| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57573 | χτυπητήρι | χτυ-πη-τή-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κτυπητήρι (προφ.) 1. οικιακό εργαλείο που χρησιμοποιείται για ανακάτεμα, ανάμειξη ρευστών ουσιών: ηλεκτρικό/συρμάτινο (= σύρμα) ~. ~ αβγών (βλ. μαρέγκα). ~ του φραπέ (βλ. σέικερ, φραπεδιέρα). Ανακατεύω/χτυπώ τα υλικά με το ~ (βλ. μίξερ). Πβ. αναδευτήρας. Βλ. ανοιχ-, σουρω-τήρι. 2. (σπάν.) όργανο ή εξάρτημα ηλεκτρικής σκούπας για να καθαρίζονται φλοκάτες ή στρωσίδια, μέσω του χτυπήματός τους: ~ χαλιών. Πβ. τιναχτήρι. 3. (σπάν.) ρόπτρο. Βλ. -τήρι. | |
| 57574 | χτυπητός | , ή, ό χτυ-πη-τός επίθ. & κτυπητός (προφ.) 1. (μτφ.) έντονος: ~ές: εικόνες. Βλ. ευκολομνημόνευτος.|| (που προκαλεί αίσθηση, ηχηρός:) ~ές: κουβέντες/λέξεις. Πβ. δριμύς, καυστικός.|| ~ή: λεπτομέρεια/παραφωνία. ~ές: αντιφάσεις. Πβ. οφθαλμοφανής, φανερός.|| ~ή: εμφάνιση. ~ό: μακιγιάζ/ντύσιμο. ~ά: (στο μάτι) γράμματα (: συνήθ. μαύρου χρώματος, βλ. μπολντ). Πβ. εντυπωσιακός, ζωηρός, ζωηρόχρωμος, φανταχτερός, φαντεζί.|| ~ό: παράδειγμα. Το πλέον ~ό του γνώρισμα/ελάττωμα ... Πβ. τυπ-, χαρακτηριστ-ικός.|| ~ές: ελλείψεις/παραβιάσεις. ~ά ορθογραφικά λάθη. Πβ. σημαντικός, σοβαρός. 2. που έχει χτυπηθεί· ειδικότ. που έχει παρασκευαστεί με χτύπημα, χτυπημένος: ~ός: καφές (: φραπέ). ~ή: ζύμη. ~ά: αβγά. 3. χτυπημένος με σφυρί: ~ός: γρανίτης. ~ές: πλάκες.|| ~ό: ανάγλυφο/ασήμι (πβ. σφυρηλατημένος, σφυρήλατος). ● Ουσ.: χτυπητή (η): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό από λιωμένη φέτα, καυτερή πιπεριά, λάδι και αρτύματα: πικάντικη ~. Πβ. τυρο-καυτερή, -σαλάτα. Βλ. κοπανιστή. ● επίρρ.: χτυπητά | |
| 57575 | χτυποκάρδι | χτυ-πο-κάρ-δι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) κτυποκάρδι (προφ.): έντονες καρδιακές συστολές εξαιτίας αγωνίας ή ερωτικού συναισθήματος· συνεκδ. το αντίστοιχο συναίσθημα: δυνατό ~ (βλ. ταχυπαλμία). Το γλυκό ~ της προσμονής/του πρώτου ραντεβού.|| Το ~ των υποψηφίων. Ερωτικά/εφηβικά/μαθητικά ~ια (= σκιρτήματα). Η καρδιά μου πήγε να σπάσει απ' το ~. Πέρασα απίστευτο ~ μέχρι να ... (πβ. ταραχή). ΣΥΝ. καρδιοχτύπι | |
| 57576 | χτύπος | χτύ-πος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) κτύπος 1. ο ήχος που προκαλείται από χτύπημα: απαλός ~. Δυνατός ~ (: κρότος). Ο ρυθμικός ~ του εκκρεμούς/ρολογιού (βλ. τικ τακ). ~ του κουδουνιού (= κουδούνισμα). Οι πένθιμοι/χαρούμενοι ~οι της καμπάνας (βλ. ντιν νταν). ~οι στην πόρτα. 2. (προφ.) (καρδιακός) παλμός: ~οι της καρδιάς (= χτυποκάρδι). Πβ. σφυγμός. [< μεσν. χτύπος, αρχ. κτύπος] | |
