| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57636 | χωνευτός | , ή, ό χω-νευ-τός επίθ. 1. που ενσωματώνεται σε τοίχο ή σε έπιπλο: ~οί: διακόπτες (σε ηλεκτρική συσκευή). ~ά: φωτιστικά (βλ. φυτευτός). Πβ. εντοιχισμένος. 2. (συνήθ. για μέταλλο) χυτός. [< 2: μτγν. χωνευτός] | |
| 57637 | χωνεύω | χω-νεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χών-εψα (σπάν.-λόγ.) -ευσα, -έψει (σπάν.-λόγ.) -εύσει, χωνεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, χωνε-μένος (σπάν.-λόγ.) χωνευ-μένος} 1. αφομοιώνω τις τροφές μέσω της πέψης: Το φαγητό ήταν πολύ βαρύ κι ακόμα να το ~έψω. Πιες λίγη σόδα να ~έψεις! 2. (μτφ.-προφ., κυρ. με άρνηση) συμπαθώ: Δεν τη ~ (: δεν την πάω) καθόλου/με τίποτα. Δεν ~ονται μεταξύ τους.|| Ένα πράγμα που δεν ~ είναι ... Πβ. ανέχομαι. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. αντιπαθώ 3. (μτφ.-προφ.) αποδέχομαι ως οριστική και αμετάκλητη μια αρνητική κατάσταση: ~εψέ το επιτέλους ότι έχασες (: πάρ' το απόφαση/χαμπάρι). ~εψέ το καλά, γιατί αυτή είναι η αλήθεια.|| Τέτοια αδικία/ήττα/προσβολή/ταπείνωση δεν μπορώ να τη ~έψω/δεν ~εται με τίποτα. Δεν λέει να ~έψει τι έχει συμβεί. Πβ. καταπίνω. 4. (μτφ.) ενσωματώνω διαφορετικά στοιχεία σε ενιαίο σύνολο: Έθιμο που ~τηκε με τα/στα ήδη υπάρχοντα. Πβ. εντάσσω, συγ~.|| Πώς να ~έψει κανείς τόσες πληροφορίες (πβ. εμπεδώνω, κατακτώ, μαθαίνω); ΣΥΝ. αφομοιώνω (1) 5. χώνω κάτι, συνήθ. μυτερό, μέσα σε κάτι άλλο. 6. (σπάν.) λιώνω μέταλλο σε καμίνι. Πβ. τήκω, χύνω. ● χωνεύει (προφ.) 1. (για οργανική ύλη) αποσυντίθεται: ~ η κοπριά. ~μένη: ιλύς. 2. καίγεται εντελώς: Αφήστε τα κάρβουνα να ~έψουν (= αποτεφρωθούν, γίνουν στάχτη). [< μτγν. χοανεύω, χωνεύω 6: μεσν. ~] | |
| 57638 | χώνεψη | χώ-νε-ψη ουσ. (θηλ.) (προφ.): (προφ.) πέψη: καλή ~! Βλ. καλή όρεξη! ΣΥΝ. χώνευση (2) | |
| 57639 | χωνί | χω-νί ουσ. (ουδ.) {χων-ιού} 1. (προφ.) χοάνη και ό,τι έχει το σχήμα της: μεταλλικό/πλαστικό/χάρτινο ~.|| ~ διήθησης. Βλ. ηθμός.|| (παλαιότ.) ~ γραμμοφώνου.|| Άνθη σε σχήμα ~ιού (= χωνοειδή). Βλ. χωνάκι. || ~ ζαχαροπλαστικής|| ~ιά μπαζών. 2. (παλαιότ.) τηλεβόας. ● ΦΡ.: άμυνα χωνί/σουρωτήρι βλ. άμυνα [< μεσν. χωνί(ον) < αρχ. χοάνη, χώνη] | |
| 57640 | χωνοειδής | , ής, ές χω-νο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα χωνιού: (ΑΝΑΤ.) ~ής: θώρακας.|| (ΒΟΤ.) ~ή: άνθη. Βλ. -ειδής. [< μτγν. χωνοειδής] | |
