| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57580 | χυδαιολογώ | [χυδαιολογῶ] χυ-δαι-ο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {χυδαιολογ-είς ..., -ώντας | χυδαιολόγ-ησε, -ήσει} (λόγ.): μιλώ, εκφράζομαι με χυδαίο τρόπο: ~ούσε (αισχρά/ασύστολα) εναντίον/κατά του ... Πβ. βρίζω, λασπολογώ. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. βωμολοχώ | |
| 57581 | χυδαίος | , α, ο [χυδαῖος] χυ-δαί-ος επίθ. 1. που αναφέρεται σε θέματα σχετικά με το γενετήσιο ένστικτο με ιδιαίτερη προκλητικότητα, κατά τρόπο που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ: ~α: χειρονομία. ~ο: θέαμα/λεξιλόγιο/πείραγμα/χιούμορ. ~οι: αστεϊσμοί/τρόποι. ~ες: βρισιές/εκφράσεις/πράξεις. ~α: ανέκδοτα/αστεία/συνθήματα/σχόλια. Εικόνες με ~ο περιεχόμενο (= ακατάλληλο, ανήθικο, πορνογραφικό, προκλητικό, σεξουαλικό, τολμηρό). Πβ. απρεπής, άσεμνος, ξεδιάντροπος.|| Καταντά ~.|| ~ο: στόμα (= βρομόστομα). ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος ΑΝΤ. ευπρεπής (1) 2. που έχει ιδιαίτερα υβριστικό περιεχόμενο ή εκδηλώνεται με τρόπο που προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια: ~ος: λαϊκισμός. ~α: εκμετάλλευση/χειραγώγηση. ~οι: εκβιασμοί/τραμπουκισμοί. ~ες: συκοφαντίες/ύβρεις. Δυσφημείται με τον πιο ~ο τρόπο.|| ~οι: προπαγανδιστές. Πβ. αναξιοπρεπής, κακοήθης. 3. (παλαιότ.-μειωτ., από τους υποστηρικτές της καθαρεύουσας) που αναφέρεται στη δημοτική: ~α: γλώσσα. ● Ουσ.: χυδαίο (το): χυδαιότητα: το αγνό και το ~. ● επίρρ.: χυδαία & (λόγ.) χυδαίως ● ΣΥΜΠΛ.: χυδαίος υλισμός: ΦΙΛΟΣ. (όπως χαρακτηρίστηκε επικριτικά από τους υποστηρικτές του διαλεκτικού υλισμού) ρεύμα των μέσων του 19ου αι. το οποίο επιχείρησε απλούστευση της θεωρίας του υλισμού. Βλ. θετικισμός. [< αγγλ. vulgar materialism] [< μτγν. χυδαῖος ‘κοινός, συνηθισμένος, αγροίκος’, γαλλ. vulgaire] | |
| 57582 | χυδαιότητα | χυ-δαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χυδαίου· (συνεκδ.-στον πληθ.) χυδαίες πράξεις, χυδαιολογίες: πρωτοφανής ~. Η ~ά του δεν έχει όρια/είναι απερίγραπτη. Η ~ (= το χυδαίο) των εικόνων/λόγων.|| Τι ~ες είν' αυτές! Πβ. αισχρ-, ποταπ-ότητα, απρέπεια, κακοήθεια, προστυχιά. [< μτγν. χυδαιότης ‘σύγχυση, χοντροκοπιά’] | |
| 57583 | χυδαϊστί | χυ-δα-ϊ-στί επίρρ. (λόγ.) 1. (ειρων.) στη δημοτική, στη γλώσσα του λαού. Βλ. βαρβαριστί, -ιστί. 2. με χυδαιολογίες. [< μεσν. χυδαϊστί] | |
| 57584 | χύδην | χύ-δην επίρρ. (λόγ.): χύμα: Προϊόντα που πωλούνται ~. Πβ. σωρηδόν.|| (ως επίθ.) Διακίνηση/μεταφορά ~ εμπορευμάτων/τσιμέντου. Πλοία ~ ξηρού/υγρού φορτίου. Πβ. ασυσκεύαστος.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ όχλος (= αγράμματος, αμόρφωτος). Βλ. -δην. [< αρχ. χύδην] | |
| 57585 | χυλοθώρακας | χυ-λο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση χυλού στην κοιλότητα του υπεζωκότα, εξαιτίας ρήξης των λεμφικών αγγείων. Βλ. ασκίτης, πνευμοθώρακας. [< αγγλ. chylothorax] | |
| 57586 | χυλομικρά | χυ-λο-μι-κρά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χυλομικρό}: ΒΙΟΧ. λιποπρωτεϊνικά σωματίδια που αποτελούνται κυρ. από τριγλυκερίδια και μικρές ποσότητες χοληστερόλης, σχηματίζονται στις εντερικές λάχνες κατά τη διάρκεια της απορρόφησης του λίπους της τροφής και μεταφέρονται με τη λέμφο στο αίμα. Βλ. λιπαρά οξέα, χυλός. [< αγγλ. chylomicrons, 1921, γαλλ. ~] | |