| 57577 | χτυπώ | [χτυπῶ] χτυ-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χτυπ-άς ..., -ούν (προφ.) -άνε, -ώντας | χτύπ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} & χτυπάω & κτυπώ 1. ασκώ δύναμη σε κάτι, ώστε να παράγεται ήχος ή να εκτελείται μια ενέργεια: ~ την πόρτα (πβ. βαρώ). ~άει το ντέφι/τις χορδές της κιθάρας (πβ. κρούω). ~ παλαμάκια (πβ. χειροκροτώ).|| ~ τα πλήκτρα (= πληκτρολογώ). (ΑΘΛ.) ~ησε (= εκτέλεσε) το κόρνερ/πέναλτι. Τον ~ησε φιλικά στην πλάτη. (προφ.) ~ το εισιτήριο (= επικυρώνω).|| ~άει το κουδούνι/το ξυπνητήρι/ο συναγερμός/το τηλέφωνο. ~άνε οι καμπάνες (πβ. ηχώ, σημαίνω)/τα τύμπανα. Το ρολόι ~ησε μεσάνυχτα.|| ~ούν τα δόντια μου από το κρύο. Η καρδιά μου ~άει (= πάλλεται) δυνατά (: έχω αγωνία, καρδιο~). 2. ασκώ σωματική δύναμη, βία, καταφέρω πλήγμα: ~ (κάποιον) αλύπητα/βάναυσα/θανάσιμα (πβ. βαρώ, δέρνω, ξυλοκοπώ). ~ησε στο πρόσωπο/σαγόνι. Τον ~ησαν με γροθιές/κλομπ/ρόπαλο. Τα παιδιά ~ιούνταν στην αυλή (πβ. τσακώνομαι).|| (προφ.) Με ~άνε (: με κόβουν, στενεύουν) τα παπούτσια.|| Τους ~ησαν με όπλα/~ήθηκε από σφαίρα (πβ. πυροβολώ). Είναι άσχημα/βαριά/ελαφριά ~ημένος (: λαβω-, πληγω-μένος). (μτφ.) ~ημένος από (τον) καρκίνο. 3. πέφτω ορμητικά πάνω σε κάτι ή κάποιον: Η μοτοσικλέτα ~ησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος (πβ. συγκρούομαι, τρακάρω). Η μπάλα ~ησε στο δοκάρι/ταμπλό. ~ημένο: αυτοκίνητο (= τρακαρισμένο).|| (προσκρούω πάνω σε κάτι και τραυματίζομαι:) ~ησα στο κεφάλι/στο πόδι. Έχω μώλωπες στο σημείο που ~ησα. Γλίστρησε και ~ησε. Τον ~ησε φορτηγό. ~ημένο: χέρι (= τραυματισμένο).|| (μτφ.) Τον ~ησε κεραυνός/το ρεύμα. Μέρος που το ~άει ο αέρας/άνεμος. Με ~ησε (= βάρεσε) η ζέστη (στο κεφάλι). Σε έχει ~ήσει ο έρωτας κατακούτελα. 4. προκαλώ καταστροφή, προσβάλλω, πλήττω: ~ τον αντίπαλο (πβ. επιτίθεμαι). Οι ληστές έχουν ~ήσει πολλές φορές στη γειτονιά (πβ. κλέβω, ληστεύω). ~ησε ο εγκέλαδος/τυφώνας.|| Επικίνδυνος ιός ~ά τους υπολογιστές (πβ. βλάπτω).|| (μτφ.) Τα σκάνδαλα ~ούν τον αθλητισμό. Οικονομία/χώρα που έχει ~ηθεί από την κρίση. 5. (μτφ.-προφ.) αντιμετωπίζω αποτελεσματικά προβληματική ή ανταγωνιστική κατάσταση: ~ούν τη διαφθορά/το κατεστημένο/το παραεμπόριο (πβ. καταπολεμώ, πατάσσω).|| Με το νέο μοντέλο η επιχείρηση θα ~ήσει την αγορά. Πβ. ανταγωνίζομαι. 6. ανακατεύω, κουνώ με δύναμη: ~ τον φραπέ. ~ τα υλικά στο γουδί/μίξερ/μπλέντερ/σέικερ. ~άμε τ' ασπράδια στο μπολ να γίνουν μαρέγκα. Πβ. αναδεύω, αναταράζω. 7. (μτφ.-προφ.) πετυχαίνω στόχο, κατακτώ κάτι ή εκτελώ έργο με έντονο τρόπο: Η εκπομπή ~άει υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Η ομάδα θα προσπαθήσει να ~ήσει μετάλλιο/την πρώτη θέση (πβ. διεκδικώ). ~ησα ένα φόρεμα στις εκπτώσεις (: αγόρασα)! Η θερμοκρασία ~ησε τους (: ανέβηκε στους) 38 βαθμούς. Πάμε να ~ήσουμε μπριζόλες (: να τσακίσουμε, φάμε).