| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57600 | χυμοτόπιο | χυ-μο-τό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. κενοτόπιο των κυττάρων των φυτών και των μυκήτων. Βλ. χλωροπλάστης. | |
| 57601 | χυμοτρυψίνη | βλ. χυμοθρυψίνη | |
| 57602 | χυμώδης | , ης, ες χυ-μώ-δης επίθ. {χυμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) ΣΥΝ. ζουμερός 1. (μτφ.) (για γυναίκα) που έχει πλούσιες καμπύλες, αποπνέει αισθησιασμό, θηλυκότητα: || (κατ' επέκτ.) ~ες: κορμί. Πβ. πληθωρικός. Βλ. αφράτος, εκρηκτικός. 2. γεμάτος χυμό: ~ης: σάρκα. ~εις: καρποί/σπόροι. Πβ. πολύχυμος, σαρκώδης.|| ~η: φύλλα/φυτά. 3. (μτφ.) με πλούσια εκφραστικά μέσα: ~ης: ποίηση. ~εις: περιγραφές. Γλώσσα εκφραστική/λυρική και ~. Πβ. μεστός, πολύχυμος. Βλ. -ώδης. [< 1,3: αγγλ. juicy 2: μτγν. χυμώδης] | |
| 57603 | χύνω | χύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έχυ-σα, χύ-σει, -θηκε, -θεί, χύν-οντας, -όμενος, χυ-μένος} 1. ρίχνω υγρό, ρευστό ή κοκκώδες στερεό προς τα κάτω: Πρόσεξε μη χύσεις το γάλα/ποτό σου. (σε συνταγές:) Χύστε το σιρόπι στην κατσαρόλα (πβ. αδειάζω). Απόβλητα/λύματα που ~ονται στη θάλασσα (= αποβάλλονται, πετιούνται). Η λάβα χυνόταν από τον κρατήρα του ηφαιστείου (= ξεπηδούσε). Το λιωμένο μέταλλο θα χυθεί σε καλούπια (: για να ψυχθεί και να πάρει το σχήμα τους, βλ. χύτευση). Λάδια χυμένα στο οδόστρωμα. Άγαλμα χυμένο σε χαλκό. Πβ. εκχέω.|| Έχυσε το αλάτι/τη ζάχαρη. Χυμένο: αλεύρι. Πβ. διασκορπίζω. 2. (προφ.) εκσπερματώνω· (για γυναίκα) αποβάλλω κολπικά υγρά κατά την κορύφωση της ερωτικής πράξης. Πβ. τελειώνω. Βλ. οργασμός. ● Παθ.: χύνεται 1. εκβάλλει: Ο ποταμός ~ στη θάλασσα/στη λίμνη. Πβ. εκρέει. 2. (μτφ.) εισβάλλει ορμητικά, απλώνεται: Το φως ~ από το παράθυρο. Τα μαλλιά της χύθηκαν στον ώμο του., χύνομαι 1. κινούμαι με ορμή, κυρ. λόγω έντονων συναισθημάτων ή κούρασης: Χύθηκε στην αγκαλιά του (: έπεσε, έτρεξε, ρίχτηκε). Χύθηκε πάνω του να τον σκοτώσει (: όρμησε, χίμηξε, του επιτέθηκε).|| Χύθηκε στον καναπέ/στην πολυθρόνα (: σωριάστηκε). 2. (μτφ., για ανθρώπους) ξεχύνομαι με ενθουσιασμό: Ο κόσμος/το πλήθος χύθηκε έξω/στους δρόμους. ● ΦΡ.: έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη & έχουν χυθεί/χύθηκαν τόνοι μελάνης/μελάνι/μελανιού: έχουν γραφτεί πολλά: ~ ~ για τα αίτια του θανάτου της. Βλ. γίνεται (μεγάλος/πολύς) ντόρος., χύνω αίμα/ιδρώτα: κοπιάζω πολύ, μοχθώ, για να επιτύχω κάτι., χύνω δάκρυα: κλαίω: Έχυσαν ποταμούς δακρύων/χύθηκαν πολλά δάκρυα (: έκλαψαν πολύ). Έχυσε ~ μετάνοιας/χαράς. Έχυσε πικρά ~ (: μετάνιωσε πικρά). Δεν έχυσε ούτε ένα δάκρυ., δίνω/χύνω το αίμα μου (για κάποιον/κάτι) βλ. αίμα, κλαίω με μαύρο δάκρυ βλ. δάκρυ, ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι βλ. ρίχνω, ρίχνω/χύνεται/πέφτει άπλετο φως βλ. άπλετος, χύνει/κλοτσά την καρδάρα με το γάλα βλ. καρδάρα, χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα βλ. αίμα [< 1: μτγν. χύνω] | |
