Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58020-58040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57552χταπόδιχτα-πό-δι ουσ. (ουδ.) {χταποδ-ιού} & (λόγ.) οκτάπους & (σπάν.) κταπόδι 1. ΖΩΟΛ. κοινή ονομασία εδώδιμων κεφαλόποδων (γένος Octopus) με σφαιρικό σώμα και οκτώ πλοκάμια που έχουν μία ή δύο σειρές μυζητήρων, και με χρώμα μεταξύ ροζ και πορφυρού: ~ βάρους ... Τα αβγά/οι βεντούζες/το κεφάλι/το μελάνι/τα πόδια του ~ιού. ~ια κρεμασμένα στον ήλιο (: για να ξεραθούν και να γίνουν λιαστά). (για ψαρά:) Χτυπά το ~ στα βράχια (: για να μαλακώσει). ΣΥΝ. πολύποδας. Βλ. καλαμάρι, μαλάκια, σουπιά.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κατεψυγμένο/φρέσκο ~. ~ κρασάτο/ξιδάτο/στιφάδο/ψητό. ~ στα κάρβουνα/στην κατσαρόλα. ~ με κοφτό μακαρονάκι. 2. (κατ΄επέκτ.-προφ.) ελαστικός ιμάντας πρόσδεσης μεταφερόμενων αντικειμένων: Δένω τις αποσκευές με ~ια. Βλ. δίχτυ. 3. (προφ., σε όχημα) πολλαπλή εξαγωγή καυσαερίων από μηχανή εσωτερικής καύσης. ● Υποκ.: χταποδάκι (το) ● ΦΡ.: θα σε χτυπήσω (κάτω) σαν χταπόδι! (απειλητ.): θα σε δείρω ανελέητα. ΣΥΝ. θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα), χτυπιέμαι (κάτω) σαν χταπόδι (προφ.): φωνάζω, εκφράζω με έντονο τρόπο την αγανάκτηση, τη δυσαρέσκεια ή τη διαμαρτυρία μου: Τι ~έσαι ~; Αφού δεν θα καταφέρεις τίποτα στο τέλος. [< μεσν. οκταπόδι]
57553χτέναχτέ-να ουσ. (θηλ.) & κτένα: μακρόστενο και πολύ λεπτό αντικείμενο με ή χωρίς λαβή, με τη μορφή οδοντωτής σειράς συνήθ. από τη μία μόνο πλευρά του, το οποίο χρησιμοποιείται για το χτένισμα των μαλλιών· κατ΄ επέκτ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: αραιή/πυκνή ~ (: ως προς τα δόντια της). Αντιφθειρική/θερμαινόμενη/κοκάλινη/μεταλλική/πλαστική ~. ~ για ίσιωμα/μπούκλες. Ξεμπλέκω τα μαλλιά μου με τη ~. Πβ. τσατσάρα, χτένι1.|| ~ες (= χτένια) για τη συγκομιδή της ελιάς. ● Υποκ.: χτενάκι (το), χτενούλα (η) [< μεσν. κτένα]
57554χτένι1χτέ-νι ουσ. (ουδ.) & κτένι 1. (προφ.) χτένα· κατ΄επέκτ. αντίστοιχο γυναικείο αξεσουάρ συγκράτησης και διακόσμησης των μαλλιών: κοκάλινο ~. Πβ. τσατσάρα. Βλ. κλάμερ, κοκαλ-, τσιμπιδ-άκι, κορδέλα, στέκα. 2. (κατ΄επέκτ.) οδοντωτό εργαλείο με μακρόστενη χειρολαβή· οποιοδήποτε εξάρτημα με το αντίστοιχο σχήμα: μεταλλικά ~ια (: βαφής).|| (παλαιότ., εξάρτημα του αργαλειού:) Ξύλινο ~.|| (εξάρτημα του συμπλέκτη του οχήματος:) Πλατό με διπλά ~ια.|| (εργαλείο συγκομιδής των καρπών της ελιάς· τσουγκράνα, χτένα:) ~ια συλλογής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τμήμα βοδινού κρέατος στην εξωτερική επιφάνεια της ωμοπλάτης. Βλ. κιλότο, σπάλα. ● Υποκ.: χτενάκι (το) ● ΦΡ.: έφτασε ο κόμπος στο χτένι βλ. κόμπος, όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια βλ. γένια [< μεσν. χτένι]