|| ~ (: δουλεύω) δεκάωρα κάθε μέρα στη δουλειά. (στρατιωτική αργκό) ~άει σκοπιές/υπηρεσίες (: κάνει). 8. (μτφ.-προφ.) υπενθυμίζω σε κάποιον κάτι που έκανε, κατακρίνοντάς τον: Άργησα κι εγώ μια φορά και θα μου το ~άς (= κοπανάς) συνέχεια; 9. (μτφ.-προφ.) κατηγορώ, επικρίνω: ~άνε το έργο του. Τους ~άνε τα ΜΜΕ. Πβ. βάλλω, μέμφομαι, πολεμώ. ● Παθ.: χτυπιέμαι (προφ.): κάνω εντατικά ή με ένταση κάτι· εκδηλώνω με έντονες σωματικές κινήσεις την οργή ή τα νεύρα μου: ~ιέται στο γυμναστήριο/στα κλαμπ (: χορεύει έντονα).|| ~ιόταν φωνάζοντας. Πβ. οδύρομαι. ΣΥΝ. κοπανιέμαι ● ΦΡ.: μου χτυπάει & χτυπάει (προφ.): μου προκαλεί εντύπωση, συνήθ. αρνητική: Δεν ~ ~ησε καλά αυτό που είπε. ~ ~ησαν άσχημα αυτά που διάβασα. Η αντίδρασή/το ύφος του χτυπάει περίεργα. Βλ. μου φαίνεται., που να/(όσο) και να χτυπιέσαι (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει σε καμιά περίπτωση, όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος: ~ ~ δεν θα σε δεχτεί. Δεν τους ξαναδίνω λεφτά ~ ~ιούνται κάτω., χτύπα/να χτυπήσω ξύλο!: ως έκφραση αποτροπής δυσάρεστων καταστάσεων, που συχνά συνοδεύεται από αντίστοιχη κίνηση: ~ ~! Είμαι μια χαρά στην υγεία μου. Βλ. ματιάζω. ΣΥΝ. κουνήσου από τη θέση σου, κούφια η ώρα (που τ' ακούει), φάε/δάγκωσε/κατάπιε τη γλώσσα σου!, χτυπάει τις τιμές (στο εμπόριο): παρέχει υπηρεσίες, πουλά προϊόντα σε ανταγωνιστικές ή αντίθετα σε αρκετά υψηλές τιμές: Η εταιρεία με πιο φτηνές χρεώσεις έρχεται να ~ήσει ~.|| Δεν υπάρχει άλλο μαγαζί στην περιοχή και έτσι ~ ~ (ΑΝΤ. μειώνει, ρίχνει τις τιμές)., χτυπάω εκεί που πονάει (μτφ.): θίγω το ευαίσθητο σημείο: Οι δηλώσεις/υπαινιγμοί του ~άνε εκεί που πονάμε περισσότερο., χτυπάω κάρτα: εισάγω κάρτα σε μηχάνημα, για να καταγραφεί η ώρα προσέλευσης ή αποχώρησής μου από τον χώρο εργασίας· γενικότ. δίνω το παρών κάπου μια συγκεκριμένη ώρα: ~ει ~ στην υπηρεσία του.|| (μτφ.) ~άμε ~ κάθε μεσημέρι στην καφετέρια., βαράει προσοχή/προσοχές βλ. προσοχή, βαράω/χτυπάω ενέσεις βλ. ένεση, βαράω/χτυπάω μπιέλα/μπιέλες βλ. μπιέλα, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι, βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι βλ. μάτι, για ποιον χτυπά(ει) η καμπάνα; βλ. καμπάνα1, η καρδιά μου χτυπάει σαν ταμπούρλο βλ. καρδιά, θα σε χτυπήσω (κάτω) σαν χταπόδι! βλ. χταπόδι, κάτι μου χτυπάει την πόρτα βλ. πόρτα, λύνομαι/χτυπιέμαι στο γέλιο/στα γέλια βλ. γέλιο, μου τη δίνει/μου τη σπάει βλ. δίνω, πάρε τον ένα(ν) (και) χτύπα τον άλλον βλ. παίρνω, που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω βλ. κώλος, στο κόκκινο/χτυπάω κόκκινο