| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4855 | αντιφεγγιά | [ἀντιφεγγιά] α-ντι-φε-γγιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): αντιφέγγισμα. | |
| 4856 | αντιφεγγίζει | [ἀντιφεγγίζει] α-ντι-φε-γγί-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντιφέγγι-σε} & αντιφέγγει (λογοτ.) 1. αντανακλά φως: Το φεγγάρι ~ στη θάλασσα. Τα μάτια του ~ουν τη λάμψη των κεριών. Βλ. ακτινο-, φεγγο-βολώ. 2. (μτφ.) απηχεί, αντικατοπτρίζει: Τραγούδι που ~ πίκρα και βάσανα. Στα μάτια τους ~ η μοναξιά (= αντικατοπτρίζεται). Πβ. εκφράζω, φανερώνω. | |
| 4857 | αντιφέγγισμα | [ἀντιφέγγισμα] α-ντι-φέ-γγι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): αντανάκλαση φωτός ή ακτινοβολία: το ~ του φεγγαριού (πάνω στη θάλασσα).|| (μτφ.) ~ της ψυχής. Πβ. απαύγασμα, λάμψη. | |
| 4858 | αντιφεμινισμός | [ἀντιφεμινισμός] α-ντι-φε-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. ιδεολογία ή σύνολο ενεργειών που αντιτίθενται στον φεμινισμό. ΑΝΤ. φεμινισμός [< αγγλ. antifeminism, 1954, γαλλ. antiféminisme] | |
| 4859 | αντιφεμινιστής, αντιφεμινίστρια | [ἀντιφεμινιστής] α-ντι-φε-μι-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εναντιώνεται στις ιδέες του φεμινισμού ή δεν τις ασπάζεται: ~ και μισογύνης (βλ. σεξιστής, φαλλοκράτης). ΑΝΤ. φεμινίστρια [< αγγλ. antifeminist, 1924, γαλλ. antiféministe, περ. 1950] | |
| 4860 | αντιφεμινιστικός | , ή, ό [ἀντιφεμινιστικός] α-ντι-φε-μι-νι-στι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον φεμινισμό, που στρέφεται εναντίον των γυναικών: ~ή: στάση. ~ό και σεξιστικό έργο. Φαλλοκρατικά και ~ά πρότυπα. ΑΝΤ. φεμινιστικός | |
| 4861 | αντιφεστιβάλ | [ἀντιφεστιβάλ] α-ντι-φε-στι-βάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φεστιβάλ που αντιτίθεται σε κάποιο άλλο: ~ κινηματογράφου. | |
| 4862 | αντιφθειρικός | , ή, ό [ἀντιφθειρικός] α-ντι-φθει-ρι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. κατάλληλος για την καταπολέμηση της φθειρίασης. Πβ. φθειροκτόνος. | |
| 4863 | αντιφιλελεύθερος | , η, ο [ἀντιφιλελεύθερος] α-ντι-φι-λε-λεύ-θε-ρος επίθ.: που στρέφεται εναντίον της ελευθερίας και ειδικότ. που αντιτίθεται στον φιλελευθερισμό και τους οπαδούς του: ~η: πολιτική. ~α: μέτρα. ~ο και αντιδημοκρατικό πνεύμα. ΑΝΤ. φιλελεύθερος (1) [< αγγλ. antiliberal] | |
| 4864 | αντιφλεγμονώδης | , ης, ες [ἀντιφλεγμονώδης] α-ντι-φλεγ-μο-νώ-δης επίθ. {αντιφλεγμονώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που καταστέλλει ή καταπολεμά τις φλεγμονές: ~ες: αναλγητικό/παυσίπονο. ~εις: ουσίες. Πβ. αντιφλογιστικός. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: αντιφλεγμονώδη (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. Βλ. αντι-πυρετικό, -ρευματικό. [< αγγλ. anti-inflammatory] | |