| 57604 | χύση | χύ-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. χύσιμο 1. (προφ.) εκσπερμάτωση. 2. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χύνω. Πβ. έγχυση, έκχυση. Βλ. διάχυση. [< αρχ. χύσις] | |
| 57605 | χύσιμο | χύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) ΣΥΝ. χύση 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χύνω: ~ του καφέ στο τραπεζομάντιλο. Βλ. στάξιμο.|| ~ δακρύων. 2. εκσπερμάτωση. | |
| 57606 | ΧΥΤΑ | (ο): Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων. Βλ. ΧΑΔΑ, ΧΥΤΥ. | |
| 57607 | χύτευση | χύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διαδικασία παραγωγής αντικειμένων, κατά την οποία γίνεται έγχυση λιωμένου υλικού σε καλούπι· συνεκδ. χυτό προϊόν: ~ γυαλιού/καουτσούκ/σιδήρου/τιτανίου/χαλκού/χάλυβα. ~ σε άμμο/μήτρα. Αγωγοί/κερί/μέθοδοι/προϊόντα ~ης. Χωνευτήρι για ~.|| Ράγισε η ~. 2. χύσιμο σκυροδέματος σε ξυλότυπο. | |
| 57608 | χυτεύω | χυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {χύτευ-σε, χυτεύ-σει, -θηκε (σπάν.) -τηκε, -θεί (σπάν.) -τεί, -μένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.): παράγω αντικείμενα με τη μέθοδο της χύτευσης: ~εται σκυρόδεμα. Το γυαλί τήκεται και ~εται. Αγάλματα που έχουν ~θεί σε μπρούντζο. ~μένο: αλουμίνιο. | |
| 57609 | χυτήριο | χυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {χυτηρί-ου} (λόγ.) : εργαστήριο ή τμήμα οργανωμένης μονάδας όπου γίνεται χύτευση υλικών, κυρ. μετάλλων: ~ μολύβδου/σιδήρου/χαλκού. Κλίβανοι/προπλάσματα/πρώτες ύλες ~ου. Βλ. -τήριο. [< γαλλ. fonderie] | |
| 57610 | χύτης | χύ-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εργάτης χυτηρίου ειδικευμένος στη χύτευση. [< μεσν. χύτης] | |
| 57611 | χυτοπρεσαριστός | , ή, ό χυ-το-πρε-σα-ρι-στός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει χυτευθεί υπό πίεση σε καλούπια: ~ό: αλουμίνιο. | |