| 57641 | χώνω | χώ-νω ρ. (μτβ.) {έχω-σα, χώ-σει, -θηκα, -θεί, χών-οντας, χω-μένος (λαϊκό) -σμένος} (προφ.) 1. κάνω κάτι μακρόστενο και συνήθ. μυτερό να εισχωρήσει βαθιά σε άλλο σώμα, κυρ. με τη δύναμη που του ασκώ· βυθίζω: ~σε τα δάχτυλό του στο μέλι. Του ~σε το μαχαίρι στο στήθος. Κομμάτια γυαλιού ~θηκαν στο δέρμα του. Πάσσαλος ~μένος στο χώμα. Πβ. μπήγω. Βλ. κατα~.|| (έκφρ. ταμπού, για άνδρα) Της τον ~σε (πβ. κουτουπώνω, πηδώ). 2. τοποθετώ κάτι στο εσωτερικό, στο βάθος συνήθ. κοίλου σώματος ή κάτω από κάτι άλλο: ~σε τα πράγματα στο ντουλάπι/τα ρούχα στη βαλίτσα. ~σε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι. Με τα χέρια ~μένα στις τσέπες.|| ~σε τα λεφτά κάτω από το στρώμα (= έκρυψε). Γραπτά ~μένα στα συρτάρια. Πβ. παρα~.|| (για κάτι που δεν μπορώ να βρω:) Πού έχεις ~σει τα χαρτιά μου (= καταχωνιάσει, τρυπώσει); Πβ. βάζω. ΑΝΤ. βγάζω (1) 3. (μτφ.-προφ.) δίνω, ρίχνω: (συνήθ. ως απολεξικοποιημένο ρήμα:) Του 'χωσε κλοτσιά (= τον κλότσησε)/μπουνιά/σφαλιάρα (= τον σφαλιάρισε)/χαστούκι (= τον χαστούκισε). Πβ. χτυπώ.|| Του ~σαν πρόστιμο (= επέβαλαν).|| Πρέπει να ~σεις λεφτά/φράγκα για ... (= να πληρώσεις, να τ' ακουμπήσεις γερά). 4. (μτφ.) φυλακίζω: Τον ~σαν στη στενή/στη φυλακή. 5. (μτφ.) καταφέρνω να βρω δουλειά σε κάποιον, με αθέμιτο τρόπο: Τον ~σε στο Δημόσιο/σε μια θεσούλα (= έβαλε, βόλεψε, τακτοποίησε). Πβ. διορίζω. ● Παθ.: χώνομαι 1. εισέρχομαι κάπου· μπαίνω κάτω ή πίσω από κάτι, συνήθ. για να κρυφτώ: Λωρίδα γης που ~εται στη θάλασσα. ~θηκε στο δάσος/στο δωμάτιο/(ανάμεσα) στο πλήθος (: παρεισέφρησε)/στη σπηλιά/στις φυλλωσιές. Ρίζες ~μένες στη γη. (μτφ.) Χωριό ~μένο (: μέσα) στο πράσινο. Πβ. εισδύω, εισχωρώ.|| ~θηκε σε μια γωνιά/πίσω από την πόρτα, για να μην τον βρουν. Χώσου πίσω απ' το γραφείο! Έτρεξε να ~θεί κάτω απ' τα σκεπάσματα/στο κρεβάτι. (για κάποιον που έχει κλειστεί οικειοθελώς, που βρίσκεται πολλή ώρα σε έναν χώρο:) Έχει ~θεί μέσα στο μπάνιο και δεν λέει να βγει.|| ~θηκε στην αγκαλιά της (= κούρνιασε, φώλιασε)/στην πολυθρόνα (: κουλουριάστηκε). Πβ. τρυπώνω. 2. (μτφ.) εμπλέκομαι, αναμειγνύομαι σε κάτι, συνήθ. παράνομο: ~εται όλο και περισσότερο/όλο και πιο βαθιά στον υπόκοσμο. Πού πήγες και ~θηκες (= έμπλεξες); Έχει ~θεί γερά/για τα καλά/μέχρι τα μπούνια/ως τον λαιμό στα πράγματα/στο σύστημα (= διεισδύσει). ~μένος στον βούρκο/στα χρέη (= βουτηγμένος).|| Μη ~εσαι στη ζωή μου (= ανακατεύεσαι, επεμβαίνεις)! Είναι ~μένος παντού (: μέσα σ' όλα).|| {σπάν. στην ενεργ. φωνή} Τον ~σαν (= έμπασαν) στα κόλπα/ναρκωτικά. 3. (μτφ.) ασχολούμαι με πάθος: Έχει ~θεί στην έρευνα (= βυθιστεί, πέσει με τα μούτρα). ~μένος στα βιβλία/στη δουλειά (= απορροφη-, αφοσιω-, προσηλω-μένος). Πβ. εντρυφώ. ● ΦΡ.: τα χώνω σε κάποιον (αργκό) 1. τον επιπλήττω, χρησιμοποιώντας βαρείς χαρακτηρισμούς· καταφέρομαι λεκτικά εναντίον του: Τα ~ει σε όλους. Τους τα ~σε άσχημα/δημόσια/κανονικά/χοντρά (για το λάθος τους). Ξέρει να τα ~ει μαλακά/με το γάντι. Πβ. βρίζω, του τη λέω. 2. τον πληρώνω αδρά, συνήθ. εξαγοράζοντάς τον: Τους τα ~σαν (= έσκασαν), για να ... Πβ. δωροδοκώ, λαδώνω.