Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57960-57980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57497χρωματικός, ή, ό χρω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα χρώματα: ~ή: αρμονία/γκάμα. ~οί: συνδυασμοί. ~ές: αποχρώσεις/διαβαθμίσεις. ~ά: εφέ.|| (ΟΠΤ.) ~ός: κορεσμός.|| ~ός: κατάλογος. ~ή: παλέτα. Βλ. χρωστικός.|| (ειδικότ., για τη χροιά του δέρματος:) ~ές: αλλοιώσεις.|| (μτφ.) ~ή αλλαγή του τόπου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αριθμός/κώδικας. ~ή: ανάλυση/απόδοση (εκτυπωτή).|| (για την ψηφιακή επεξεργασία εικόνας:) ~ή: μορφοποίηση. ~ές: βελτιώσεις.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ά: σήματα.|| (ΜΟΥΣ.) ~ός: ήχος. ~οί: φθόγγοι. ~ές: συγχορδίες.|| ~ τόνος φωνής (= ηχόχρωμα, χρώμα).|| (ΦΥΣ.) ~ό: φορτίο. Βλ. πολυ~. ΣΥΝ. χρωμικός1 ● επίρρ.: χρωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χρωματική κλίμακα βλ. κλίμακα [< μτγν. χρωματικός 'διανθισμένος', γαλλ. chromatique, αγγλ. chromatic]
57498χρωματικότηταχρω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) ιδιότητα χρώματος, η οποία καθορίζεται από την απόχρωση και την καθαρότητά του: (ΤΗΛΕΠ., για εικονοσήμα οθόνης:) ~ λευκού. Ρύθμιση ~ας. Βλ. αναλυτικ-, φωτειν-ότητα. ΣΥΝ. χρωμικότητα 2. ΜΟΥΣ. ύπαρξη αλλοιωμένων φθόγγων ως χαρακτηριστικό γνώρισμα μουσικής σύνθεσης. Βλ. τονικότητα. [< 1: αγγλ. chromaticity, 1922, chrominance, 1952, γαλλ. ~, 1957, 2: αγγλ. chromaticism, γαλλ. chromatism]
57499χρωματίνηχρω-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. νουκλεοπρωτεΐνη από DNA, RNA και πρωτεΐνες, η οποία αποτελεί το γενετικό υλικό του πυρήνα του κυττάρου, όπως παρουσιάζεται κατά τη μεσόφαση: φυλετική ~ (: το απενεργοποιημένο χρωμόσωμα Χ). Ινίδια/περιοχές ~ης. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Chromatin, γαλλ. chromatine, αγγλ. chromatin]
57500χρωμάτισμαχρω-μά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρωματίζω: ~ της επιφάνειας με έντονα χρώματα (: βαφή, βάψιμο). ~ ξύλου (βλ. βερνίκωμα). Σχέδια για ~ (βλ. ιχνογράφηση). Πβ. μπογιάτισμα.|| (μτφ.) ~ της φωνής. ΣΥΝ. χρωματισμός (1)
57501χρωματισμένος, η, ο επίθ. ΑΝΤ. αχρωμάτιστος 1. που έχει καλυφθεί με χρώμα ή χρώματα: ~ο: ξύλο/πλαίσιο. ~ες: εικόνες. ~α: περιγράμματα/σχήματα. Προσόψεις ~ες με κόκκινο σπρέι. Πβ. χρωματιστός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνητά ~η φωτογραφία. Σχέδια ~α στον υπολογιστή. 2. (επιστ.) στον οποίο έχει προστεθεί χρωστική ουσία: ~ο: διάλυμα.|| (ενδεικτικό ακαταλληλότητας:) ~ο: νερό.|| (που φέρει χρώμα διαφορετικό από το κανονικό, συνήθ. εξαιτίας κάποιας πάθησης:) ~α: ούρα. 3. (μτφ.) που έχει χαρακτηριστεί με ορισμένο τρόπο· (ειδικότ., για τη φωνή) που έχει συγκεκριμένο ηχόχρωμα: λέξεις ~ες και συναισθηματικά φορτισμένες. Αρνητικά ~α σχόλια.|| ~ος: τόνος φωνής. ~οι: ήχοι. 4. (μτφ.) πολιτικά ή γενικότ. ιδεολογικά τοποθετημένος: ~οι: φοιτητές. ~ες: εφημερίδες. Πβ. βαμμένος.