βλ. κόκκινος, το θερμόμετρο χτυπάει/χτύπησε κόκκινο βλ. θερμόμετρο, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος, χτυπάει/βαράει (κάποιον) στο κεφάλι βλ. κεφάλι, χτυπάει/κρούει το καμπανάκι βλ. καμπανάκι, χτυπάω πόρτες βλ. πόρτα, χτύπησε κέντρο βλ. κέντρο, χτυπιέμαι (κάτω) σαν χταπόδι βλ. χταπόδι, χτυπώ λάθος πόρτα βλ. πόρτα, χτυπώ φλέβα βλ. φλέβα, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα, χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό [< μεσν. χτυπώ < αρχ. κτυπῶ ‘αντηχώ, βροντώ’] | |
| 57578 | χυδαιολογία | χυ-δαι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) χυδαιολόγημα (το) (λόγ.): λέξη ή έκφραση με χυδαίο περιεχόμενο: αγοραία/συκοφαντική/υβριστική ~. Δημοσιεύματα/οχετός ~ας. Αποφυγή της ~ας και της γλωσσικής βαρβαρότητας. Τον στόλισε με ~ες (= βρισιές, βωμολοχίες). Πβ. αισχρολογία, χυδαιότητα. Βλ. -λογία. [< μτγν. χυδαιολογία] | |
| 57579 | χυδαιολόγος | , ος χυ-δαι-ο-λό-γος επίθ./ουσ. (λόγ.): που χυδαιολογεί. Πβ. αθυρό-, βρομό-, ελευθερό-στομος. ΣΥΝ. βωμολόχος | |
| 57580 | χυδαιολογώ | [χυδαιολογῶ] χυ-δαι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {χυδαιολογ-είς ..., -ώντας | χυδαιολόγ-ησε, -ήσει} (λόγ.): μιλώ, εκφράζομαι με χυδαίο τρόπο: ~ούσε (αισχρά/ασύστολα) εναντίον/κατά του ... Πβ. βρίζω, λασπολογώ. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. βωμολοχώ | |
| 57581 | χυδαίος | , α, ο [χυδαῖος] χυ-δαί-ος επίθ. 1. που αναφέρεται σε θέματα σχετικά με το γενετήσιο ένστικτο με ιδιαίτερη προκλητικότητα, κατά τρόπο που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ: ~α: χειρονομία. ~ο: θέαμα/λεξιλόγιο/πείραγμα/χιούμορ. ~οι: αστεϊσμοί/τρόποι. ~ες: βρισιές/εκφράσεις/πράξεις. ~α: ανέκδοτα/αστεία/συνθήματα/σχόλια. Εικόνες με ~ο περιεχόμενο (= ακατάλληλο, ανήθικο, πορνογραφικό, προκλητικό, σεξουαλικό, τολμηρό). Πβ. απρεπής, άσεμνος, ξεδιάντροπος.|| Καταντά ~.|| ~ο: στόμα (= βρομόστομα). ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος ΑΝΤ. ευπρεπής (1) 2. που έχει ιδιαίτερα υβριστικό περιεχόμενο ή εκδηλώνεται με τρόπο που προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια: ~ος: λαϊκισμός. ~α: εκμετάλλευση/χειραγώγηση. ~οι: εκβιασμοί/τραμπουκισμοί. ~ες: συκοφαντίες/ύβρεις. Δυσφημείται με τον πιο ~ο τρόπο.|| ~οι: προπαγανδιστές. Πβ. αναξιοπρεπής, κακοήθης. 3. (παλαιότ.-μειωτ., από τους υποστηρικτές της καθαρεύουσας) που αναφέρεται στη δημοτική: ~α: γλώσσα. ● Ουσ.: χυδαίο (το): χυδαιότητα: το αγνό και το ~. ● επίρρ.: χυδαία & (λόγ.) χυδαίως ● ΣΥΜΠΛ.: χυδαίος υλισμός: ΦΙΛΟΣ. (όπως χαρακτηρίστηκε επικριτικά από τους υποστηρικτές του διαλεκτικού υλισμού) ρεύμα των μέσων του 19ου αι. το οποίο επιχείρησε απλούστευση της θεωρίας του υλισμού. Βλ. θετικισμός. [< αγγλ. vulgar materialism] [< μτγν. χυδαῖος ‘κοινός, συνηθισμένος, αγροίκος’, γαλλ. vulgaire] | |