|| Δεν πρόκειται να τα ~σει για νέο μηχάνημα (: να ξοδέψει πολλά χρήματα)., χώνω κάποιον (αργκό): τον φορτώνω με πολλή δουλειά ή του αναθέτω καθήκον που θέλω να αποφύγω: Μ' έχουν ~σει (= είμαι πηγμένος) για τα καλά, δεν προλαβαίνω να σηκώσω κεφάλι. Την ~σε να αγοράσει τα εισιτήρια για τη συναυλία., βάζω/χώνω (βαθιά) το χέρι στην τσέπη βλ. χέρι, έχει βάλει/χώσει κάποιον μέσα βλ. βάζω, μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) βλ. μύτη, τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα βλ. μέσα, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού βλ. μύτη [< μεσν. χώνω < αρχ. χώννυμι] | |
| 57642 | χώρα | χώ-ρα ουσ. (θηλ.) {χωρ-ών} 1. κατοικημένη περιοχή μέσα στα όρια της οποίας εκτείνεται ένα κράτος· συνεκδ. το ίδιο το κράτος: αχανής ~. Ασιατικές/αφρικανικές/βαλκανικές/ευρωπαϊκές/μεσογειακές/παρευξείνιες ~ες. Η έκταση/ο χάρτης μιας ~ας. Οι ~ες της Βαλτικής/του Τρίτου Κόσμου. (με συγκεκριμένο, παγκοσμίως γνωστό, χαρακτηριστικό:) Η ~ του ανατέλλοντος ηλίου/των χρυσανθέμων (= Ιαπωνία). Η ~ του καφέ και της σάμπας (= Βραζιλία)/της σαμπάνιας (= Γαλλία)/της τουλίπας (= Ολλανδία). (ειρων.) Η ~ της παράνοιας.|| Δημοκρατικές/καπιταλιστικές/σοσιαλιστικές ~ες. Βιομηχανικές/γειτονικές/πλούσιες/σύμμαχες/υπανάπτυκτες/φτωχές ~ες. ~ με ιστορία/πολιτισμό. Οι Αρχές/η γλώσσα/ο ηγέτης/η κυβέρνηση/το νόμισμα/η οικονομία/ο πληθυσμός/ο (φυσικός) πλούτος/τα σύνορα/οι υπήκοοι μιας ~ας. Οι ~ες της ζώνης του ευρώ. ~ες υποδοχής μεταναστών. Ταξίδια σε ~ες του εξωτερικού/σε ξένες ~ες. Η πρώτη ~ στον κόσμο σε ... Ταραχές στο εσωτερικό της ~ας. Συνεργασία μεταξύ ~ών. Πβ. πολιτεία. Βλ. πόλη, χωριό. 2. η αντίστοιχη επικράτεια ως τόπος γέννησης, διαμονής ή καταγωγής συνήθ. του ομιλητή· με αναφορά κυρ. στην Ελλάδα: τα έθιμα/η εξωτερική πολιτική/οι θεσμοί/το κύρος/οι πολίτες/το πολίτευμα/ο πρωθυπουργός/η σημαία/τα συμφέροντα/τα σχολεία της ~ας (μας). Η ~ χωρίζεται σε ... νομούς. Επέστρεψε στη ~ του. Αλλοδαποί που εισέρχονται/μπαίνουν παράνομα στη ~. Σε όλες τις γωνιές της ~ας (: σε όλη τη ~). Είναι άγνωστος στη ~ του. Η ~ έχει βυθιστεί στο χάος/μπαίνει σε νέα τροχιά ανάπτυξης. Κακοκαιρία έπληξε τη ~. Η κατάσταση που επικρατεί στη ~.|| (προφ.) Μήπως ζω/κατοικώ σε άλλη ~ (και δεν το έχω πάρει είδηση); Κάνει λες και έρχεται από άλλη ~ (: από άλλον πλανήτη). Πβ. πατρίδα. 