57555χτένι2χτέ-νι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. εδώδιμο μαλάκιο, με λείο ή ακτινωτό όστρακο χρώματος λευκού ή κόκκινου, αποτελούμενο από δύο θυρίδες σε σχήμα βεντάλιας, οι οποίες φέρουν ευθύγραμμο κλείθρο που σχηματίζει δύο προεξοχές σε σχήμα πτερυγίου: μακαρονάδα με ~ια. Βλ. θαλασσινά, οστρακοειδή, φρούτα της θάλασσας. [< μεσν. χτένι]
57556χτενίζωχτε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {χτένι-σα, χτενί-σει, -στηκα, -στεί, χτενίζ-οντας, χτενι-σμένος} & (σπάν.) κτενίζω 1. ξεμπλέκω ή/και περιποιούμαι τα μαλλιά τα δικά μου ή κάποιου άλλου με χτένα ή βούρτσα ή τους δίνω συγκεκριμένη μορφή: (για τύπο χτενίσματος:) ~σε τα μαλλιά της κότσο/προς τα πάνω/προς τα πίσω. ~σε τις αφέλειες. Πβ. βουρτσίζω.|| (κατ' επέκτ.) ~σε τα γένια/το μουστάκι του/τα φρύδια της με βουρτσάκι.|| (για τρίχωμα ζώου:) ~σε τη χαίτη του αλόγου.|| (για κομμωτή:) Την κούρεψε και τη ~σε. 2. (μτφ.-προφ.) κάνω τις τελευταίες βελτιώσεις σε ένα κείμενο· (συνήθ. γενικότ.) ερευνώ λεπτομερώς, ψάχνω: Το άρθρο/σενάριο ~στηκε. Πβ. ρετουσάρω.|| Η Αστυνομία ~ει (= σαρώνει) την περιοχή για τον εντοπισμό των ληστών. Πβ. κοσκινίζω. 3. περνώ λαναρισμένες δέσμες ινών από ιμάντα με βούρτσες και βελόνες, για να ευθυγραμμιστούν και κατ΄επέκτ. να γίνουν λεπτότερες. Πβ. λαναρίζω, ξαίνω. ● Παθ.: χτενίζομαι: Λούστηκε και ~στηκε.|| Πού ~εσαι (: σε ποιο κομμωτήριο πας); ● Μτχ.: χτενισμένος , η, ο: Ήρθε ~ και μπανιαρισμένος/ξυρισμένος. Μαλλί ~ο στο πλάι. ΑΝΤ. ξεχτένιστος.|| ~ο: κείμενο. ΑΝΤ. αχτένιστος.|| ~ο: βαμβάκι/μαλλί. ~ες: ίνες. ● ΦΡ.: εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται (ειρων.): για κάποιον που σε μια κρίσιμη κατάσταση ασχολείται με επουσιώδη πράγματα. ΣΥΝ. εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν [< 1,3: μεσν. χτενίζω 2: μτγν. κτενίζω, αγγλ. comb]
57557χτένισμαχτέ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {χτενίσμ-ατος | -ατα} & (σπάν.) κτένισμα 1. ο τρόπος με τον οποίο είναι χτενισμένα και συνήθ. κουρεμένα τα γυναικεία κυρ. μαλλιά, η μορφή που έχουν: βραδινό/εντυπωσιακό/κλασικό/μοντέρνο/νεανικό/νυφικό ~. ~ μπανάνα/σινιόν. Αφρός/βούρτσα/σπρέι/τζελ/υγρό ~ατος. Στιλ/τύποι ~ατος. (για νύφη:) Πρόβα ~ατος. ~ατα με τσιμπιδάκια/φουρκέτες. Ανδρικά ~ατα. (στο κομμωτήριο:) Πληρώνω για λούσιμο, κούρεμα και ~. (για κομμωτή:) Δημιουργεί περίπλοκα ~ατα. Πβ. κόμμωση, κουπ. Βλ. κότσος, λακ, μιζανπλί, περμανάντ. 2. ξέμπλεγμα, περιποίηση των μαλλιών ή του τριχώματος ζώου με τη χρήση χτένας ή βούρτσας: ~ της γάτας/του σκύλου. Πβ. βούρτσισμα. 3. (μτφ.-προφ.) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του χτενίζω: το τελικό ~ του σεναρίου. Πβ. ρετουσάρισμα.|| Ολονύκτιο/προσεκτικό ~ της περιοχής από τους αστυνομικούς. ● Υποκ.: χτενισματάκι (το) [< μεσν. κτένισμα]
57558χτεςβλ. χθες
57559χτεσινοβραδινός, ή, ό βλ. χθεσινοβραδινός
57560χτεσινός, ή, ό βλ. χθεσινός
57561χτήμαβλ. κτήμα
57562χτίζωβλ. κτίζω