| 57582 | χυδαιότητα | χυ-δαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χυδαίου· (συνεκδ.-στον πληθ.) χυδαίες πράξεις, χυδαιολογίες: πρωτοφανής ~. Η ~ά του δεν έχει όρια/είναι απερίγραπτη. Η ~ (= το χυδαίο) των εικόνων/λόγων.|| Τι ~ες είν' αυτές! Πβ. αισχρ-, ποταπ-ότητα, απρέπεια, κακοήθεια, προστυχιά. [< μτγν. χυδαιότης ‘σύγχυση, χοντροκοπιά’] | |
| 57583 | χυδαϊστί | χυ-δα-ϊ-στί επίρρ. (λόγ.) 1. (ειρων.) στη δημοτική, στη γλώσσα του λαού. Βλ. βαρβαριστί, -ιστί. 2. με χυδαιολογίες. [< μεσν. χυδαϊστί] | |
| 57584 | χύδην | χύ-δην επίρρ. (λόγ.): χύμα: Προϊόντα που πωλούνται ~. Πβ. σωρηδόν.|| (ως επίθ.) Διακίνηση/μεταφορά ~ εμπορευμάτων/τσιμέντου. Πλοία ~ ξηρού/υγρού φορτίου. Πβ. ασυσκεύαστος.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ όχλος (= αγράμματος, αμόρφωτος). Βλ. -δην. [< αρχ. χύδην] | |
| 57585 | χυλοθώρακας | χυ-λο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση χυλού στην κοιλότητα του υπεζωκότα, εξαιτίας ρήξης των λεμφικών αγγείων. Βλ. ασκίτης, πνευμοθώρακας. [< αγγλ. chylothorax] | |
| 57586 | χυλομικρά | χυ-λο-μι-κρά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χυλομικρό}: ΒΙΟΧ. λιποπρωτεϊνικά σωματίδια που αποτελούνται κυρ. από τριγλυκερίδια και μικρές ποσότητες χοληστερόλης, σχηματίζονται στις εντερικές λάχνες κατά τη διάρκεια της απορρόφησης του λίπους της τροφής και μεταφέρονται με τη λέμφο στο αίμα. Βλ. λιπαρά οξέα, χυλός. [< αγγλ. chylomicrons, 1921, γαλλ. ~] | |
| 57587 | χυλόπιτα | χυ-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.) (προφ.): απόρριψη ερωτικής πρότασης: Έφαγε (τη) ~ (πβ. χι2). Του έδωσε/έριξε ~. Πβ. γείωμα, χλαπάτσα. | |
| 57588 | χυλοπίτες | χυ-λο-πί-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. χυλοπίτα}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό ζυμαρικό σε σχήμα μικρού τετραγώνου ή μακρόστενης ταινίας: ~ χωριάτικες. Φρέσκες ~. Κόκορας/κοτόπουλο κοκκινιστό(ς) με ~. Βλ. ταλιατέλες. [< μεσν. χυλόπιτα] | |
| 57589 | χυλός | χυ-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. παχύρρευστο μείγμα σαν πολτός, με βάση το αλεύρι: αραιός/πηχτός ~. ~ για κρέπες/λουκουμάδες. Βουτάμε τις μελιτζάνες/τον μπακαλιάρο στον ~ό και τηγανίζουμε. Πβ. αλευριά, κουρκούτι. Βλ. τηγανίτα.|| Χτυπάμε (τα υλικά), μέχρι να γίνουν ένας λείος ~.|| Το φαγητό έγινε ~ (= έλιωσε, χύλωσε). Βλ. νιανιά. 2. ΜΑΓΕΙΡ. πρόχειρο φαγητό από δημητριακά (αλεσμένα ή σε νιφάδες) και νερό ή γάλα: ~ βρόμης (βλ. κουάκερ). ~ από καλαμποκάλευρο/πλιγούρι. Βλ. μαμαλίγκα, πολέντα, πτισάνη. 