| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4862 | αντιφθειρικός | , ή, ό [ἀντιφθειρικός] α-ντι-φθει-ρι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. κατάλληλος για την καταπολέμηση της φθειρίασης. Πβ. φθειροκτόνος. | |
| 4863 | αντιφιλελεύθερος | , η, ο [ἀντιφιλελεύθερος] α-ντι-φι-λε-λεύ-θε-ρος επίθ.: που στρέφεται εναντίον της ελευθερίας και ειδικότ. που αντιτίθεται στον φιλελευθερισμό και τους οπαδούς του: ~η: πολιτική. ~α: μέτρα. ~ο και αντιδημοκρατικό πνεύμα. ΑΝΤ. φιλελεύθερος (1) [< αγγλ. antiliberal] | |
| 4864 | αντιφλεγμονώδης | , ης, ες [ἀντιφλεγμονώδης] α-ντι-φλεγ-μο-νώ-δης επίθ. {αντιφλεγμονώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που καταστέλλει ή καταπολεμά τις φλεγμονές: ~ες: αναλγητικό/παυσίπονο. ~εις: ουσίες. Πβ. αντιφλογιστικός. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: αντιφλεγμονώδη (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. Βλ. αντι-πυρετικό, -ρευματικό. [< αγγλ. anti-inflammatory] | |
| 4865 | αντιφλογιστικός | , ή, ό [ἀντιφλογιστικός] α-ντι-φλο-γι-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τη φλόγωση ή τη φλεγμονή: ~ή: δράση. ~ά: συστατικά. Πβ. αντιφλεγμονώδης, καταπραϋντικός. [< γαλλ. antiphlogistique, αγγλ. antiphlogistic] | |
| 4866 | αντίφραση | [ἀντίφραση] α-ντί-φρα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μία λέξη ή φράση χρησιμοποιείται στη θέση κάποιας άλλης με αντίθετη προς αυτή σημασία, συνήθ. για ειρωνεία ή ευφημισμό: γλυκάδι αντί ξίδι.|| (σχήμα λιτότητας) Η φθορά που έπαθε δεν ήταν μικρή (αντί "ήταν μεγάλη"). [< αρχ. ἀντίφρασις, γαλλ. antiphrase, αγγλ. antiphrasis] | |
| 4867 | αντιφρονούντες | [ἀντιφρονοῦντες] α-ντι-φρο-νού-ντες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. αντιφρονών, -ούντος | σπανιότ. θηλ. αντιφρονούσα} (λόγ.): σύνολο προσώπων που αντιτίθενται δημόσια στην πολιτική που ασκείται από ένα απολυταρχικό συνήθ. καθεστώς: εκτελέσεις/συλλήψεις ~ων.|| (ως επίθ.) ~ες: καλλιτέχνες/συγγραφείς. Πβ. αντικαθεστωτικός, διαφωνούντες. [< μεσν. αντιφρονώ] | |
| 4868 | αντιφυματικός | , ή, ό [ἀντιφυματικός] α-ντι-φυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή καταπολεμά τη φυματίωση: ~ή: αγωγή. ~ό: εμβόλιο. ~ά: φάρμακα. Ετήσιος προληπτικός ~ έλεγχος. Βραχεία ~ή θεραπεία. Βλ. μαντού. [< γαλλ. antituberculeux, αγγλ. antituberculous, 1904] | |
| 4869 | αντιφώνηση | [ἀντιφώνηση] α-ντι-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απάντηση σε προσφώνηση που προηγήθηκε: σύντομη ~. Δημόσια ~ προς ... ~ήσεις των βραβευθέντων. [< μτγν. ἀντιφώνησις] | |
| 4870 | αντιφωνία | [ἀντιφωνία] α-ντι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι) εκτέλεση ασμάτων εναλλάξ από δύο χορούς, σε νοηματική και μουσική ακολουθία. Βλ. πολυφωνία, -φωνία. [< μτγν. ἀντιφωνία 'διαφωνία', ιταλ. antifonia, γαλλ. antiphonie, αγγλ. antiphony] | |
