| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57613 | χυτοσίδηρος | χυ-το-σί-δη-ρος ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. κράμα σιδήρου και, σε μικρότερο ποσοστό, άνθρακα εξαγόμενο από σιδηρομεταλλεύματα ή παραγόμενο κυρ. με ενανθράκωση χάλυβα: ακατέργαστος/γκρίζος/ελατός/όλκιμος/φαιός ~. ~ σφαιροειδούς γραφίτη. Χύτευση από ~ο. Βλ. χυτοχάλυβας. ΣΥΝ. μαντέμι (1) [< γερμ. Gusseisen] | |
| 57614 | χυτοσίδηρος | , η, ο χυ-το-σί-δη-ρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευασμένος από χυτοσίδηρο: ~οι: λέβητες/σωλήνες. ~α: κάγκελα. ΣΥΝ. μαντεμένιος | |
| 57615 | χυτοχάλυβας | χυ-το-χά-λυ-βας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. χάλυβας που έχει υποστεί χύτευση· χυτός χάλυβας: ~ες ανθεκτικοί σε διάβρωση. ~ες δομικών εφαρμογών. Βλ. χυτοσίδηρος. [< αγγλ. cast steel, crucible steel] | |
| 57616 | χύτρα | χύ-τρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χύτρα ταχύτητας: ΤΕΧΝΟΛ. κατσαρόλα της οποίας το καπάκι κλείνει αεροστεγώς, ώστε να επιτυγχάνεται αύξηση της θερμότητας του ατμού και, κατά συνέπεια, μείωση του χρόνου μαγειρέματος: η βαλβίδα ασφαλείας της ~ας ~. Η ~ ~ άρχισε να σφυρίζει. Βλ. ατμομάγειρας, μαρμίτα. [< αγγλ. pressure cooker, 1915] [< αρχ. χύτρα] | |
| 57617 | ΧΥΤΡΕ | (ο): Χώρος Υγειονομικής Ταφής Ρυπασμένων Εδαφών. | |
| 57618 | ΧΥΤΥ | (ο): Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων. Βλ. ΧΥΤΑ. | |
| 57619 | χωλαίνω | χω-λαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χωλαίνοντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) αντιμετωπίζω προβλήματα, συναντώ εμπόδια ή εμφανίζω ελαττώματα στην υλοποίηση ή την ομαλή λειτουργία: Κάπου ~ει η διαδικασία/το εγχείρημα/το πράγμα. Η υπόθεση φαίνεται να ~ει από πολλές απόψεις/επικίνδυνα. Πβ. βραδυπορώ, καρκινοβατώ, σκοντάφτω.|| Η ταινία ~ει από πλευράς σκηνοθεσίας. Τα κείμενά του ~ουν γλωσσικά/εκφραστικά. Πβ. μειονεκτώ, πάσχω, υπολείπομαι, υστερώ. ΑΝΤ. υπερέχω 2. κουτσαίνω. [< 1: ιταλ. zoppicare, γαλλ. clocher 2: αρχ. χωλαίνω] | |
| 57620 | χωλός | , ή, ό χω-λός επίθ. (λόγ.) 1. {κ. ως ουσ.} κουτσός. 2. (σπάν.-μτφ.) ελαττωματικός, ελλιπής: ~ές: δικαιολογίες. [< αρχ. χωλός] | |
| 57621 | χωλότητα | χω-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του χωλού: (ΙΑΤΡ.) εκ γενετής/οξεία ~.|| (μτφ., ελαττωματικότητα, προβληματικότητα:) Πολιτική ~. Πβ. υστέρηση. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: διαλείπουσα χωλότητα: ΙΑΤΡ. πόνος στα κάτω άκρα κατά τη βάδιση, ο οποίος αποτελεί το συχνότερο σύμπτωμα της χρόνιας αποφρακτικής αρτηριοπάθειας και ηρεμεί μετά από ανάπαυση λίγων λεπτών. [< μτγν. χωλότης] | |
| 57624 | χωματένιος | , ια, ιο χω-μα-τέ-νιος επίθ. (προφ.): χωμάτινος. Βλ. -ένιος. | |
| 57625 | χωματερή | χω-μα-τε-ρή ουσ. (θηλ.) (προφ.): ειδικός ανοιχτός χώρος απόθεσης, θρυμματισμού ή συμπίεσης και επικάλυψης απορριμμάτων: περιορισμός των ~ών. Έλεγχος/καθαρισμός ~ών. Έκλυση τοξικών ουσιών από τις ~ές. Απόρριψη σε ~ές. Πβ. σκουπιδότοπος. Βλ. υγειονομική ταφή.|| (μτφ.) Τηλεοπτική ~. | |
| 57626 | χωματίδα | χω-μα-τί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος πλευρονήκτη (επιστ. ονομασ. Pleuronectes platessa, Platichthys flesus). | |