3. ΦΥΣΙΟΛ. παχύρρευστο υγρό που προέρχεται από την πέψη των τροφών στο στομάχι, αποτελείται από λέμφο και χυλομικρά και καταλήγει μέσω του θωρακικού πόρου στο αίμα. ● ΦΡ.: όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι & (σπάν.) όποιος καεί στο κουρκούτι, φυσάει και το γιαούρτι (παροιμ.): για κάποιον που, επειδή κάποτε του συνέβη κάτι δυσάρεστο ή είχε μια άσχημη εμπειρία, παίρνει πλέον προφυλάξεις με το παραμικρό. [< αρχ. χυλός, γαλλ.-αγγλ. chyle] | |
| 57590 | χυλώδης | , ης, ες χυ-λώ-δης επίθ. {χυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει μορφή, σύσταση χυλού: (ΙΑΤΡ.) ~ης: ασκίτης. ~ες: περιεχόμενο στομάχου.|| ~η: φαγητά. Πβ. λασπ-, πολτ-ώδης. Βλ. -ώδης. [< μτγν. χυλώδης 'όμοιος με χυμό, χυμώδης'] | |
| 57591 | χυλώνει | χυ-λώ-νει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χύλω-σε, χυλώ-σει, -μένος} (προφ.): μετατρέπεται σε χυλό, γίνεται σαν πολτός: ~σε το ρύζι/φαγητό (: λαπάδιασε, λάσπωσε και κατ’ επέκτ. δεν είναι εύγευστο).|| Αφήνουμε τη φασολάδα να βράσει, μέχρι να ~σει καλά (: να γίνει πηχτή). Ανακατέψτε τα υλικά, μέχρι να ~σουν (= λιώσουν, πολτοποιηθούν). ~μένες: φακές. [< αρχ. χυλῶ] | |
| 57592 | χύμα | χύ-μα επίρρ. (προφ.) 1. (για εμπόρευμα που δεν έχει παραχθεί σε οργανωμένη βιομηχανική μονάδα) ασυσκεύαστος, έτσι ώστε ο αγοραστής να επιλέγει την ποσότητα που επιθυμεί: γιαούρτι/ζάχαρη/κρασί (ΑΝΤ. εμφιαλωμένος)/λουκούμια/παγωτό/φακές/φέτα/χαλβάς ~. Τσάι/χαμομήλι ~ σε σελοφάν (ΑΝΤ. τυποποιημένος). ~ τσιμέντο. ~ εισαγωγές/εξαγωγές/καταναλώσεις/πωλήσεις. Μεταφορές εμπορευμάτων/φορτίων/χημικών ~. Πβ. χύδην. ΑΝΤ. συσκευασμένος 2. χωρίς τάξη· σκόρπιος, διασκορπισμένος: σελίδες/σημειώσεις πεταμένες ~ στο πάτωμα (: ανάκατα, ανακατωμένα, διάσπαρτα).|| (ως επίθ., μτφ.) ~ κατάσταση. ~ λέξεις/σκέψεις. 3. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός για άτομο που δεν έχει οργάνωση στη ζωή του ή δεν περιποιείται την εμφάνισή του: Είναι πολύ ~ (: δεν είναι συγκροτημένος). Πβ. ακατάστατος, ανοργάνωτος, χαλαρός. Βλ. αφηρημένος, παρορμητικός.|| Ντυμένος ~ (ΑΝΤ. κυριλέ). ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα (προφ.): απευθύνομαι σε κάποιον χωρίς περιστροφές, με ειλικρίνεια, θάρρος και συνήθ. επικριτικό ύφος. Πβ. ωμά. ΣΥΝ. μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια, στα ίσ(ι)α (2), χύμα στο κύμα (αργκό): χωρίς τάξη, οργάνωση: (ως επίθ.) εντελώς/πολύ ~ ~ άτομο/κατάσταση.|| Εμφάνιση ~ ~ (= πολύ ατημέλητη)., έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα [< μτγν. χύμα ‘μάζα, συνονθύλευμα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