Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57940-57960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57477χρυσόστομος, η, ο χρυ-σό-στο-μος επίθ.: στη ● ΦΡ.: πες τα, χρυσόστομε! (προφ.): ως επιδοκιμασία σε κάποιον που έχει το θάρρος να διατυπώσει γνώμη την οποία συμμεριζόμαστε απόλυτα, αλλά συνήθ. διστάζουμε να εκφέρουμε: ~ ~, ν' ακούσουν μερικοί μερικοί. Πβ. γεια στο στόμα σου. [< μτγν. χρυσόστομος]
57478χρυσοτυπίαχρυ-σο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. αποτύπωση χρυσαφένιων σχεδίων σε χαρτί· σπανιότ. χαρακτική σε φύλλο χρυσού: προσκλητήρια (γάμου) με ~. Βιβλιοδεσία με ~. Βλ. -τυπία. [< πβ. αρχ. χρυσότυπος 'που έχει κατασκευαστεί από χρυσό']
57479χρυσούς, ή, ούν βλ. χρυσός
57480χρυσοφόρος, α/ος, ο χρυ-σο-φό-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που αποφέρει μεγάλα οικονομικά οφέλη: ~α: αγορά/επένδυση. ~ο: επάγγελμα/συμβόλαιο. ~ες: δραστηριότητες. Πρόκριση στους ~ους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Πβ. επικερδής, κερδο-, προσοδο-φόρος, χρυσός. 2. που περιέχει χρυσό: ~ος: ποταμός. ~ο: μετάλλευμα. ~α: κοιτάσματα. 3. χρυσοποίκιλτος. Βλ. -φόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσοφόρος κότα/όρνιθα & χρυσοφόρα κότα/όρνιθα (μτφ.): πηγή εύκολου κέρδους, πλουτισμού. ΣΥΝ. η κότα με τα χρυσά αβγά/που κάνει/γεννά τα χρυσά αβγά [< αρχ. χρυσοφόρος]
57481χρυσόχαρτοχρυ-σό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): λεπτό χρυσαφένιο φύλλο, συνήθ. περιτυλίγματος. Βλ. -χαρτο.
57482χρυσοχέραχρυ-σο-χέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): γυναίκα που ό,τι φτιάχνει με τα χέρια της, κυρ. φαγητά ή εργόχειρα, είναι επιτυχημένο: (ως επίθ.) ~ νοικοκυρά.
57483χρυσοχέρηςχρυ-σο-χέ-ρης ουσ. (αρσ.) {χρυσοχέρ-ηδες} (προφ.) 1. εξαιρετικά επιδέξιος τεχνίτης, μάστορας. Βλ. χρυσά χέρια. 2. χρυσοδάκτυλος: ~ηδες ξάφρισαν κοσμηματοπωλείο. (ως επίθ.) ~ηδες: διαρρήκτες. Πβ. ελαφρο-, μακρυ-χέρης. [< 1: μεσν. χρυσοχέρης]
57484χρυσοχοείο[χρυσοχοεῖο] χρυ-σο-χο-εί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο χρυσοχοΐας ή/και κοσμηματοπωλείο. [< αρχ. χρυσοχοεῖον]
57485χρυσοχοΐαχρυ-σο-χο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατασκευής αντικειμένων, ιδ. κοσμημάτων, από κατεργασμένο χρυσό: η ελληνική ~. Έκθεση/εργαστήριο ~ας. Βλ. αργυρο~, εφαρμοσμένες/διακοσμητικές τέχνες, κοσμηματοποιία, πυρόχωμα. [< μεσν. χρυσοχοΐα]
57486χρυσοχοϊκός, ή, ό χρυ-σο-χο-ϊ-κός επίθ. {ιδ. στο θηλ.}: που σχετίζεται με τη χρυσοχοΐα: ~ή: τέχνη (κ. ως ουσ., η ~ή). [< αρχ. χρυσοχοϊκός]
57487χρυσοχόοςχρυ-σο-χό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): τεχνίτης που ασχολείται με τη χρυσοχοΐα. Βλ. αργυρο~, κοσμηματοποιός. [< αρχ. χρυσοχόος]
57488χρυσόψαροχρυ-σό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι ενυδρείου (επιστ. ονομασ. Carassius Auratus), μικρών διαστάσεων και λαμπερού χρώματος, συνήθ. κόκκινου ή πορτοκαλί: ~ σε γυάλα. Βλ. ψαροτροφή, -ψαρο. ● ΦΡ.: (έχει) μνήμη χρυσόψαρου: αδύνατη μνήμη. ΑΝΤ. (έχει) μνήμη ελέφαντα [< γερμ. Goldfisch, αγγλ. gold-fish]