| 57628 | χωματισμός | χω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. επιχωμάτωση· συνεκδ. επίχωμα: έργα ~ών. 2. εκσκαφή για την εκτέλεση τεχνικού έργου· συνεκδ. όρυγμα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. χωματισμός 'κατασκευή αναχωμάτων'] | |
| 57629 | χωματόδρομος | χω-μα-τό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): δρόμος με χώμα, που δεν είναι ασφαλτοστρωμένος): αγροτικός ~. Επαρχιακοί δρόμοι και ~οι. -δρομος. | |
| 57630 | χωματουργικός | , ή, ό χω-μα-τουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εκχωμάτωση: ~ές: εργασίες. ~ά: έργα. Πβ. εκσκαπτικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. μηχάνημα). Πβ. μπουλντόζα. | |
| 57631 | χωνάκι | χω-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μπισκότο με μορφή μικρού χωνιού, μέσα στο οποίο τοποθετείται παγωτό· συνεκδ. το παγωτό που σερβίρεται με τον συγκεκριμένο τρόπο: μπάλες (ενν. παγωτού) σε ~.|| ~ σοκολάτας. Βλ. κορνέ, κυπελλάκι, ξυλάκι, πύραυλος. 2. μικρό χωνί, συνήθ. χάρτινο, μέσα στο οποίο σερβίρεται φαγητό, γλυκό ή ξηροί καρποί: καραμέλες/στραγάλια σε ~. 3. οτιδήποτε έχει σχήμα χωνιού: γαρίδες σε ~ια σφολιάτας. Βλ. φωλιά.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Μπομπονιέρα-~ (πβ. χωνοειδής). 4. ΒΟΤ. περικοκλάδα ή γενικότ. (καλλωπιστικό) φυτό με άνθη σε σχήμα χωνιού (επιστ. ονομασ. Ipomoea purpurea)· συνεκδ. το ίδιο το άνθος. Πβ. ιπομέα. | |
| 57632 | χώνεμα | χώ-νε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χωνεύω: ~ της τροφής. Πβ. πέψη, χώνευση.|| ~ των γνώσεων. Πβ. αφομοίωση.|| ~ της κοπριάς (= αποσύνθεση). [< μτγν. χώνευμα] | |
| 57633 | χώνευση | χώ-νευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. βιοαποικοδόμηση (οργανικής) μάζας: αναερόβια ~ υγρών αποβλήτων/λάσπης. Δεξαμενές/σύστημα ~ης. Πβ. αποσύνθεση. Βλ. ζύμωση, κομποστοποίηση. 2. (λόγ.) πέψη: ~ των τροφών. Η σόδα βοηθά στη ~. Πβ. χώνεμα. Βλ. συγ~. ΣΥΝ. χώνεψη [< πβ. μτγν. χώνευσις 'λιώσιμο μετάλλων' 1,2: γαλλ. digestion] | |
| 57634 | χωνευτήριο | χω-νευ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) χωνευτήρι 1. (στη μεταλλουργία) δοχείο τήξης (ή πύρωσης) μετάλλου. Πβ. καμίνι, κάμινος. Βλ. -τήριο. 2. (κυρ. στον τ. χωνευτήρι, μτφ.) χοάνη: παγκόσμιο/πολυπολιτισμικό ~. ~ εθνών/λαών/πολιτισμών/φυλών. ~ απόψεων/ήχων. Το ~ της παγκοσμιοποίησης. Πόλη/τόπος/χώρος που λειτούργησε ως/υπήρξε ~ (διαφορετικών/ετερόκλιτων) γλωσσών/θρησκειών/παραδόσεων. Κόμμα που αποτέλεσε ~ ιδεών. 3. οστεοφυλάκιο κοιμητηρίου: δημοτικό ~. 4. (σπάν., σε εκκλησία) αποχετευτικό όρυγμα όπου ρίχνεται το νερό της κολυμβήθρας. [< 1: μτγν. χωνευτήριον 3,4: μεσν. ~] | |
| 57635 | χωνευτικός | , ή, ό χω-νευ-τι-κός επίθ.: που βοηθά στη χώνευση ή σχετίζεται με αυτή: ~ό: νερό. ~ά: ποτά. Σκεύασμα καταπραϋντικό και ~ό. Αναψυκτικό/βότανο με ~ές ιδιότητες. Βλ. εύπεπτος, καλοχώνευτος.|| ~ές: διαταραχές/ιδιότητες. ~ά: ένζυμα. Το ~ό σύστημα. Πβ. πεπτικός. ● Ουσ.: χωνευτικό (το): ενν. σκεύασμα, προϊόν: Πάρε κανένα ~ για το στομάχι. [< πβ. μεσν. χωνευτικός 'που αφορά στο λιώσιμο μετάλλων', γαλλ. digestif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