Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [57980-58000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57517χρωματοπώληςχρω-μα-το-πώ-λης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης χρωματοπωλείου. Βλ. -πώλης. [< μεσν. χρωματοπώλης 'πωλητής χρωμάτων']
57518χρωματοσφαίρισηχρω-μα-το-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. πέιντμπολ.
57519χρωματόσωμαβλ. χρωμόσωμα
57520χρωματοσωματικός, ή, ό βλ. χρωμοσωμικός
57521χρωματουργείο[χρωματουργεῖο] χρω-μα-τουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οργανωμένη μονάδα παραγωγής χρωμάτων.
57522χρωματουργίαχρω-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραγωγή χρωμάτων (βαφών)· συνεκδ. χρωματουργείο. Βλ. -ουργία. [< μεσν. χρωματουργία 'ζωγραφιά']
57523χρωματοφόρος, α/ος, ο χρω-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. που φέρει χρωστικές ουσίες ή παράγει χρώμα: ~ος: στιβάδα. Πβ. χρωμο-γόνος, -φόρος. ● Ουσ.: χρωματοφόρα (τα): κύτταρα ή πλαστίδια που περιέχουν χρωστική ουσία. Βλ. σουπιά, χλωροπλάστης. [< αγγλ. chromatophorous, γαλλ. chromatophore]
57524χρωμάτωσηχρω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. υπέρμετρη συγκέντρωση χρωμοφόρων στο δέρμα: ~ της θηλής των μαστών. 2. (λόγ.) χρωμάτισμα: ~ αλουμινίου. [< 1: αγγλ. chromatosis]
57525χρωμέχρω-μέ επίθ. {άκλ.}: επιχρωμιωμένος, αργυρόλευκος: ~ ατσάλι/μπαταρία κουζίνας. || ~χρώμα. [< γαλλ. chromé, 1890]
57527χρωμικός1, ή, ό χρω-μι-κός επίθ.: χρωματικός. Βλ. φωτο~.
57528χρωμικός2, ή, ό χρω-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χρώμιο ή γίνεται με τη χρήση του: ~ός: μόλυβδος/ψευδάργυρος. ~ό: οξύ. ~ές: ενώσεις. ~ά: άλατα. Βλ. δι~.|| ~ή: εναπόθεση/επικάλυψη. ● Ουσ.: χρωμικά (τα): ενν. συστατικά. [< γαλλ. chromique, αγγλ. chromic]
57529χρωμικότηταχρω-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χρωματικότητα.
57530χρώμιοχρώ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {χρωμί-ου}: ΧΗΜ. άοσμο και σκληρό μέταλλο (σύμβ. Cr, Ζ 24) αργυρόλευκου χρώματος και υψηλής λαμπρότητας, που χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή μεταλλικών αντικειμένων και ως βαφή για την επικάλυψη επιφανειών, λόγω της αντιδιαβρωτικής του ικανότητας: οξείδιο του ~ου. Μεταλλεία ~ου.|| (ως βαφή:) Ματ/υγρό/ψεκαζόμενο ~. Επένδυση/επίστρωση ~ου. Δίσκοι/ζάντες από ~.|| (στον οργανισμό ή σε τροφές:) Το ~ βοηθά στον μεταβολισμό της γλυκόζης. Η μαγιά μπίρας είναι πλούσια σε ~. [< γαλλ. chrome < λατ. chroma < αρχ. χρῶμα]
57531χρωμιούχος, ος, ο [χρωμιοῦχος] χρω-μι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χρώμιο: ~ος: χάλυβας. Βλ. -ούχος2.
57532χρωμίτηςχρω-μί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό μελανού χρώματος, το οποίο αποτελεί κρυσταλλική ένωση οξειδίου του σιδήρου και οξειδίου του χρωμίου. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. chromite]
57533χρωμο- & χρωμό-: το ουσιαστικό χρώμα ως α' συνθετικό λέξεων: χρωμο-λοσιόν/~σαμπουάν.|| Χρωμο-λιθογραφία.|| (σε εναλλαγή με το χρωματο-:) Χρωμό-σωμα.
57534χρωμογόνος, ος, ο χρω-μο-γό-νος επίθ. (επιστ.): που παράγει χρώμα: (κυρ. ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~ο: διάλυμα. Πβ. χρωματοφόρος. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: χρωμογόνο (το): ενν. υπόστρωμα: διάλυμα ~ου. [< γαλλ. chromogène, αγγλ. chromogenic]
57535χρωμοδυναμικήχρω-μο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: κβαντική χρωμοδυναμική: ΦΥΣ. ΠΥΡ. θεωρία που βασίζεται στην υπόθεση ότι τα κουάρκ διαχωρίζονται με βάση το χρώμα τους. Βλ. γκλουόνιο, θεωρία των χορδών, κβαντική ηλεκτροδυναμική. [< αγγλ. quantum chromodynamics, 1975, γαλλ. chromodynamique quantique, πριν από το 1990]
57536χρωμοθεραπείαβλ. χρωματοθεραπεία
57537χρωμοπαγίδαχρω-μο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. απορρυπαντικό που εμποδίζει τη μεταφορά χρωμάτων από σκούρα ρούχα, όταν πλένονται μαζί με ανοιχτόχρωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ασφαλείας τοποθετημένος μέσα σε δεσμίδες χαρτονομισμάτων, που ενεργοποιείται σε περίπτωση ληστείας, με αποτέλεσμα να βάφει και να αχρηστεύει όλα τα χρήματα. 3. ΓΕΩΠ. {συνήθ. στον πληθ.} μπλε και κίτρινες καρτέλες εμποτισμένες με κόλλα, για την προστασία των φυτών από βλαβερά έντομα. [< 1: αγγλ. εμπορ. ονομασ. colour catcher, 1993]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.