Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [57920-57940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57450χρυσίζειχρυ-σί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χρύσι-σε, χρυσί-σει, λόγ. μτχ. ενεστ. χρυσίζ-ων, -ουσα, -ον, χρυσίζ-οντας}: αποκτά χρυσαφένια λάμψη· (σπάν.) δίνει σε κάτι χρυσαφί χρώμα: Οι στέγες/τα στάχυα ~ουν κάτω απ' το φως του ήλιου. Ψήνουμε τη σφολιάτα, μέχρι να ~σει (: ροδίσει). ~ουσα: άμμος. ~ουσες: αποχρώσεις.|| Το ηλιοβασίλεμα ~ (= χρυσώνει) τη θάλασσα. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσίζων σταφυλόκκοκκος βλ. σταφυλόκοκκος [< αρχ. χρυσίζω]
57451χρυσο1- & χρυσό- & χρυσ-: α' συνθετικό με αναφορά στον χρυσό, το χρυσάφι: χρυσ-ωρυχείο. Χρυσο-θήρας/~χόος. Χρυσο-τυπία (βλ. ασημο-, χαλκο-).
57452χρυσο2- & χρυσό- & χρυσ-α' συνθετικό με την έννοια του 1. χρυσού στο χρώμα: χρυσο-κίτρινος.|| Χρυσ-ωπός.|| Xρυσο-κλωστή. Χρυσό-σκονη/~χαρτο.|| Xρυσό-ψαρο. 2. (μτφ.) πολύ επιδέξιου, προκομμένου: χρυσο-χέρα. 3. (εμφατ.) πανάκριβου: χρυσο-πληρώνω (πβ. ακριβο-, μοσχο-).
57453χρυσόβουλοχρυ-σό-βου-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ούλου} & χρυσόβουλλο: επίσημο διάταγμα σε περγαμηνή το οποίο έφερε τη χρυσή σφραγίδα βυζαντινού αυτοκράτορα: τα ~α της Μονής. Βλ. μολυβδόβουλο, σιγίλλιο. [< μεσν. χρυσόβουλλον]
57454χρυσογέρακαςχρυ-σο-γέ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Falco biarmicus) με κιτρινωπό χρώμα στο πάνω μέρος του κεφαλιού και καστανόξανθη ράχη.
57455χρυσοδάκτυλοςχρυ-σο-δά-κτυ-λος ουσ. (αρσ.) & χρυσοδάχτυλος: ικανός κλέφτης, που καταφέρνει να μη γίνεται αντιληπτός: ~οι άρπαξαν κοσμήματα. (κ. ως επίθ.) ~οι: ληστές/πορτοφολάδες. Πβ. ελαφρο-, μακρυ-χέρης. ΣΥΝ. χρυσοχέρης (2) [< πβ. μεσν. χρυσοδάκτυλος ‘που φορά χρυσό δακτυλίδι’, αγγλ. goldfinger, 1959]
57456χρυσόδετος, η, ο χρυ-σό-δε-τος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει επενδυθεί με φύλλα χρυσού ή είναι διακοσμημένος με χρυσό χρώμα: ~ος: πάπυρος. ~α: ευαγγέλια. Πολυτελείς ~οι τόμοι. Βλ. δερματόδετος. 2. προσαρμοσμένος (σε κόσμημα) με ελάσματα χρυσού: ~ος: σταυρός. ~α: διαμάντια. [< αρχ. χρυσόδετος]
57457χρυσοθήραςχρυ-σο-θή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αυτός που επιδιώκει τον πλουτισμό: οι ~ες του χρηματιστηρίου. Βλ. -θήρας. 2. (κυρ. παλαιότ.) πρόσωπο που αναζητά κοιτάσματα χρυσού ή ψάχνει για κρυμμένους θησαυρούς. Βλ. αρχαιοκάπηλος. [< 1: μεσν. χρυσοθήρας]
57458χρυσοθηρίαχρυ-σο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) επιδίωξη πλουτισμού. Βλ. χρησιμοθηρία. 2. (κυρ. παλαιότ.) αναζήτηση κοιτασμάτων χρυσού ή θαμμένων θησαυρών: η δίψα/ο πυρετός της ~ας. Βλ. αρχαιοκαπηλία, -θηρία.
57459χρυσοθηρικός, ή, ό χρη-σο-θη-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρυσοθηρία ή τον χρυσοθήρα: ~ές: έρευνες/τάσεις.
57460χρυσοκάνθαροςχρυ-σο-κάν-θα-ρος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-ειρων.) αυτός που έχει πλουτίσει με παράνομο συνήθ. τρόπο· νεόπλουτος. 2. ΖΩΟΛ. μηλολόνθη. [< 2: μτγν. χρυσοκάνθαρος]
57461χρυσοκέντημαχρυ-σο-κέ-ντη-μα ουσ. (ουδ.): κέντημα με χρυσαφένια κλωστή.
57462χρυσοκεντητικήχρυ-σο-κε-ντη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. διακόσμηση υφασμάτων, κυρ. αμφίων, με κέντημα από χρυσό ή αργυρό νήμα, ή ενίοτε χρυσό σύρμα· συνεκδ. η αντίστοιχη τέχνη.
57463χρυσοκέντητος, η, ο χρυ-σο-κέ-ντη-τος επίθ.: κεντημένος με χρυσαφένια κλωστή: ~η: μίτρα. ~α: άμφια/ρούχα. [< μεσν. χρυσοκέντητος]
57464χρυσόκολλαχρυ-σό-κολ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΥΚΤ. ορυκτό, ένυδρο πυριτικό άλας χαλκού, το οποίο εμφανίζεται κυρ. ως άμορφη μάζα κυανοπράσινου χρώματος και υαλώδους λάμψης. Βλ. αζουρ-, μαλαχ-ίτης, σμαράγδι, χαλαζίας. 2. κόλλα ή/και βαφή με χρυσόσκονη: χειροτεχνίες με ~ες. Βλ. -κολλα. [< αρχ. χρυσόκολλα 'ύλη με την οποία κολλούσαν τον χρυσό' 1: γαλλ. chrysocolle, αγγλ. chrysocolla]
57465χρυσοκονδυλιάχρυ-σο-κον-δυ-λιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) χρυσοκοντυλιά: (σε αγιογραφίες ή χειρόγραφα) διακόσμηση με χρυσόσκονη· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική ή το αποτέλεσμά της. [< μεσν. χρυσοκονδυλιά]
57466χρυσόλιθοςχρυ-σό-λι-θος ουσ. (αρσ.) : ΟΡΥΚΤ. ορυκτό κρυσταλλικής μορφής και πράσινης απόχρωσης, πυριτικό άλας του σιδήρου και του μαγνησίου, το οποίο ανήκει στην ομάδα του ολιβίνη και αποτελεί πολύτιμο λίθο. [< μτγν. χρυσόλιθος, γαλλ. chrysolithe, αγγλ. chrysolite]
57467χρυσόμαλλος, η, ο χρυ-σό-μαλ-λος επίθ. & χρυσομάλλης, α, ικο (λογοτ.): που έχει λαμπερά ξανθά μαλλιά. ΣΥΝ. ξανθομάλλης ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσόμαλλο δέρας βλ. δέρας [< αρχ. χρυσόμαλλος]
57468χρυσόμυγαχρυ-σό-μυ-γα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία κάθε κολεόπτερου χρυσοπράσινου εντόμου. Βλ. αλογόμυγα, μηλολόνθη.
57469χρυσόξανθος, η, ο χρυ-σό-ξαν-θος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): ξανθός με χρυσαφένιες ανταύγειες: ~α: μαλλιά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.