3. (συνεκδ.) το σύνολο των ατόμων που κατοικούν στην αντίστοιχη γεωγραφική έκταση: ανάστατη η ~ από ... Είναι έτοιμη η ~ να ... Πβ. λαός. 4. μέρος: μια άγνωστη/μακρινή/μυθική/φανταστική ~. Πβ. τόπος. 5. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) πρωτεύουσα νησιού: το κάστρο της ~ας. Θα πάμε στη ~. 6. ΑΝΑΤ. ανατομική περιοχή: εγκεφαλική/θωρακική/καρδιακή/κοιλιακή ~. ● Υποκ.: χωρούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: οι Κάτω Χώρες: ΓΕΩΓΡ. Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο. [< γαλλ. les Pays-Bas] , Αδέσμευτες Χώρες βλ. αδέσμευτος, αναπτυσσόμενες χώρες βλ. αναπτύσσω, ανεπτυγμένες/αναπτυγμένες χώρες βλ. αναπτυγμένος, βουβωνική χώρα βλ. βουβωνικός, δωρήτριες χώρες βλ. δωρητής, ηβική χώρα βλ. ηβικός, κράτος (-) μέλος βλ. κράτος ● ΦΡ.: κατά χώραν (λόγ.): (συνήθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.) για να δηλωθεί εύρεση αντικειμένων στο σημείο όπου είχαν τοποθετηθεί κατά την εποχή της τελευταίας τους χρήσης· επί τόπου: τα ~ ~ ευρήματα. Αποκαλύφθηκαν ~ ~ δύο μαρμάρινες πλάκες. ΣΥΝ. in loco, λαμβάνει χώρα βλ. λαμβάνω [< αρχ. χώρα, γαλλ. pays 5: μεσν. ~ 6: γαλλ. région] | |
| 57643 | χωραΐτης | χω-ρα-ΐ-της ουσ. (αρσ.): κάτοικος πρωτεύουσας νησιού (Χώρας). Βλ. -αΐτης. | |
| 57644 | χωρατα | χω-ρα-τα-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χωρατατζού} (λαϊκό): αυτός που του αρέσει να κάνει χωρατά. Πβ. καλαμπουρ-, πλακα-τζής. Βλ. γελωτοποιός, πειραχτήρι. | |
| 57645 | χωρατεύω | χω-ρα-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {χωρατεύοντας} (λαϊκό): κάνω χωρατά: Πρόσεχε, γιατί μιλώ σοβαρά, δεν ~ (= δεν αστειεύομαι). Πβ. καλαμπουρίζω, κάνω πλάκα. [< χωραϊτεύω < χωραΐτης] | |
| 57646 | χωρατό | χω-ρα-τό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αστείο, συνήθ. με τη μορφή αθώου πειράγματος: Κάνει ~ά (= χωρατεύει). Πβ. καλαμπούρι. Βλ. πλάκα, φάρσα, χαβαλές. | |
| 57647 | χωράφι | χω-ρά-φι ουσ. (ουδ.) {χωραφ-ιού | -ιών}: ιδιόκτητη εδαφική έκταση, προορισμένη συνήθ. για καλλιέργεια: άγονο/θερισμένο/σπαρμένο (βλ. σπαρτά)/χέρσο ~. Γειτονικά ~ια. ~ δύο στρεμμάτων. ~ια με αμπέλια (= αμπελοχώραφα)/ελιές. Βοτάνισμα/όργωμα (βλ. κυλίνδρισμα)/πότισμα του ~ιού. Τα όρια ενός ~ιού. Αγόρασε ένα ~ (βλ. αγροτεμάχιο). Έχει ~ια (: κτηματική περιουσία). Δουλεύει στα ~ια (= είναι αγρότης). Πβ. αγροκαλλιέργεια, αγρός. ΣΥΝ. κτήμα (1) ● Υποκ.: χωραφάκι (το) ● ΦΡ.: (κάτι) είναι έξω απ' τα χωράφια μου (μτφ.-προφ.): δεν είναι της αρμοδιότητάς μου, δεν με αφορά: Δεν ξέρω, είναι ~ ~., μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια & σε ξένα οικόπεδα (μτφ.-προφ.): ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις: Μην ~εις ~ του, γιατί θα βρεις τον μπελά σου. ΣΥΝ. φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού, χωράφι του πατέρα του (μτφ.-προφ.): για κάτι που πιστεύει αυθαίρετα κάποιος ότι του ανήκει, ότι είναι στη δικαιοδοσία του και μπορεί, επομένως, να το διαχειρίζεται όπως θέλει: Βλέπουν την υπόθεση ως ~ ~ τους. [< μτγν. χωράφιον 'μικρό κτήμα'] | |