| 57587 | χυλόπιτα | χυ-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.) (προφ.): απόρριψη ερωτικής πρότασης: Έφαγε (τη) ~ (πβ. χι2). Του έδωσε/έριξε ~. Πβ. γείωμα, χλαπάτσα. | |
| 57588 | χυλοπίτες | χυ-λο-πί-τες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. χυλοπίτα}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό ζυμαρικό σε σχήμα μικρού τετραγώνου ή μακρόστενης ταινίας: ~ χωριάτικες. Φρέσκες ~. Κόκορας/κοτόπουλο κοκκινιστό(ς) με ~. Βλ. ταλιατέλες. [< μεσν. χυλόπιτα] | |
| 57589 | χυλός | χυ-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. παχύρρευστο μείγμα σαν πολτός, με βάση το αλεύρι: αραιός/πηχτός ~. ~ για κρέπες/λουκουμάδες. Βουτάμε τις μελιτζάνες/τον μπακαλιάρο στον ~ό και τηγανίζουμε. Πβ. αλευριά, κουρκούτι. Βλ. τηγανίτα.|| Χτυπάμε (τα υλικά), μέχρι να γίνουν ένας λείος ~.|| Το φαγητό έγινε ~ (= έλιωσε, χύλωσε). Βλ. νιανιά. 2. ΜΑΓΕΙΡ. πρόχειρο φαγητό από δημητριακά (αλεσμένα ή σε νιφάδες) και νερό ή γάλα: ~ βρόμης (βλ. κουάκερ). ~ από καλαμποκάλευρο/πλιγούρι. Βλ. μαμαλίγκα, πολέντα, πτισάνη. 3. ΦΥΣΙΟΛ. παχύρρευστο υγρό που προέρχεται από την πέψη των τροφών στο στομάχι, αποτελείται από λέμφο και χυλομικρά και καταλήγει μέσω του θωρακικού πόρου στο αίμα. ● ΦΡ.: όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι & (σπάν.) όποιος καεί στο κουρκούτι, φυσάει και το γιαούρτι (παροιμ.): για κάποιον που, επειδή κάποτε του συνέβη κάτι δυσάρεστο ή είχε μια άσχημη εμπειρία, παίρνει πλέον προφυλάξεις με το παραμικρό. [< αρχ. χυλός, γαλλ.-αγγλ. chyle] | |
| 57590 | χυλώδης | , ης, ες χυ-λώ-δης επίθ. {χυλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει μορφή, σύσταση χυλού: (ΙΑΤΡ.) ~ης: ασκίτης. ~ες: περιεχόμενο στομάχου.|| ~η: φαγητά. Πβ. λασπ-, πολτ-ώδης. Βλ. -ώδης. [< μτγν. χυλώδης 'όμοιος με χυμό, χυμώδης'] | |
| 57591 | χυλώνει | χυ-λώ-νει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χύλω-σε, χυλώ-σει, -μένος} (προφ.): μετατρέπεται σε χυλό, γίνεται σαν πολτός: ~σε το ρύζι/φαγητό (: λαπάδιασε, λάσπωσε και κατ’ επέκτ. δεν είναι εύγευστο).|| Αφήνουμε τη φασολάδα να βράσει, μέχρι να ~σει καλά (: να γίνει πηχτή). Ανακατέψτε τα υλικά, μέχρι να ~σουν (= λιώσουν, πολτοποιηθούν). ~μένες: φακές. [< αρχ. χυλῶ] | |
| 57592 | χύμα | χύ-μα επίρρ. (προφ.) 1. (για εμπόρευμα που δεν έχει παραχθεί σε οργανωμένη βιομηχανική μονάδα) ασυσκεύαστος, έτσι ώστε ο αγοραστής να επιλέγει την ποσότητα που επιθυμεί: γιαούρτι/ζάχαρη/κρασί (ΑΝΤ. εμφιαλωμένος)/λουκούμια/παγωτό/φακές/φέτα/χαλβάς ~. Τσάι/χαμομήλι ~ σε σελοφάν (ΑΝΤ. τυποποιημένος). ~ τσιμέντο. ~ εισαγωγές/εξαγωγές/καταναλώσεις/πωλήσεις. Μεταφορές εμπορευμάτων/φορτίων/χημικών ~. Πβ. χύδην. ΑΝΤ. συσκευασμένος 2. χωρίς τάξη· σκόρπιος, διασκορπισμένος: σελίδες/σημειώσεις πεταμένες ~ στο πάτωμα (: ανάκατα, ανακατωμένα, διάσπαρτα).|| (ως επίθ., μτφ.) ~ κατάσταση. ~ λέξεις/σκέψεις. 3. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός για άτομο που δεν έχει οργάνωση στη ζωή του ή δεν περιποιείται την εμφάνισή του: Είναι πολύ ~ (: δεν είναι συγκροτημένος). Πβ. ακατάστατος, ανοργάνωτος, χαλαρός. Βλ. αφηρημένος, παρορμητικός.