Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58000-58020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57531χρωμιούχος, ος, ο [χρωμιοῦχος] χρω-μι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει χρώμιο: ~ος: χάλυβας. Βλ. -ούχος2.
57532χρωμίτηςχρω-μί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό μελανού χρώματος, το οποίο αποτελεί κρυσταλλική ένωση οξειδίου του σιδήρου και οξειδίου του χρωμίου. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. chromite]
57533χρωμο- & χρωμό-: το ουσιαστικό χρώμα ως α' συνθετικό λέξεων: χρωμο-λοσιόν/~σαμπουάν.|| Χρωμο-λιθογραφία.|| (σε εναλλαγή με το χρωματο-:) Χρωμό-σωμα.
57534χρωμογόνος, ος, ο χρω-μο-γό-νος επίθ. (επιστ.): που παράγει χρώμα: (κυρ. ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~ο: διάλυμα. Πβ. χρωματοφόρος. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: χρωμογόνο (το): ενν. υπόστρωμα: διάλυμα ~ου. [< γαλλ. chromogène, αγγλ. chromogenic]
57535χρωμοδυναμικήχρω-μο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: κβαντική χρωμοδυναμική: ΦΥΣ. ΠΥΡ. θεωρία που βασίζεται στην υπόθεση ότι τα κουάρκ διαχωρίζονται με βάση το χρώμα τους. Βλ. γκλουόνιο, θεωρία των χορδών, κβαντική ηλεκτροδυναμική. [< αγγλ. quantum chromodynamics, 1975, γαλλ. chromodynamique quantique, πριν από το 1990]
57536χρωμοθεραπείαβλ. χρωματοθεραπεία
57537χρωμοπαγίδαχρω-μο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. απορρυπαντικό που εμποδίζει τη μεταφορά χρωμάτων από σκούρα ρούχα, όταν πλένονται μαζί με ανοιχτόχρωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός ασφαλείας τοποθετημένος μέσα σε δεσμίδες χαρτονομισμάτων, που ενεργοποιείται σε περίπτωση ληστείας, με αποτέλεσμα να βάφει και να αχρηστεύει όλα τα χρήματα. 3. ΓΕΩΠ. {συνήθ. στον πληθ.} μπλε και κίτρινες καρτέλες εμποτισμένες με κόλλα, για την προστασία των φυτών από βλαβερά έντομα. [< 1: αγγλ. εμπορ. ονομασ. colour catcher, 1993]
57539χρωμοσαμπουάνχρω-μο-σα-μπου-άν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σαμπουάν με ακίνδυνες χρωστικές ουσίες, για ελαφριά και προσωρινή αλλαγή του χρώματος των μαλλιών: ~ σε μορφή αφρού. Πβ. βαφή. [< γαλλ. shampoing colorant]
57540χρωμόσφαιραχρω-μό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. στιβάδα της ατμόσφαιρας του Ήλιου, ανάμεσα στη φωτόσφαιρα και το στέμμα, που έχει αεριώδη σύσταση και ερυθρό χρώμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} σφαιρική ελαστική κάψουλα με χρωματιστό υγρό, η οποία εκτοξεύεται από ειδικό αεροβόλο: ~ες του πέιντμπολ. Πβ. χρωμοσφαιρίδια. [< 1: αγγλ. chromosphere, γαλλ. chromosphère 2: αμερικ. paintball]
57541χρωμοσφαιρίδιαχρω-μο-σφαι-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χρωμοσφαιρίδιο}: ειδικές σφαίρες από καουτσούκ ή πλαστικό με καυστική ουσία, που χρωματίζουν και προκαλούν πόνο. Πβ. χρωμόσφαιρα.