| 57612 | χυτός | , ή, ό χυ-τός επίθ. (λόγ.) 1. (συνήθ. για μέταλλο) που έχει προκύψει από τη στερεοποίησή του μέσα σε καλούπι, όπου χύθηκε σε ρευστή μορφή: ~ός: μόλυβδος/σίδηρος (: χυτοσίδηρος)/χαλκός/χάλυβας. ~ό: αλουμίνιο/ατσάλι/κράμα/πυρίτιο. ΣΥΝ. χωνευτός.|| ~ή: άσφαλτος/ρητίνη. ~ό: κονίαμα/σκυρόδεμα/τσιμέντο.|| ~ές: κατασκευές. ~ά: αγάλματα/κοσμήματα. 2. (μτφ.) που πέφτει ελεύθερα και όμορφα στο σώμα, χωρίς να το σφίγγει: ~ή: φούστα. ~ό: φόρεμα. (κατ' επέκτ.) ~ή: εφαρμογή. ~ό: στιλ. Υφάσματα σε ~ή γραμμή. ΑΝΤ. εφαρμοστός, στενός.|| ~ά: μαλλιά (: λυτά, ξέπλεκα, ριχτά). 3. (μτφ.) που έχει ωραίες αναλογίες, καλλίγραμμος: ~ό: κορμί. ~ά: μπράτσα/πόδια. Πβ. αγαλματένιος, καλοφτιαγμένος, πλαστικός, τορνευτός. ● Ουσ.: χυτό (το): ενν. προϊόν, συνήθ. μεταλλικό. ● επίρρ.: χυτά: στη σημ. 2. ● ΣΥΜΠΛ.: χυτό γυαλί βλ. γυαλί [< αρχ. χυτός, γαλλ. moulé] | |
| 57613 | χυτοσίδηρος | χυ-το-σί-δη-ρος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. κράμα σιδήρου και, σε μικρότερο ποσοστό, άνθρακα εξαγόμενο από σιδηρομεταλλεύματα ή παραγόμενο κυρ. με ενανθράκωση χάλυβα: ακατέργαστος/γκρίζος/ελατός/όλκιμος/φαιός ~. ~ σφαιροειδούς γραφίτη. Χύτευση από ~ο. Βλ. χυτοχάλυβας. ΣΥΝ. μαντέμι (1) [< γερμ. Gusseisen] | |
| 57614 | χυτοσίδηρος | , η, ο χυ-το-σί-δη-ρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευασμένος από χυτοσίδηρο: ~οι: λέβητες/σωλήνες. ~α: κάγκελα. ΣΥΝ. μαντεμένιος | |
| 57615 | χυτοχάλυβας | χυ-το-χά-λυ-βας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. χάλυβας που έχει υποστεί χύτευση· χυτός χάλυβας: ~ες ανθεκτικοί σε διάβρωση. ~ες δομικών εφαρμογών. Βλ. χυτοσίδηρος. [< αγγλ. cast steel, crucible steel] | |
| 57616 | χύτρα | χύ-τρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χύτρα ταχύτητας: ΤΕΧΝΟΛ. κατσαρόλα της οποίας το καπάκι κλείνει αεροστεγώς, ώστε να επιτυγχάνεται αύξηση της θερμότητας του ατμού και, κατά συνέπεια, μείωση του χρόνου μαγειρέματος: η βαλβίδα ασφαλείας της ~ας ~. Η ~ ~ άρχισε να σφυρίζει. Βλ. ατμομάγειρας, μαρμίτα. [< αγγλ. pressure cooker, 1915] [< αρχ. χύτρα] | |
| 57617 | ΧΥΤΡΕ | (ο): Χώρος Υγειονομικής Ταφής Ρυπασμένων Εδαφών. | |
| 57618 | ΧΥΤΥ | (ο): Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων. Βλ. ΧΥΤΑ. | |
| 57619 | χωλαίνω | χω-λαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χωλαίνοντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) αντιμετωπίζω προβλήματα, συναντώ εμπόδια ή εμφανίζω ελαττώματα στην υλοποίηση ή την ομαλή λειτουργία: Κάπου ~ει η διαδικασία/το εγχείρημα/το πράγμα. Η υπόθεση φαίνεται να ~ει από πολλές απόψεις/επικίνδυνα. Πβ. βραδυπορώ, καρκινοβατώ, σκοντάφτω.|| Η ταινία ~ει από πλευράς σκηνοθεσίας. Τα κείμενά του ~ουν γλωσσικά/εκφραστικά. Πβ. μειονεκτώ, πάσχω, υπολείπομαι, υστερώ. ΑΝΤ. υπερέχω 2. κουτσαίνω. [< 1: ιταλ. zoppicare, γαλλ. clocher 2: αρχ. χωλαίνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