ. chrysanthemum]
57443χρυσαυγήχρυ-σαυ-γή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): η αυγή, λόγω του χρυσοκίτρινου χρώματος του ουρανού την ώρα που χαράζει. Πβ. ροδαυγή.
57444χρυσαφένιος, ια, ιο χρυ-σα-φέ-νιος επίθ. (κυρ. λογοτ.) 1. που έχει το λαμπερό κίτρινο χρώμα του χρυσού: ~ια: άμμος/λάμψη. ~ιο: μέλι/φως. ~ιες: ακτές/ακτίνες του ήλιου/αμμουδιές/ανταύγειες/αποχρώσεις. ~ια: μαλλιά (= χρυσόξανθα)/φύλλα. Πβ. χρυσαφής, χρυσωπός. 2. χρυσός: ~ια: κλωστή. ~ια: κοσμήματα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. μαλαματένιος (1)
57445χρυσαφής, -ιά, -ί χρυ-σα-φής επίθ. & {άκλ.} (προφ.) χρυσαφί (κυρ. λογοτ.): χρυσαφένιος. ● Ουσ.: χρυσαφί (το): το αντίστοιχο χρώμα: το ~ της αμμουδιάς/του ήλιου. Βλ. ασημί.
57446χρυσάφιχρυ-σά-φι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. χρυσός· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) χρυσά νομίσματα, κοσμήματα ή γενικότ. αντικείμενα: αληθινό/ατόφιο/καθαρό ~. ~ ... καρατίων. Πβ. χρυσό. Βλ. ασήμι.|| (μτφ.) Έχει (μια) καρδιά από ~ (= μάλαμα).|| Σεντούκι γεμάτο ~. ~ια (= χρυσαφικά) και διαμάντια/ρουμπίνια. 2. (μτφ.) πολλά χρήματα: Μας κόστισε/το πληρώσαμε ~ (= πολύ ακριβά). Του τάζουν ~ για να ... ● ΦΡ.: για όλο το χρυσάφι του κόσμου (προφ.-εμφατ.): σε καμιά περίπτωση, με τίποτα: Δεν θα το έκανα ~ ~. ΣΥΝ. με/για τίποτα στον κόσμο, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, ό,τι αγγίζει γίνεται χρυσός/χρυσάφι βλ. χρυσός [< μεσν. χρυσάφι(ν)]
57447χρυσαφικάχρυ-σα-φι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χρυσαφικό}: κοσμήματα, κυρ. χρυσά: κατάστημα ~ών (= κοσμηματοπωλείο). Μου έκλεψαν τα ~. Πβ. τιμαλφή. Βλ. ασημικά, μπιζού.
57448χρυσελεφάντινος, η, ο χρυ-σε-λε-φά-ντι-νος επίθ.: ΑΡΧ. επενδυμένος με ελάσματα χρυσού και λεπτές πλάκες ελεφαντόδοντου: το ~ο άγαλμα της Αθηνάς/του Δία. [< μτγν. χρυσελεφάντινος, γαλλ. chryséléphantin]
57449χρυσήχρυ-σή ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λαϊκό): ίκτερος. || (μτφ.) Έβγαλε τη ~ (απ' τον φόβο του).
57450χρυσίζειχρυ-σί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρύσι-σε, χρυσί-σει, λόγ. μτχ. ενεστ. χρυσίζ-ων, -ουσα, -ον, χρυσίζ-οντας}: αποκτά χρυσαφένια λάμψη· (σπάν.) δίνει σε κάτι χρυσαφί χρώμα: Οι στέγες/τα στάχυα ~ουν κάτω απ' το φως του ήλιου. Ψήνουμε τη σφολιάτα, μέχρι να ~σει (: ροδίσει). ~ουσα: άμμος. ~ουσες: αποχρώσεις.|| Το ηλιοβασίλεμα ~ (= χρυσώνει) τη θάλασσα. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσίζων σταφυλόκκοκκος βλ. σταφυλόκοκκος [< αρχ. χρυσίζω]
57451χρυσο1- & χρυσό- & χρυσ-: α' συνθετικό με αναφορά στον χρυσό, το χρυσάφι: χρυσ-ωρυχείο. Χρυσο-θήρας/~χόος. Χρυσο-τυπία (βλ. ασημο-, χαλκο-).
57452χρυσο2- & χρυσό- & χρυσ-α' συνθετικό με την έννοια του 1. χρυσού στο χρώμα: χρυσο-κίτρινος.|| Χρυσ-ωπός.|| Xρυσο-κλωστή. Χρυσό-σκονη/~χαρτο.|| Xρυσό-ψαρο. 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιου, προκομμένου: χρυσο-χέρα. 3. (εμφατ.) πανάκριβου: χρυσο-πληρώνω (πβ. ακριβο-, μοσχο-).
57453χρυσόβουλοχρυ-σό-βου-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ούλου} & χρυσόβουλλο: επίσημο διάταγμα σε περγαμηνή το οποίο έφερε τη χρυσή σφραγίδα βυζαντινού αυτοκράτορα: τα ~α της Μονής. Βλ. μολυβδόβουλο, σιγίλλιο. [< μεσν. χρυσόβουλλον]
57454χρυσογέρακαςχρυ-σο-γέ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Falco biarmicus) με κιτρινωπό χρώμα στο πάνω μέρος του κεφαλιού και καστανόξανθη ράχη.
57455χρυσοδάκτυλοςχρυ-σο-δά-κτυ-λος ουσ. (αρσ.) & χρυσοδάχτυλος: ικανός κλέφτης, που καταφέρνει να μη γίνεται αντιληπτός: ~οι άρπαξαν κοσμήματα. (κ. ως επίθ.) ~οι: ληστές/πορτοφολάδες. Πβ. ελαφρο-, μακρυ-χέρης. ΣΥΝ. χρυσοχέρης (2) [< πβ. μεσν. χρυσοδάκτυλος ‘που φορά χρυσό δακτυλίδι’, αγγλ. goldfinger, 1959]
57456χρυσόδετος, η, ο χρυ-σό-δε-τος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει επενδυθεί με φύλλα χρυσού ή είναι διακοσμημένος με χρυσό χρώμα: ~ος: πάπυρος. ~α: ευαγγέλια. Πολυτελείς ~οι τόμοι. Βλ. δερματόδετος. 2. προσαρμοσμένος (σε κόσμημα) με ελάσματα χρυσού: ~ος: σταυρός. ~α: διαμάντια. [< αρχ. χρυσόδετος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.