57542χρωμόσωμαχρω-μό-σω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) χρωματόσωμα: ΒΙΟΛ. καθεμία από τις γραμμικές ή κυκλικές δομές που βρίσκονται σε ζεύγη στον πυρήνα των κυττάρων και μεταφέρουν τις γενετικές πληροφορίες: το αρσενικό/θηλυκό ~ (: Υ και Χ). Τα ανθρώπινα ~ατα. Δακτυλιοειδή/φυλετικά ~ατα. Βλ. αυτόσωμα, γονίδιο, ξενιστής, χρωματίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός των χρωμοσωμάτων βλ. αριθμός, αυτοσωμικό χρωμόσωμα βλ. αυτοσωμικός & αυτοσωματικός [< γαλλ.-αγγλ. chromosome, γερμ. Chromosom]
57543χρωμοσωμικός, ή, ό χρω-μο-σω-μι-κός επίθ. & χρωμοσωματικός & χρωματοσωματικός: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τα χρωμοσώματα: ~ός: αριθμός/έλεγχος/τύπος/χάρτης. ~ή: αστάθεια/βάση/θέση/θεωρία/μετάθεση/περιοχή/σύσταση. ~ό: DNA/υλικό. ~ές: ανωμαλίες/ατυπίες/βλάβες/διαταραχές/μεταλλάξεις. ~ή βάση της κληρονομικότητας. Βλ. γενετικός. ● επίρρ.: χρωμοσωμικά [< αγγλ. chromosomal, 1909, γαλλ. chromosomique, 1931]
57544χρωμοφόροχρω-μο-φό-ρο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. χημική ομάδα που δίνει χρώμα στα μόρια και σε ορισμένες οργανικές ενώσεις: πολυμερικά ~α. [< αγγλ.-γαλλ. chromophore]
57545χρωμοφόρος, α/ος, ο χρω-μο-φό-ρος επίθ. 1. (επιστ.) που περιέχει χρωστικές ουσίες: ~ος: ένωση/σύνθεση.|| (ΒΙΟΛ.) ~α: κύτταρα (ψαριών). Πβ. χρωματοφόρος. 2. ΧΗΜ. που αναφέρεται στο χρωμοφόρο: ~ος: ομάδα. Βλ. -φόρος. [< αγγλ. chromophoric, chromophorous, γαλλ. chromophorique]
57546χρώσηχρώ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. χρώμα ιστών ή οργάνων· ειδικότ. διαδικασία χρωματισμού ιστών ή κυττάρων, για να μελετηθούν στο μικροσκόπιο· συνεκδ. οι συγκεκριμένες χρωστικές: ~ (= χρωματισμός) του βλεννογόνου/δέρματος. Ενδογενείς/εξωγενείς ~εις (των δοντιών). Πβ. απόχρωση.|| Ιστολογική ~. ~ των χρωμοσωμάτων. Τεχνικές ~ης.|| ~εις μικροβίων. ● ΦΡ.: χρώση (κατά) gram βλ. γκραμ [< μτγν. χρῶσις 'χρωματισμός, βάψιμο']
57547χρωστάωβλ. χρωστώ
57548χρωστήραςχρω-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πινέλο ζωγραφικής· συνεκδ. ζωγραφική τέχνη: λεπτός ~. Βλ. βούρτσα, γραφίδα, πένα, -τήρας.|| Οι δεξιοτέχνες/καλλιτέχνες του ~α. [< μτγν. χρωστήρ, γαλλ. pinceau]
57549χρωστικός, ή, ό χρω-στι-κός επίθ. (επιστ.): που περιέχει χρώμα και κατ΄επέκτ. χρωματίζει το υλικό με το οποίο έρχεται σε επαφή: ~ός: παράγοντας. ~ή: αντίδραση. ~ό: μελάνι. ~ά: κύτταρα (: μελανοκύτταρα)/πρόσθετα. ● Ουσ.: χρωστική (η) {συνήθ. στον πληθ.}: ενν. ουσία, ύλη: απαγορευμένες/τοξικές ~ές. ~ές ζωικής/φυτικής προέλευσης. Γλυκά που περιέχουν συντηρητικά και ~ές.|| Οπτική/φωτοευαίσθητη ~.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ του δέρματος (: μελαγ~). Αναπνευστικές ~ές (: αιμοσφαιρίνη, μυοσφαιρίνη, κυτόχρωμα). Οι ~ές της χολής (= χολοχρωστικές, βλ. χολερυθρίνη). Απομάκρυνση των αντιαισθητικών ~ών από τα δόντια., χρωστικό (το): {συνήθ. στον πληθ.} ενν. υλικό, μέσο: ερυθρό/κίτρινο ~. Τεχνητά/φυσικά/φυτικά ~ά. Ενισχυμένα/φθορίζοντα ~ά. ~ά πλαστικού/τροφίμων. Παγωτό χωρίς ~ά. [< γαλλ. colorant]