| 57648 | χωράω | βλ. χωρώ | |
| 57649 | χωρεπίσκοπος | χω-ρε-πί-σκο-πος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) χωροεπίσκοπος: ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. στην Κύπρο) τιτουλάριος Επίσκοπος, ο οποίος υπάγεται σε Μητροπολίτη, Αρχιεπίσκοπο ή στον Πατριάρχη. [< μτγν. χωρεπίσκοπος ‘βοηθός επισκόπου’] | |
| 57650 | χωρητικός | , ή, ό χω-ρη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη χωρητικότητα: ~ή: γραφίδα/οθόνη αφής/σύζευξη. ~ό: ρεύμα/φορτίο. ~ά: κυκλώματα (π.χ. πυκνωτής). [< πβ. μτγν. χωρητικός ‘ικανός, δεκτικός’, γαλλ. capacitif, αρχές 20ού αι.] | |
| 57651 | χωρητικότητα | χω-ρη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ο όγκος, η ποσότητα των στοιχείων που μπορεί να χωρέσει κάπου: ~ δεξαμενής (σε τόνους)/δοχείου (σε λίτρα). ~ νερού (σε λέβητα). Κινητήρας ~ας ... κυβικών εκατοστών (βλ. κυβισμός). Βλ. γαλόνι1, λίβρα, πίντα.|| Ωφέλιμη ~ καταψύκτη/ψυγείου. ~ φορτίου (σε όχημα). (για εκτυπωτή ή πολυμηχάνημα:) ~ εισόδου/εξόδου χαρτιού ... φύλλα.|| ~ αποθήκης/θεάτρου. Γήπεδο ~ας ... θεατών/θέσεων. Η αίθουσα έχει (μέγιστη) ~ (= χωρά) ... άτομα/ατόμων. Πβ. δυναμικότητα.|| (ΝΑΥΤ., ο όγκος των εσωτερικών χώρων πλοίου:) Καθαρή/ολική ~ (σε κόρους).|| (ΠΛΗΡΟΦ., ο όγκος των δεδομένων που μπορεί να αποθηκεύσει ή να επεξεργαστεί ένα σύστημα:) ~ μνήμης. Η ~ ενός σιντί. Κάρτα/σκληρός δίσκος με ~ ... μεγαμπάιτ. Υπολογιστής που διαθέτει ~ ... γιγαμπάιτ.|| (ΙΑΤΡ.) Εισπνευστική ~. Η ~ του στομάχου (γαστρική ~· βλ. γαστροπλαστική).|| (ΦΥΣ., το ηλεκτρικό φορτίο αγωγού:) Η ~ ενός πυκνωτή (σύμβ. C)/συσσωρευτή (βλ. αμπερώριο). Μπαταρία υψηλής ~ας. Βλ. θερμο~.|| (ΤΗΛΕΠ., η ποσότητα πληροφοριών που μπορεί να μεταδοθεί από ένα κανάλι:) ~ διαύλου. Αναβάθμιση της ~ας του δικτύου. Βλ. περιεκτικότητα, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: ζωτική χωρητικότητα βλ. ζωτικός [< γαλλ. capacité, αγγλ. capacity] | |