| 4865 | αντιφλογιστικός | , ή, ό [ἀντιφλογιστικός] α-ντι-φλο-γι-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά τη φλόγωση ή τη φλεγμονή: ~ή: δράση. ~ά: συστατικά. Πβ. αντιφλεγμονώδης, καταπραϋντικός. [< γαλλ. antiphlogistique, αγγλ. antiphlogistic] | |
| 4866 | αντίφραση | [ἀντίφραση] α-ντί-φρα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μία λέξη ή φράση χρησιμοποιείται στη θέση κάποιας άλλης με αντίθετη προς αυτή σημασία, συνήθ. για ειρωνεία ή ευφημισμό: γλυκάδι αντί ξίδι.|| (σχήμα λιτότητας) Η φθορά που έπαθε δεν ήταν μικρή (αντί "ήταν μεγάλη"). [< αρχ. ἀντίφρασις, γαλλ. antiphrase, αγγλ. antiphrasis] | |
| 4867 | αντιφρονούντες | [ἀντιφρονοῦντες] α-ντι-φρο-νού-ντες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. αντιφρονών, -ούντος | σπανιότ. θηλ. αντιφρονούσα} (λόγ.): σύνολο προσώπων που αντιτίθενται δημόσια στην πολιτική που ασκείται από ένα απολυταρχικό συνήθ. καθεστώς: εκτελέσεις/συλλήψεις ~ων.|| (ως επίθ.) ~ες: καλλιτέχνες/συγγραφείς. Πβ. αντικαθεστωτικός, διαφωνούντες. [< μεσν. αντιφρονώ] | |
| 4868 | αντιφυματικός | , ή, ό [ἀντιφυματικός] α-ντι-φυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή καταπολεμά τη φυματίωση: ~ή: αγωγή. ~ό: εμβόλιο. ~ά: φάρμακα. Ετήσιος προληπτικός ~ έλεγχος. Βραχεία ~ή θεραπεία. Βλ. μαντού. [< γαλλ. antituberculeux, αγγλ. antituberculous, 1904] | |
| 4869 | αντιφώνηση | [ἀντιφώνηση] α-ντι-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): απάντηση σε προσφώνηση που προηγήθηκε: σύντομη ~. Δημόσια ~ προς ... ~ήσεις των βραβευθέντων. [< μτγν. ἀντιφώνησις] | |
| 4870 | αντιφωνία | [ἀντιφωνία] α-ντι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. (κυρ. στη βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι) εκτέλεση ασμάτων εναλλάξ από δύο χορούς, σε νοηματική και μουσική ακολουθία. Βλ. πολυφωνία, -φωνία. [< μτγν. ἀντιφωνία 'διαφωνία', ιταλ. antifonia, γαλλ. antiphonie, αγγλ. antiphony] | |
| 4871 | αντιφωνικός | , ή, ό [ἀντιφωνικός] α-ντι-φω-νι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την αντιφωνία: ~ή: ψαλμωδία. ~ό: τραγούδι. Βλ. -φωνικός. | |
| 4872 | αντίφωνο | [ἀντίφωνο] α-ντί-φω-νο ουσ. (ουδ.) {αντιφών-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που ψάλλεται εναλλάξ από δύο ψάλτες ή χορό ψαλτών: ~ της Θείας Λειτουργίας. Βλ. αναβαθμός, ανάγνωσμα, κάθισμα, ψαλμός, ωδή. [< μτγν. ἀντίφωνα, αγγλ. antiphon] | |
| 4873 | αντιχαιρετώ | [ἀντιχαιρετῶ] α-ντι-χαι-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {αντιχαιρετ-άς ... | αντιχαιρέτ-ησε, -ήσει, -ώντας} (σπάν.-λόγ.): ανταποδίδω χαιρετισμό. | |
| 4874 | αντιχαλαζικός | , ή, ό [ἀντιχαλαζικός] α-ντι-χα-λα-ζι-κός επίθ.: που προφυλάσσει από το χαλάζι: ~ά: δίκτυα/συστήματα. Βλ. αντι-ανεμικός, -παγετικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