|| Ντυμένος ~ (ΑΝΤ. κυριλέ). ● ΦΡ.: μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα (προφ.): απευθύνομαι σε κάποιον χωρίς περιστροφές, με ειλικρίνεια, θάρρος και συνήθ. επικριτικό ύφος. Πβ. ωμά. ΣΥΝ. μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια, στα ίσ(ι)α (2), χύμα στο κύμα (αργκό): χωρίς τάξη, οργάνωση: (ως επίθ.) εντελώς/πολύ ~ ~ άτομο/κατάσταση.|| Εμφάνιση ~ ~ (= πολύ ατημέλητη)., έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα βλ. σαβούρα [< μτγν. χύμα ‘μάζα, συνονθύλευμα’] | |
| 57593 | χυμάω | , χυμώ βλ. χιμάω | |
| 57594 | χυμείο | [χυμεῖο] χυ-μεί-ο ουσ. (ουδ.) (στρατιωτική αργκό): απείθαρχος στρατιώτης ή συνήθ. μονάδα όπου δεν υπάρχει πειθαρχία. [< χύμα] | |
| 57595 | χυμικός | , ή, ό χυ-μι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: χυμική ανοσία βλ. ανοσία [< αγγλ.-γαλλ. humoral] | |
| 57596 | χυμοθρυψίνη | χυ-μο-θρυ-ψί-νη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) χυμοτρυψίνη: ΒΙΟΧ. παγκρεατικό ένζυμο απαραίτητο για τη διάσπαση των πρωτεϊνών σε αμινοξέα. Βλ. -ίνη, λυσίνη, πρωτεάση. [< αγγλ. chymotrypsin, 1933, γαλλ. chymotrypsine, 1938] | |
| 57597 | χυμοποίηση | χυ-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χυμοποιώ: γκρέιπ φρουτ/ροδάκινα προς ~. Φρούτα (α)κατάλληλα για ~. Βλ. μεταποίηση, -ποίηση. | |
| 57598 | χυμοποιώ | [χυμοποιῶ] χυ-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-είται, -ήθηκε}: (συνήθ. σε βιομηχανία) εξάγω τον χυμό από φρούτα ή λαχανικά: Τα κεράσια/τα λεμόνια/οι ντομάτες/τα πορτοκάλια ~ήθηκαν. | |
| 57599 | χυμός | χυ-μός ουσ. (αρσ.) 1. υγρό, πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά, που εξάγεται από φρούτα ή λαχανικά με στύψιμο ή πολτοποίηση· (συνήθ. κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο ποτό: δροσερός/συμπυκνωμένος ~. ~ πορτοκάλι/πορτοκαλιού (= πορτοκαλάδα). ~ καρότων/από καρότα. Βιολογικοί/εμφιαλωμένοι/εξωτικοί/κονσερβοποιημένοι ~οί. ~οί με/χωρίς ζάχαρη. ~οί μακράς διαρκείας. Ψύκτες ~ών. Πίνω/προσφέρω/σερβίρω ~ούς. Πβ. ζουμί, νέκταρ, φρουτοποτό, φρουτο~. Βλ. αναψυκτικό, αποχυμωτής.|| (στη μαγειρική) ~ ντομάτας (= ντοματο~). Μια κουταλιά/λίγες σταγόνες ~ό λεμονιού. 2. ΒΟΤ. υγρό που ρέει στους ιστούς των φυτών: ο ~ του βλαστού/της ρίζας. Έντομα που απομυζούν τους ~ούς (των δέντρων/λουλουδιών). ΣΥΝ. οπός 3. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} ρευστή ουσία, προϊόν της πέψης: γαστρικός ~. Έκκριση πεπτικών ~ών.|| (κατ' επέκτ., για κάθε υγρό του οργανισμού:) Οι ~οί του κορμιού. ● χυμοί (οι) 1. (μτφ.) ζωντάνια, σφρίγος: οι ~ της νιότης. Γεύεται/ρουφά τους ~ούς της ζωής. Πβ. ενεργητικ-, ζωτικ-ότητα. 2. τα υγρά συστατικά κρέατος ή ψαριού: Το φαγητό έχει βγάλει/κρατήσει/χάσει τους ~ούς του. Πβ. ζωμός. ● Υποκ.: χυμούλης στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικός χυμός 1. φρεσκοστυμμένος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που προέρχεται από φρούτα, είναι συσκευασμένος και περιέχει περιορισμένο ποσοστό γλυκαντικών ουσιών: αραιωμένος/ζαχαρούχος ~ ~. 3. που λαμβάνεται από καρπό και δεν έχει υποστεί καμιά επεξεργασία: ο ~ ~ της ελιάς (: εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο). [< αρχ. χυμός, γαλλ. jus] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