| 57652 | χώρια | χώ-ρια επίρρ. (προφ.) 1. χωριστά: (για ρούχα:) Βάλε ~ τα χρωματιστά απ' τα λευκά (= ξεχωριστά). Κάθισε ~ απ' τους άλλους (: μόνος του).|| (για ζευγάρι:) Ζουν/κοιμούνται ~. Δεν μπορούν ούτε στιγμή ~. Είναι ~ (: έχουν χωρίσει). ΑΝΤ. μαζί (1) 2. χωρίς να συνυπολογιστεί, να συμπεριληφθεί κάποιος ή κάτι· εκτός από, εξαιρουμένου του: Θα σου κοστίσει ... ευρώ, ~ τα έξοδα διαμονής/την ταλαιπωρία. Εκατό σελίδες, ~ οι είκοσι του προλόγου. Πβ. με εξαίρεση, πλην, χωρίς.|| Δεν νιώθω πολύ καλά, ~ που κρυώνω και λίγο (ΣΥΝ. άσε που). ● ΦΡ.: (εμείς) μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε: παρά τις διαφορές μας, δεν μπορεί να ζήσει ο ένας χωρίς τον άλλον., και μαζί και χώρια (προφ.): από κοινού, αλλά και χωριστά: (για ανθρώπινη σχέση:) Είναι ~ ~. (για προϊόντα:) Πωλούνται ~ ~., μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε/καταλαβαίνουμε βλ. μαζί, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, χωρίς/χώρια τα καλοκαίρια βλ. καλοκαίρι [< μεσν. χωριά] | |
| 57653 | χωριανός, χωριανή | χω-ρια-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό) 1. συγχωριανός. 2. {συνήθ. στον πληθ.} χωριάτης, χωρικός. | |
| 57655 | χωριατιά | χω-ρια-τιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλλιέργειας και εκλεπτυσμένων τρόπων: Είναι μεγάλη ~ (= βλαχιά, χοντροκοπιά). Μην κάνεις ~ιές (= χοντράδες). [< μεσν. χωριατία] | |
| 57656 | χωριάτικος | , η, ο χω-ριά-τι-κος επίθ. 1. που αναφέρεται στο χωριό και τη ζωή του ή στον χωριάτη· (ειδικότ., για ζώα ή τρόφιμα) που εκτρέφεται σε χωριό ή παρασκευάζεται σε αυτό με παραδοσιακό τρόπο, από ντόπια και κατ' επέκτ. αγνά, φρέσκα υλικά: ~ος: γάμος (πβ. βλάχικος)/φούρνος. ~η: ζωή/ταβέρνα. ~ο: σπίτι. ~οι: χοροί. ~α: έθιμα/έπιπλα/πανηγύρια (πβ. λαϊκός)/ρούχα. Επίπλωση/καθιστικό σε ~ο στιλ/~ου τύπου (: ρουστίκ, φολκλόρ). Πβ. αγροτ-, γεωργ-ικός. ΑΝΤ. αστικός, πρωτευουσιάνικος.|| ~α: κοτόπουλα (: αλανιάρικα, ελευθέρας βοσκής).|| ~ο: αλεύρι/γιαούρτι/τυρί/φύλλο. ~ες: γεύσεις/πίτες/φρυγανιές. ~α: αβγά/ζυμαρικά/κουλούρια/λουκάνικα/παξιμάδια/προϊόντα/υλικά. Κόκορας ~ (με χυλοπίτες). Ομελέτα ~η. Βλ. σπιτικός. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλλιέργειας και καλών τρόπων: ~η: κουτοπονηριά/νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ο: μυαλό. Πβ. άξεστος, βλάχικος. ΑΝΤ. εκλεπτυσ-, καλλιεργη-, πολιτισ-μένος. ● επίρρ.: χωριάτικα ● ΣΥΜΠΛ.: χωριάτικη σαλάτα & (προφ.) χωριάτικη: ΜΑΓΕΙΡ. ελληνική σαλάτα που περιέχει κυρ. ντομάτα, αγγούρι, πράσινη πιπεριά, φέτα, ελιές και κρεμμύδι· σε αυτά προστίθεται αλάτι, λάδι και ρίγανη: κλασική ~ ~.|| (προφ.) Πιάσε μια ~! [< πβ. αγγλ. Greek salad, 1889] , χωριάτικο ψωμί/ψωμί χωριάτικο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που παρασκευάζεται με αλεύρι από σιτάρι και προζύμι, ζυμώνεται με τα χέρια και ψήνεται συνήθ. σε παραδοσιακό φούρνο με ξύλα· κατ' επέκτ. ψωμί παρόμοιου τύπου: ~ σταρένιο ψωμί. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