57550χρωστούμενος, η, ο χρω-στού-με-νος επίθ. & χρεωστούμενος (προφ.): που τον χρωστά κάποιος: ~ο: ποσό. ~οι: μισθοί/τόκοι/φόροι. ~ες: δόσεις/εισφορές. ~α: ενοίκια.|| ~ες: εξηγήσεις. ~α: ρεπό.|| ~α: μαθήματα. ● Ουσ.: χρωστούμενα & χρεωστούμενα (τα): ενν. χρήματα: ~ της εταιρείας σε τρίτους. ~ από δανεισμό. Αποπληρωμή/είσπραξη/εξόφληση/καταβολή ~ένων. Πλήρωσε τα ~. Πβ. οφειλή, φέσι, χρέος, χρεωστικό. [< μτγν. χρεωστούμενος]
57551χρωστώ[χρωστῶ] χρω-στώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χρωστ-άς ... | χρωστ-ούσε κ. χρώστ-αγε, -ώντας, -ούμενος} & χρωστάω ΣΥΝ. οφείλω 1. πρέπει να δώσω, να καταβάλω ή να επιστρέψω χρηματικό ποσό: Τι/πόσα ~; ~άει αναδρομικά/εκατομμύρια/... ευρώ/πολλά λεφτά/... μηνιάτικα/το νοίκι/φόρους. ~άνε σε δάνεια/σε δανειστές/σε τράπεζες/στην εφορία/στο Δημόσιο. ~ παντού. 2. (γενικότ.) υποχρεούμαι να δώσω ή να επιστρέψω: ~ά ακόμα δύο δικαιολογητικά (: πρέπει να τα υποβάλει). Μου ~άει το βιβλίο που του δάνεισα.|| (προφ., για φοιτητή) ~ μόνο την πτυχιακή μου (ενν. πρέπει να την παραδώσω). Πόσα μαθήματα ~άς (: πρέπει να τα παρακολουθήσεις, να εξεταστείς σε αυτά), για να πάρεις πτυχίο; 3. αισθάνομαι ηθική υποχρέωση σε κάποιον από τον οποίο ευεργετήθηκα, έχω καθήκον να πραγματοποιήσω κάτι για το οποίο είχα δεσμευτεί: Σου ~ τη ζωή μου. Ό,τι έχω καταφέρει το ~ σε σένα. Του ~άει ένα μεγάλο ευχαριστώ/μεγάλη χάρη/τεράστια ευγνωμοσύνη για τη βοήθειά του. Νιώθουμε ότι σας ~άμε μια συγγνώμη. Δεν ~άμε τίποτα και σε κανέναν. Μου ~άς μια απάντηση/εξηγήσεις για τη συμπεριφορά σου. Μας ~άτε ένα κέρασμα/μια επίσκεψη. (ως έκφρ. αγανάκτησης) Τι σου ~ (= τι φταίω, τι έχω κάνει) και μου φέρεσαι έτσι;|| Η πόλη ~άει τη φήμη της στο(ν) ... ● ΦΡ.: εκεί που μας χρωστούσαν/χρωστάγανε (μας πήραν και το βόδι) (παροιμ.): σε περιπτώσεις που η ζημιά ή η αδικία είναι διπλή. Πβ. (και) κερατάς και δαρμένος., πάρ' τα (να μη στα χρωστάω)! (υβριστ.): με τη συνοδεία της σχετικής χειρονομίας (μούντζα). ΣΥΝ. όρσε, χρωστάω σε όποιον μιλάει ελληνικά (προφ.): είμαι καταχρεωμένος., χρωστάω τα μαλλιοκέφαλά/μαλλιά της κεφαλής/κέρατά μου (λαϊκό): οφείλω μεγάλο χρηματικό ποσό: ~ει ~ του σε πιστωτικές., δεν χρωστάω καλό βλ. καλό, δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό βλ. λογαριασμός, χρωστά(ει) της Μιχαλούς βλ. Μιχαλού [< μεσν. χρωστώ < μτγν. χρεωστῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.