57489χρύσωμαχρύ-σω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρυσώνω: ~ εικόνας (: στην αγιογραφία). ΣΥΝ. επιχρύσωση.|| (παλαιότ.) Το έθιμο του ~ατος. Πβ. ασήμωμα.|| (μτφ.) Επιχειρείται ~ του χαπιού (= ωραιοποίηση της κατάστασης, καλόπιασμα). [< αρχ. χρύσωμα]
57490χρυσώνωχρυ-σώ-νω ρ. (μτβ.) {χρύσω-σα, χρυσώ-σει, -θηκε, -θεί, χρυσών-οντας, χρυσω-μένος} 1. (μτφ.) καταβάλλω μεγάλο χρηματικό ποσό σε κάποιον, για εξυπηρέτηση προσωπικού μου συμφέροντος: Τον ~σαν/~θηκε, για να αποδεχτεί την πρότασή τους. Πβ. χρυσοπληρώνω. 2. επιχρυσώνω: ~μένο: τέμπλο (ναού). 3. (μτφ.) ωραιοποιώ: Προσπαθεί να ~σει την κατάσταση. 4. (παλαιότ.-λαϊκό) δίνω σε κάποιον χρυσό νόμισμα ή κόσμημα ως δώρο, γούρι ή ανταμοιβή: ~σαν τη νύφη. Πβ. ασημώνω.χρυσώθηκε (προφ.) 1. (για αθλητή) πήρε χρυσό μετάλλιο. 2. (για σιντί ή τραγουδιστή) έγινε χρυσό(ς)., χρυσώνει (μτφ.): προσδίδει (σε κάτι) χρυσαφένια λάμψη: Ο ήλιος ~ (= χρυσίζει) με τις ακτίνες του τη θάλασσα. ~μένα: στάχυα/φύλλα. ● ΦΡ.: χρυσώνω το χάπι: προσπαθώ να απαλύνω ή να εξωραΐσω αρνητική κατάσταση· κατ΄επέκτ. καλοπιάνω: Πάει να μου ~σει ~, για να μη στενοχωριέμαι. Κούφια λόγια προκειμένου να ~θεί ~. Υποσχέσεις που δεν είναι παρά ~μένο χάπι. Πβ. κάνω τα πικρά γλυκά. Βλ. χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου. [< γαλλ. dorer la pilule] [< 2: αρχ. χρυσῶ]
57491χρυσωπός, ή, ό χρυ-σω-πός επίθ. (λόγ.-λογοτ.): που το χρώμα του μοιάζει με χρυσό. Πβ. χρυσαφένιος. Βλ. -ωπός. [< αρχ. χρυσωπός ‘που λάμπει σαν χρυσός, που έχει χρυσαφί χρώμα’]
57492χρυσωρυχείο[χρυσωρυχεῖο] χρυ-σω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ορυχείο χρυσού. Βλ. -ωρυχείο. 2. (μτφ.) πηγή μεγάλου πλουτισμού ή σημαντικής ωφέλειας: κτήματα-~α. Η επιχείρηση αποδείχτηκε σωστό ~.|| Είναι ανεξάντλητο ~ γνώσεων/πληροφοριών. [< 1: μτγν. χρυσωρυχεῖον 2: γαλλ. mine d'or]
57493χρυσωρύχοςχρυ-σω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης χρυσωρυχείου· παλαιότ. χρυσοθήρας. Βλ. -ωρύχος. [< μτγν. χρυσωρύχος]
57494χρώμα[χρῶμα] χρώ-μα ουσ. (ουδ.) {χρώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οπτική εντύπωση που προκαλείται, όταν το φως ανακλάται στις επιφάνειες αντικειμένων ή απορροφάται από αυτές: βυσσινί/εκρού/κίτρινο/κρεμ/κυπαρισσί/μοβ/μπεζ/πράσινο/ροζ/τιρκουάζ ~. Ανοιχτά/γήινα/ματ/μεταλλικά/μουντά/ουδέτερα/παστέλ/σκούρα/φωσφοριζέ ~ατα. Οι αποχρώσεις/οι διαβαθμίσεις/η ένταση/ο κορεσμός/ο τόνος/η φωτεινότητα ενός ~ατος. Υφάσματα διαφορετικού ~ατος. Φορέματα σε πολλά σχέδια και ~ατα. Γκάμα/ποικιλία/συνδυασμοί ~άτων. Η θάλασσα έχει μπλε ~. Το φυσικό μου ~ (μαλλιών) είναι καστανό/ξανθό. Το ~ των ματιών της είναι γαλανό/μελί. (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Το ~ (= η χρώση) του βλεννογόνου/των ιστών. ~ατα που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Πβ. χρωματισμός.|| Θεωρία/κλίμακα/φάσμα των ~άτων.