57502χρωματισμόςχρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. χρωμάτισμα: ~ ασπρόμαυρων φωτογραφιών.|| ~ τοίχων. Εργασίες ~ού όψεων κτιρίων. Υλικά ~ού. Πβ. βάψιμο. Βλ. υδρο~.|| (ΒΙΟΛ.) ~ των ιστών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κειμένου/κελιού.|| (μτφ.) ~ της φωνής (πβ. ηχόχρωμα, χροιά, χρώμα). Βλ. -ισμός. 2. χρώμα: έντονος/ομοιόμορφος/φυσικός ~. Αρμονικοί/μοντέρνοι/φωτεινοί ~οί. Εναλλασσόμενος ~ κίτρινου και μπλε. Επιλογή του κατάλληλου/σωστού ~ού. Οι ~οί του δειλινού. Πλακάκια σε πολλούς ~ούς. Πβ. απόχρωση, τόνος1.|| Αλλοίωση/αντοχή του ~ού. Πβ. βαφή. Βλ. επίχρισμα.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) (Φυσιολογικός) ~ (= χρώση) του δέρματος. [< μτγν. χρωματισμός]
57503χρωματιστός, ή, ό χρω-μα-τι-στός επίθ.: που έχει χρώμα ή χρώματα, συνήθ. όχι άσπρο ή μαύρο: ~ή: κιμωλία. ~ό: βερνίκι/γυαλί/ύφασμα/χαρτί. ~οί: φακοί επαφής (: όχι διάφανοι). ~ές: κάλτσες/κορδέλες/χαρτοπετσέτες. ~ά: νύχια (= βαμμένα). Πβ. έγχρωμος, χρωματισμένος. Βλ. μονό-, δί-, πολύ-χρωμος.|| (γεμάτος χρώματα, κατ’ επέκτ. ευχάριστος:) Ένας ~ και φωτεινός κόσμος. ΑΝΤ. άβαφος & άβαφτος (1), αχρωμάτιστος (1), άχρωμος (1) ● Ουσ.: χρωματιστά (τα): ενν. ρούχα: απορρυπαντικό κατάλληλο για ευαίσθητα, μάλλινα και ~. Μην πλένετε μαζί λευκά και ~. [< γαλλ. coloré]
57504χρωματο- & χρωματό- & χρωματ-πρόθημα λέξεων 1. με αναφορά στο χρώμα ή τη μπογιά: χρωματο-λογία.|| Χρωματο-πωλείο. 2. (επιστ.) που εναλλάσσεται με το χρωμο-: χρωματό-σωμα.
57505χρωματογράφημαχρω-μα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. γράφημα στο οποίο απεικονίζονται τα συστατικά που ανιχνεύθηκαν μέσω της χρωματογραφικής μεθόδου σε υπό εξέταση μείγμα: ~ δείγματος/διαλύματος (ιόντων). Βλ. -γράφημα. [< γερμ. Chrommatogramm, 1906, αγγλ. chromatogram, 1922, γαλλ. chromatogramme, 1937]
57506χρωματογραφίαχρω-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μέθοδος ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης μείγματος: ~ αερίου/στερεού/υγρού. ~ διαχωρισμού/ιοντοεναλλαγής. Βλ. έκλουση, -γραφία. [< γερμ. Chromatographie, 1906, γαλλ. chromatographie, 1929, αγγλ. chromatography, 1936]
57507χρωματογραφικός, ή, ό χρω-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη χρωματογραφία: ~ός: διαχωρισμός/προσδιορισμός. ~ή: ανάλυση/μέθοδος/μελέτη/στήλη. Βλ. ηλεκτροχημ-, φασματοσκοπ-ικός. ● επίρρ.: χρωματογραφικά [< αγγλ. chromatographic, 1907, γαλλ. chromatographique, 1955]
57508χρωματογράφοςχρω-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. συσκευή χρωματογραφίας: αέριος/ιοντικός/υγρός/φορητός ~. Βλ. -γράφος. [< μεσν. χρωματογράφος ΄ζωγράφος΄, αγγλ. chromatograph, 1946, γαλλ. chromatographe, 1964]
57509χρωματοθεραπείαχρω-μα-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) χρωμοθεραπεία: μέθοδος εναλλακτικής θεραπευτικής, που συνίσταται στην εφαρμογή ακτίνων χρωματιστού φωτός σε σημεία του προσώπου ή του σώματος. Βλ. αγιουρβέδα, τσάκρα, -θεραπεία. [< αγγλ. colour therapy, γαλλ. chromothérapie]
57510χρωματολογίαχρω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μελέτη της σύστασης, της ονοματολογίας και του αρμονικού συνδυασμού των χρωμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο γνωστικό πεδίο. Βλ. αισθητ-, διακοσμητ-ική. 2. (κατ΄επέκτ.) το σύνολο των χρωμάτων που χαρακτηρίζουν τα έργα ενός ζωγράφου, η χρωματική του γκάμα: διαμόρφωση της ~ας. Βλ. -λογία. [< αγγλ. chromatology, γαλλ. chromatologie]
57511χρωματολογικός, ή, ό χρω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη χρωματολογία: ~ή: ανάλυση/δομή καλλιτεχνικών έργων/επεξεργασία (φωτογραφίας). ~ές: αποχρώσεις/διαβαθμίσεις. ● επίρρ.: χρωματολογικά
57512χρωματολόγιοχρω-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): δειγματολόγιο χρωμάτων: βασικό/μοντέρνο/πλούσιο ~. ~ βαφών/βερνικιών/ξύλου/ταπετσαρίας/υφασμάτων. ~ βεντάλια. Βλ. -λόγιο.
57513χρωματομετρίαχρω-μα-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εκτίμηση της χρωματικότητας με βάση τα βασικά χρώματα και με τη χρήση της οπτικής, φωτοηλεκτρικής ή φασματοφωτομετρικής τεχνικής: συσκευή ~ας. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. colorimétrie, αγγλ. colorimetry]
57514χρωματομετρικός, ή, ό χρω-μα-το-με-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη χρωματομετρία: ~ός: προσδιορισμός. ~ό: σύστημα. ~ές: μέθοδοι. ● επίρρ.: χρωματομετρικά [< γαλλ. colorimétrique, αγγλ. colorimetric]
57515χρωματόμετροχρω-μα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & χρωμόμετρο: ΧΗΜ. όργανο μέτρησης της έντασης του χρώματος, μέσω της σύγκρισής της με αποθηκευμένα στη μνήμη του πρότυπα: εργαστηριακό ~. ~α υγρών. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. colorimètre, αγγλ. colorimeter]
57516χρωματοπωλείο[χρωματοπωλεῖο] χρω-μα-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης χρωμάτων, βερνικιών και εργαλείων βαφής. Πβ. μπογιατζίδικο. Βλ. -πωλείο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.