| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57510 | χρωματολογία | χρω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μελέτη της σύστασης, της ονοματολογίας και του αρμονικού συνδυασμού των χρωμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο γνωστικό πεδίο. Βλ. αισθητ-, διακοσμητ-ική. 2. (κατ΄επέκτ.) το σύνολο των χρωμάτων που χαρακτηρίζουν τα έργα ενός ζωγράφου, η χρωματική του γκάμα: διαμόρφωση της ~ας. Βλ. -λογία. [< αγγλ. chromatology, γαλλ. chromatologie] | |
| 57511 | χρωματολογικός | , ή, ό χρω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη χρωματολογία: ~ή: ανάλυση/δομή καλλιτεχνικών έργων/επεξεργασία (φωτογραφίας). ~ές: αποχρώσεις/διαβαθμίσεις. ● επίρρ.: χρωματολογικά | |
| 57512 | χρωματολόγιο | χρω-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): δειγματολόγιο χρωμάτων: βασικό/μοντέρνο/πλούσιο ~. ~ βαφών/βερνικιών/ξύλου/ταπετσαρίας/υφασμάτων. ~ βεντάλια. Βλ. -λόγιο. | |
| 57513 | χρωματομετρία | χρω-μα-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εκτίμηση της χρωματικότητας με βάση τα βασικά χρώματα και με τη χρήση της οπτικής, φωτοηλεκτρικής ή φασματοφωτομετρικής τεχνικής: συσκευή ~ας. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. colorimétrie, αγγλ. colorimetry] | |
| 57514 | χρωματομετρικός | , ή, ό χρω-μα-το-με-τρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη χρωματομετρία: ~ός: προσδιορισμός. ~ό: σύστημα. ~ές: μέθοδοι. ● επίρρ.: χρωματομετρικά [< γαλλ. colorimétrique, αγγλ. colorimetric] | |
| 57515 | χρωματόμετρο | χρω-μα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & χρωμόμετρο: ΧΗΜ. όργανο μέτρησης της έντασης του χρώματος, μέσω της σύγκρισής της με αποθηκευμένα στη μνήμη του πρότυπα: εργαστηριακό ~. ~α υγρών. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. colorimètre, αγγλ. colorimeter] | |
| 57516 | χρωματοπωλείο | [χρωματοπωλεῖο] χρω-μα-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης χρωμάτων, βερνικιών και εργαλείων βαφής. Πβ. μπογιατζίδικο. Βλ. -πωλείο. | |
| 57517 | χρωματοπώλης | χρω-μα-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης χρωματοπωλείου. Βλ. -πώλης. [< μεσν. χρωματοπώλης 'πωλητής χρωμάτων'] | |
| 57518 | χρωματοσφαίριση | χρω-μα-το-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. πέιντμπολ. | |
| 57519 | χρωματόσωμα | βλ. χρωμόσωμα | |
| 57520 | χρωματοσωματικός | , ή, ό βλ. χρωμοσωμικός | |
| 57521 | χρωματουργείο | [χρωματουργεῖο] χρω-μα-τουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οργανωμένη μονάδα παραγωγής χρωμάτων. | |
| 57522 | χρωματουργία | χρω-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραγωγή χρωμάτων (βαφών)· συνεκδ. χρωματουργείο. Βλ. -ουργία. [< μεσν. χρωματουργία 'ζωγραφιά'] | |
| 57523 | χρωματοφόρος | , α/ος, ο χρω-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. που φέρει χρωστικές ουσίες ή παράγει χρώμα: ~ος: στιβάδα. Πβ. χρωμο-γόνος, -φόρος. ● Ουσ.: χρωματοφόρα (τα): κύτταρα ή πλαστίδια που περιέχουν χρωστική ουσία. Βλ. σουπιά, χλωροπλάστης. [< αγγλ. chromatophorous, γαλλ. chromatophore] | |
| 57524 | χρωμάτωση | χρω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. υπέρμετρη συγκέντρωση χρωμοφόρων στο δέρμα: ~ της θηλής των μαστών. 2. (λόγ.) χρωμάτισμα: ~ αλουμινίου. [< 1: αγγλ. chromatosis] | |
| 57525 | χρωμέ | χρω-μέ επίθ. {άκλ.}: επιχρωμιωμένος, αργυρόλευκος: ~ ατσάλι/μπαταρία κουζίνας. || ~χρώμα. [< γαλλ. chromé, 1890] | |
| 57527 | χρωμικός1 | , ή, ό χρω-μι-κός επίθ.: χρωματικός. Βλ. φωτο~. | |
| 57528 | χρωμικός2 | , ή, ό χρω-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χρώμιο ή γίνεται με τη χρήση του: ~ός: μόλυβδος/ψευδάργυρος. ~ό: οξύ. ~ές: ενώσεις. ~ά: άλατα. Βλ. δι~.|| ~ή: εναπόθεση/επικάλυψη. ● Ουσ.: χρωμικά (τα): ενν. συστατικά. [< γαλλ. chromique, αγγλ. chromic] | |
| 57529 | χρωμικότητα | χρω-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χρωματικότητα. | |
| 57530 | χρώμιο | χρώ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {χρωμί-ου}: ΧΗΜ. άοσμο και σκληρό μέταλλο (σύμβ. Cr, Ζ 24) αργυρόλευκου χρώματος και υψηλής λαμπρότητας, που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή μεταλλικών αντικειμένων και ως βαφή για την επικάλυψη επιφανειών, λόγω της αντιδιαβρωτικής του ικανότητας: οξείδιο του ~ου. Μεταλλεία ~ου.|| (ως βαφή:) Ματ/υγρό/ψεκαζόμενο ~. Επένδυση/επίστρωση ~ου. Δίσκοι/ζάντες από ~.|| (στον οργανισμό ή σε τροφές:) Το ~ βοηθά στον μεταβολισμό της γλυκόζης. Η μαγιά μπίρας είναι πλούσια σε ~. [< γαλλ. chrome < λατ. chroma < αρχ. χρῶμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