|| (Για έντονα ~ατα σε αντίθεση προς το άσπρο, το μαύρο και το γκρι:) Πανδαισία ~άτων και αρωμάτων/ήχων. Τα ~ατα και το φως κυριαρχούν στον χώρο. Παίζω με τα ~ατα (: τα συνδυάζω με δημιουργικό τρόπο). 2. η αντίστοιχη ιδιότητα ως συμβολισμός ή χαρακτηριστικό γνώρισμα: τα ~ατα της ελληνικής σημαίας/μιας ομάδας. Αγωνίζεται με τα εθνικά ~ατα.|| Το ~ της υγείας (: ροδαλό). Τριαντάφυλλα στο ~ του πάθους (: κόκκινα). Φορά ανοιξιάτικα ~ατα.|| Τα ~ατα των φύλλων της τράπουλας. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία σε ρευστή μορφή και σε διάφορες αποχρώσεις, η οποία χρησιμοποιείται για τον χρωματισμό επιφανειών: υγρό ~. ~ μετάλλων. Αδιάβροχα/ακρυλικά/ανεξίτηλα/πυράντοχα/συνθετικά/φυσικά/χημικά ~ατα. Επιστρώσεις/κηλίδες ~ατος. Αντοχή του ~ατος. ~ατα διαγράμμισης/επιπλοποιίας. ~ατα οικολογικά/ήπιας χημείας. ~ σε σπρέι. Επιλέγω το ιδανικό ~ για τους τοίχους. Πβ. βερνίκι, μπογιά, χρωστική.|| Γυάλισμα/προστασία ~ατος αυτοκινήτου.|| ~ατα ζωγραφικής. Τα ~ατα της παλέτας. Βλ. κηρο-, ξυλο-μπογιά, μαρκαδόρος, τέμπερα.|| Αραιωμένα ~ατα. Ανάμειξη ~άτων.|| (για τα ρούχα:) Ευαίσθητα ~ατα (: που ξεβάφουν, ξεθωριάζουν στο πλύσιμο). Βλ. υδρόχρωμα. ΣΥΝ. βαφή (2) 4. (ειδικότ.) χροιά της επιδερμίδας: ~ (= χρωματισμός, χρώση) του δέρματος. Ισότητα ανεξαρτήτως ~ατος.|| Έχει κάνει ωραίο ~ (: έχει μαυρίσει).|| Δεν μ’ αρέσει το ~ του (: είναι ωχρός). Έφυγε το ~ απ' το πρόσωπό του (: χλόμιασε). Έχασε το ~ του από τη ζήλια/τον θυμό/το κακό του (: κιτρίνισε, πρασίνισε).|| Αλλάζει ~ατα σαν τον χαμαιλέοντα (: η γνώμη του είναι ευμετάβλητη). 5. (μτφ.) ιδιαίτερο γνώρισμα, χαρακτηριστικό στοιχείο: συγκέντρωση με πολιτικό ~. Νησί με παραδοσιακό ~ και αιγαιοπελαγίτικο στιλ. Στα ~ατα και τον ρυθμό του καρναβαλιού. Τα πυροτεχνήματα έδωσαν ένα άλλο ~ στη βραδιά (: νότα, πινελιά). Πβ. ιδιαιτερότητα, τόνος, ύφος.|| Συζήτηση χωρίς ~ (: άχρωμη· πβ. ενδιαφέρον, ζωντάνια). 6. ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή αναπαράσταση, απεικόνιση της αντίστοιχης ιδιότητας: ~ γεμίσματος. Το ~ του φόντου. Απόδοση/βαθμονόμηση/επεξεργασία/επιλογή/ποιότητα/προσθήκη ~ατος. Ψηφιακό ~ υψηλής ποιότητας. Ανάλυση ~ατος ... μπιτ. Εκτύπωση ... ~άτων. Βλ. ματζέντα, φωτεινότητα.|| (σε κινητό τηλέφωνο/τηλεόραση:) Οθόνη ... ~άτων.|| (ΤΗΛΕΠ.) Αποκωδικοποιητής ~ατος. 7. (μτφ.) ηχόχρωμα: το ~ της φωνής. Πβ. χροιά, χρωματισμός. Βλ. εκφραστικότητα. 8. (στο πόκερ) χέρι που αποτελείται από πέντε μη συνεχόμενα χαρτιά του ίδιου συμβόλου: (Έκανε/έχει) ~ στον βαλέ. Βλ. κέντα. 