57563χτικιάζωχτι-κιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χτίκια-σε, χτικιά-σει, -σμένος} 1. (μτφ.-προφ.) βασανίζω, παιδεύω· ταλαιπωρούμαι πολύ: Την έχουν ~σει με τα κουτσομπολιά τους.|| Έχει ~σει (= πεθάνει, ψοφήσει) στη δουλειά. 2. (μτφ.-προφ.) δεν αντέχω άλλο, απαυδώ· μπουχτίζω: ~σα (= βαρέθηκα, κουράστηκα) πια να σου εξηγώ!|| ~σαμε (= πήξαμε) εδώ μέσα! 3. (παρωχ.-λαϊκό) παθαίνω φυματίωση. [< μεσν. κτικιάζω, χτικιάζω < μτγν. ἑκτικὸς (πυρετὸς) ‘φυματικός’]
57564χτικιάρης, α, ικο χτι-κιά-ρης επίθ./ουσ. 1. (προφ.) αρρωστιάρης· χλομός και αδύνατος. 2. (παρωχ.-λαϊκό) φυματικός. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. κτικιάρης]
57565χτικιόχτι-κιό ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) πολύ αδύνατος άνθρωπος: Έχει γίνει σαν ~. Πβ. στοιχειό. 2. (μτφ.-προφ.) βάσανο, ταλαιπωρία. 3. (παρωχ.-λαϊκό) φυματίωση. [< μεσν. κτικιό, χτικιό]
57566χτίσιμοβλ. κτίσιμο
57567χτίσμαβλ. κτίσμα
57568χτίστηςβλ. κτίστης
57569χτιστόςβλ. κτιστός
57571χτυπάωβλ. χτυπώ
57572χτύπημαχτύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) {χτυπήμ-ατος | -ατα} & (σπάν.-λόγ.) κτύπημα 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χτυπώ, κρούση· συνεκδ. ο ήχος, ο κρότος που προκαλείται: ρυθμικό ~ των χεριών (= παλαμάκια, χειροκρότημα). Νευρικό ~ του ποδιού στο έδαφος. ~ των πλήκτρων (του Η/Υ) (= πληκτρολόγηση). Φιλικό ~ στην πλάτη. (ΑΘΛ.) Εύστοχο ~ πέναλτι. ~ της μπάλας με τη ρακέτα/στο παρκέ (πβ. πρόσκρουση).|| Το ~ του κουδουνιού (= κουδούνισμα)/ρολογιού (βλ. ξυπνητήρι). Το χαρμόσυνο ~ της καμπάνας. Ακούστηκε ένα δυνατό/σιγανό ~ στην πόρτα. Το (γρήγορο) ~ της καρδιάς (πβ. παλμός, χτυποκάρδι). Πβ. χτύπος. 2. βίαιη πράξη που συνήθ. επιφέρει σωματική βλάβη· συνεκδ. τραύμα, πληγή: δολοφονικό/τρομοκρατικό ~. Τα ~ατα του εχθρού (πβ. επίθεση, έφοδος). ~ατα από αέρος (= βομβαρδισμοί, πυρά). (ΑΘΛ.) Αντικανονικό ~ (πβ. φάουλ). Βλ. κονταρο~.|| Του κατάφερε ~ατα (βλ. γροθιά, κλοτσιά, μπουνιά). Πβ. πλήγμα.|| ~ατα με μαχαίρι (= μαχαιριές). Τα γόνατά του είναι γεμάτα ~ατα (: γρατζουνιές, μελανιές). Το θύμα φέρει πολλαπλά/σοβαρά ~ατα (πβ. κακώσεις). 3. (μτφ.) πλήγμα, συμφορά· ηθική ζημιά, δυστυχία: νέο ισχυρότατο ~ του εγκέλαδου/σεισμού. Η εταιρεία δέχτηκε δυνατό/μεγάλο οικονομικό ~. Πισώπλατα ~ατα (= μαχαιρώματα). Συνεχίζει να χαμογελά παρά τα απανωτά ~ατα της μοίρας. 4. (μτφ.-προφ.) αποτελεσματική αντιμετώπιση, εξάλειψη, καταπολέμηση: τελειωτικό/τελικό ~. Πβ. χαριστική βολή. Νέο καίριο ~ κατά των εμπόρων ναρκωτικών πέτυχε η Αστυνομία. Πβ. εξουδετέρωση, πάταξη.|| Το ~ (= μείωση) των τιμών. 5. δυνατό και γρήγορο ανακάτεμα: ~ των αβγών/του φραπέ. Πβ. ανάδευση, ανακίνηση, κούνημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο χτύπημα: ΑΘΛ. ελεύθερο λάκτισμα., χαριστική βολή βλ. χαριστικός ● ΦΡ.: χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση (μτφ.): για επίθεση σε βάρος κάποιου με ύπουλο και ανέντιμο τρόπο: Δέχτηκε ~ατα ~. [< 1: αρχ. κτύπημα 'κρότος, θόρυβος' 2,3: μεσν.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.