| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57657 | χωριατόπαιδο | χω-ρια-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.) & χωριατόπουλο, χωριατοπούλα (η) (κυρ. παλαιότ.): αγόρι που ζει σε χωριό ή κατάγεται από την επαρχία. Βλ. -παιδο, -πουλο. | |
| 57658 | χωριατόσπιτο | χω-ρια-τό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): χωριάτικο σπίτι. | |
| 57659 | χωρίζω | χω-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χώρι-σα, χωρί-σει, -στηκε, -στεί, χωρίζ-οντας, -όμενος, χωρι-σμένος} 1. διαιρώ ένα σύνολο σε διακριτά υποσύνολα: ~ τη ζύμη σε δύο ίσα μέρη (ή στη μέση)/το κείμενο σε παραγράφους/τις λέξεις σε συλλαβές. Ο δρόμος ~ει/~εται στα δύο. Το ακαδημαϊκό έτος ~εται σε δύο εξάμηνα. Τα παιδιά ~στηκαν σε ομάδες. Η διαδικασία έχει ~στεί σε τρεις φάσεις. Πβ. κατανέμω, κόβω. Βλ. κατα~, κόβω.|| ~σαν την περιουσία (και ο καθένας πήρε το μερίδιό του). ΣΥΝ. μοιράζω. Πβ. μερίζω.|| ~σμένοι σε αντίπαλα στρατόπεδα/παρατάξεις (= διασπασμένοι). Πβ. διαιρώ, κατα-κερματίζω, -τέμνω. ΑΝΤ. ενώνω (1) 2. διακόπτω τη στενή σχέση, συνήθ. ερωτική ή συζυγική, που έχω με κάποιον: ~σε τον άνδρα της/τη γυναίκα του (: τον/την παράτησε, πήρε διαζύγιο).|| ~σε από/με τον αγαπημένο της. ~σαν οριστικά/πολιτισμένα. Του ζήτησε να ~σουν. Αποφάσισαν να ~σουν μετά/ύστερα από ... χρόνια γάμου/συμβίωσης. Πβ. τα χαλάω.|| ~σμένοι: γονείς. Πβ. διαζευγμένος, ζωντοχήρος. Βλ. φρεσκοχωρισμένος.|| (σπανιότ., για επαγγελματική σχέση:) ~σαν φιλικά λίγο πριν από τη λήξη της συνεργασίας τους. 3. (μτφ.) απομακρύνω κάποιον από πρόσωπο με το οποίο συνδέεται στενά, συνήθ. οικογενειακά ή ερωτικά: Μόνο ο θάνατος θα μας ~σει. Δεν μπορείς να ~σεις μια μάνα απ' τα παιδιά της.|| (για ζευγάρι:) Τους ~σε η απόσταση/ζήλια. ΑΝΤ. ενώνω (2), φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά 4. βάζω, τοποθετώ χωριστά: ~ τα μάλλινα απ' τα βαμβακερά/τα φρούτα απ' τα λαχανικά. Πβ. δια~, ξεδιαλέγω.|| Χωρίστε τα χρήσιμα απ' τα άχρηστα! Πβ. ξεσκαρτάρω.|| (κατ' επέκτ.) ~ουν (= διακρίνουν) τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς/πλούσιους και φτωχούς. ΣΥΝ. ξεχωρίζω (1) 5. επεμβαίνω, για να σταματήσω καβγά: Έπεσαν πάνω τους/μπήκαν στη μέση, για να τους ~σουν. 6. {στον πληθ.} (προφ.) αποχωρίζομαι: ~σαμε έξω από το εστιατόριο. Ήρθε η ώρα/είναι αργά· πρέπει να ~σουμε. ● χωρίζει: εμποδίζει την επαφή ή την επικοινωνία μεταξύ δύο στοιχείων, επειδή βρίσκεται ανάμεσά τους: Το ποτάμι ~ το βόρειο από το νότιο τμήμα της πόλης.|| Θάλασσες και βουνά μας ~ουν (: είμαστε πολύ μακριά). Ψηλοί τοίχοι τους χώριζαν απ' τον έξω/υπόλοιπο κόσμο.|| (μτφ.) Τους ~ άβυσσος/μεγάλη απόσταση/μίσος/(αγεφύρωτο) χάσμα. Μια ανάσα/μέρα μας ~ απ' τον τελικό. Τους ~ μεγάλη διαφορά ηλικίας. ΑΝΤ. συνδέει. ● ΦΡ.: (εδώ) χωρίζουν οι δρόμοι μας & χωρίζουν οι δρόμοι μου με κάποιον 1. σταματά πλέον η ερωτική, φιλική ή επαγγελματική μας σχέση. 2. αφήνουμε ο ένας τον άλλο και πηγαίνουμε προς διαφορετική κατεύθυνση: ~σαν οι δρόμοι τους και πήγε ο καθένας σπίτι του., δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε & τι έχουμε να χωρίσουμε;: δεν υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ μας: Γιατί να τσακωθούμε; ~ ~, άλλωστε., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος, και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω βλ. συζευγνύω, ξεχωρίζω/χωρίζω την ήρα από το σ(ι)τάρι βλ. ήρα, χωρίζω/ξεχωρίζω τους αμνούς/τα πρόβατα από τα ερίφια βλ. αμνός, χωρίζω/σπάω/έχω χωριστά τα τσανάκια μου με κάποιον βλ. τσανάκι [< αρχ. χωρίζω] | |