9. ΦΥΣ. κβαντικός αριθμός των κουάρκ. ● Υποκ.: χρωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αφαιρετικά χρώματα: που δημιουργούνται από την ανάμειξη προσθετικών χρωμάτων., βασικά/κύρια χρώματα & (σπάν.) πρωτεύοντα χρώματα: που δεν μπορούν να παραχθούν από τη σύνθεση άλλων χρωμάτων· ειδικότ. μπλε, κίτρινο, κόκκινο. [< γαλλ. couleurs primitives] , δευτερεύοντα χρώματα & παράγωγα χρώματα: που δημιουργούνται από την ανάμειξη βασικών χρωμάτων., ζεστά/θερμά χρώματα: κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί (και οι αποχρώσεις τους). , θερμοκρασία χρώματος: ΦΥΣ. ο βαθμός απόχρωσης του φωτός που εκπέμπει μια φωτεινή πηγή. [< αγγλ. colour temperature, 1916] , κορεσμένο χρώμα: που δεν έχει αναμειχθεί με το άσπρο· κατ' επέκτ. έντονο βαθύ χρώμα: εκτύπωση με άριστο ~ ~. [< αγγλ. saturated colour] , προσθετικά χρώματα: βασικά χρώματα τα οποία, όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, σχηματίζουν όλα τα υπόλοιπα., συμπληρωματικά χρώματα (συνήθ. ένα βασικό και ένα δευτερεύον): αυτά που, όταν συνδυάζονται στις σωστές αναλογίες, δίνουν το λευκό., ψυχρά/κρύα χρώματα: μπλε, μοβ, γκρι, πράσινο (και οι αποχρώσεις τους)., βάθος χρώματος βλ. βάθος, διαχωρισμός χρωμάτων βλ. διαχωρισμός, παλέτα χρωμάτων βλ. παλέτα, πλαστικό χρώμα βλ. πλαστικός, σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα βλ. σκοτώνω, τα χρώματα της ίριδας βλ. ίριδα ● ΦΡ.: με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα & με (τα πιο) μαύρα χρώματα (μτφ.): με τρόπο παραστατικό όσον αφορά τις δυσκολίες, τα εμπόδια ή τα αρνητικά σημεία: Περιγράφει ~ ~ την κατάσταση., παίρνω χρώμα (προφ.) 1. μαυρίζω: Έχει πάρει ~ απ' την ηλιοθεραπεία/τον ήλιο. 2. αποκτώ συγκεκριμένη απόχρωση: Το δωμάτιο θα πάρει ~ με τις καινούργιες κουρτίνες. Ο ουρανός, το δειλινό, ~ει υπέροχα ~ατα. 3. αποκτώ ενδιαφέρον: Ο αγώνας πήρε ~. 4. (για φαγητό) ροδίζω: Ψήνετε τα κουλουράκια μέχρι να ~ουν ~., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα βλ. αλλάζω [< αρχ. χρῶμα, γαλλ. couleur, αγγλ. colo(u)r, chroma]
57495χρωματίδαχρω-μα-τί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) χρωματίδη & χρωματίδιο (το): ΒΙΟΛ. καθένα από τα δύο όμοια νήματα στα οποία χωρίζεται ένα χρωμόσωμα κατά τη διάρκεια της μίτωσης: αδελφές ~ες (: που φέρουν τις ίδιες γενετικές πληροφορίες). [< αγγλ. chromatid, 1900, γαλλ. chromatide, 1951]
57496χρωματίζωχρω-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {χρωμάτι-σα, χρωματί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρωματίζ-οντας, -όμενος, χρωματι-σμένος} 1. απλώνω χρώμα, βαφή σε μια επιφάνεια: Τα παιδιά ~ουν τα σχήματα με μαρκαδόρους/ξυλομπογιές/τέμπερες. ~σαν με κίτρινο χρώμα το περίγραμμα. Βλ. ζωγραφίζω, σχεδιάζω.|| (μτφ.) Ο ήλιος έδυε, ~οντας τον ορίζοντα με κοκκινωπές αποχρώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ., για ψηφιακό χρώμα:) ~ γραμμές/στήλες.|| Οι τοίχοι ~στηκαν μπεζ. Πβ. μπογιατίζω. Βλ. απο~. ΣΥΝ. βάφω (1) 2. (μτφ.) προσδίδω ιδιαίτερο γνώρισμα: Τα γεγονότα ~σαν αρνητικά την καθημερινότητα.|| (ειδικότ.) Διαβάζει ~οντας τη φωνή του αναλόγως (: δίνοντας ιδιαίτερη χροιά). Βλ. διανθίζω. ● Παθ.: χρωματίζομαι: χαρακτηρίζομαι με βάση τις πολιτικές μου πεποιθήσεις: Δεν εκφέρει άποψη από φόβο μη ~στεί (κομματικά). Βλ. χρωματισμένος. [< 1: αρχ. χρωματίζω 2: αγγλ. colour]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.