| 4871 | αντιφωνικός | , ή, ό [ἀντιφωνικός] α-ντι-φω-νι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την αντιφωνία: ~ή: ψαλμωδία. ~ό: τραγούδι. Βλ. -φωνικός. | |
| 4872 | αντίφωνο | [ἀντίφωνο] α-ντί-φω-νο ουσ. (ουδ.) {αντιφών-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που ψάλλεται εναλλάξ από δύο ψάλτες ή χορό ψαλτών: ~ της Θείας Λειτουργίας. Βλ. αναβαθμός, ανάγνωσμα, κάθισμα, ψαλμός, ωδή. [< μτγν. ἀντίφωνα, αγγλ. antiphon] | |
| 4873 | αντιχαιρετώ | [ἀντιχαιρετῶ] α-ντι-χαι-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {αντιχαιρετ-άς ... | αντιχαιρέτ-ησε, -ήσει, -ώντας} (σπάν.-λόγ.): ανταποδίδω χαιρετισμό. | |
| 4874 | αντιχαλαζικός | , ή, ό [ἀντιχαλαζικός] α-ντι-χα-λα-ζι-κός επίθ.: που προφυλάσσει από το χαλάζι: ~ά: δίκτυα/συστήματα. Βλ. αντι-ανεμικός, -παγετικός. | |
| 4875 | αντιχαρακτικός | [ἀντιχαρακτικός] α-ντι-χα-ρα-κτι-κός επίθ.: που προστατεύει επιφάνειες από χαράγματα, γρατζουνιές ή είναι ανθεκτικός σε αυτές: ~ή: ζελατίνα. ~ό: βερνίκι.|| ~ό: γυαλί. | |
| 4876 | αντίχαρη | [ἀντίχαρη] α-ντί-χα-ρη ουσ. (θηλ.): στη ● ΦΡ.: η χάρη θέλει αντίχαρη (και πάντα χάρη μένει/να 'ναι) (παροιμ.): για ανταπόδοση ευεργεσίας. [< μτγν. ἀντίχαρις ‘ευγνωμοσύνη’] | |
| 4877 | αντιχάρισμα | [ἀντιχάρισμα] α-ντι-χά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ανταπόδοση χάρης, ευεργεσίας ή κυρ. αναγνώριση της προσφοράς κάποιου. [< μεσν. αντιχάρισμα] | |
| 4878 | αντίχειρας | [ἀντίχειρας] α-ντί-χει-ρας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το πρώτο, κοντύτερο και παχύτερο δάχτυλο του ανθρώπινου χεριού: (δακτυλικό) αποτύπωμα του ~α. Το πιπίλισμα του ~α από τα μωρά. Βλ. δείκτης, μέσος, μικρός. [< μτγν. ἀντίχειρ] | |
| 4879 | αντιχολινεργικός | , ή, ό [ἀντιχολινεργικός] α-ντι-χο-λι-νερ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει τη δράση της ακετυλοχολίνης: ~ό: σύνδρομο. ~ές: ιδιότητες. ~ά: προϊόντα/σκευάσματα. [< αγγλ. anticholinergic, 1950, γαλλ. anticholinergique] | |
| 4880 | αντιχουντικός | , ή, ό [ἀντιχουντικός] α-ντι-χου-ντι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στη χούντα: ~ός: αγώνας. ~ή: αντίσταση/διαδήλωση/δράση/εξέγερση (: του Πολυτεχνείου). ~ό: κίνημα. Πβ. αντιδικτατορικός. Βλ. αντιφασιστικός.|| (ως ουσ.) Στο στρατόπεδο κρατούνταν ~οί. ΑΝΤ. χουντικός | |
| 4881 | αντιχριστιανικός | , ή, ό [ἀντιχριστιανικός] α-ντι-χρι-στια-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αντιτίθεται στον Χριστιανισμό: ~ή: προπαγάνδα. ~ό: πνεύμα. Το ~ό περιεχόμενο ενός βιβλίου/έργου. Βλ. ανορθόδοξος, αντιθρησκευτικός, ειδωλολατρικός. [< γαλλ. antichrétien, αγγλ. anti-Christian |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