| 57660 | χωρικός | χω-ρι-κός ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χωρική}: κάτοικος χωριού. Πβ. ξωμερίτης, χωριανός, χωριάτης. Βλ. αγρότης. [< μτγν. χωρικός] | |
| 57661 | χωρικός1 | , ή, ό χω-ρι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τον τοπολογικό ή ειδικότ. με τον κοινωνικό και οικονομικό γεωγραφικό χώρο: ~ή: ανάλυση/ασυνέχεια/δείξη/διασπορά/διάσταση/διάταξη/κατανομή/κλίμακα/νοημοσύνη/συμμετρία (βλ. ομοτιμία)/συνοχή. ~ό: πλαίσιο/σημείο. ~ές: βάσεις δεδομένων/πληροφορίες/συντεταγμένες. ~ά: όρια. Χρονικό και ~ό επίπεδο.|| ~ός: σχεδιασμός. ~ή: ανάπτυξη/αρμοδιότητα (= κατά τόπο, τοπική)/οργάνωση (βλ. οικιστικός). ~ές: ανακατατάξεις. Πβ. πολεοδομ-, χωροταξ-ικός. Βλ. γεω~, κτηματικός. ● επίρρ.: χωρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αγγλ. spatial] | |
| 57662 | χωρικός2 | , ή, ό χω-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη χώρα. Στο ● ΣΥΜΠΛ.: χωρικά ύδατα & (σπάν.) χωρική θάλασσα: ΝΟΜ. αιγιαλίτιδα ζώνη. [< γαλλ. eaux territoriales] | |
| 57663 | χωρικός3 | , ή, ό χω-ρι-κός επίθ. (σπάν.): που σχετίζεται με το χωριό: ~ή: ζωή. ~ό: σπίτι. Πβ. αγροτικός, χωριάτικος. [< μτγν. χωρικός < αρχ. χώρα] | |
| 57664 | χωριό | χω-ριό ουσ. (ουδ.) 1. αγροτική οικιστική μονάδα με πληθυσμό μικρότερο της κωμόπολης· συνεκδ. οι κάτοικοί της: γραφικό/ειδυλλιακό/μεσόγειο/μικρό/ορεινό/παραδοσιακό/παραθαλάσσιο ή παραλιακό/παραμεθόριο/πεδινό ~. Αποκλεισμένα/απομακρυσμένα/απομονωμένα/αραιοκατοικημένα/δυσπρόσιτα/έρημα/ξεχασμένα/τουριστικά/φτωχικά ~ιά. Τα γύρω ~ιά. ~ μέσα στο δάσος/πνιγμένο στο πράσινο. Τα έθιμα/η εκκλησία/ο ξενώνας/η πλατεία (πβ. μεσοχώρι)/το σχολείο του ~ιού. Τα ~ιά του Νομού. ~ιά του κάμπου. Κατάγεται από ~. Γύρισε/ταξίδεψε σε πόλεις και ~ιά. Πβ. κώμη. Βλ. βλαχο-, κατσικο-, κεφαλο-, ψαρο-χώρι.|| Ξεσηκώθηκε όλο το ~. ΣΥΝ. χωριανοί, χωρικοί. 2. (ειδικότ.) ο αντίστοιχος οικισμός ως τόπος καταγωγής: το ~ του πατέρα μου. Γιορτές/διακοπές στο ~. Έφυγε απ' το ~, για να έρθει στην πρωτεύουσα (βλ. αστυφιλία). Τα αβγά είναι απ' το ~ (: αγνά, φρέσκα). Πβ. γενέτειρα, η ιδιαίτερη πατρίδα. Βλ. κοντο-, συγ-χωριανός, ομοχώριος.|| (ειρων.-μειωτ.) Είχε και στο ~ του πολυτέλειες! 3. πρότυπος οικισμός, με περιορισμένο αριθμό κατοίκων: αθλητικό/(ΟΙΚΟΛ.) αιολικό/λαογραφικό/ομογενειακό/πολιτιστικό ~. Ανέγερση/δημιουργία/ίδρυση ~ιού Τύπου. ● Υποκ.: χωριουδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ακαδημαϊκό χωριό: πρότυπο κέντρο ακαδημαϊκών δραστηριοτήτων, με ξενώνα και συνεδριακό εξοπλισμό., οικολογικό χωριό: ΟΙΚΟΛ. οικοκοινότητα., παγκόσμιο/πλανητικό χωριό: η Γη, ο κόσμος ολόκληρος ως παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Βλ. κυβερνοχώρος. [< αγγλ. global village, 1959] , Παιδικό Χωριό SOS: οικισμός που αποτελείται από δεκαπέντε έως είκοσι σπίτια, στο καθένα από τα οποία ζει οικογένεια που απαρτίζεται από παιδιά, τα οποία έχουν χάσει τους φυσικούς τους γονείς ή έχουν απομακρυνθεί από αυτούς για σοβαρούς λόγους, και από μια γυναίκα που έχει αναλάβει τον ρόλο της μητέρας. [< αγγλ. SOS Children Village, 1949] , δασικό χωριό βλ. δασικός, ηλιακό χωριό βλ. ηλιακός, ο τρελός του χωριού βλ. τρελός, ολυμπιακό χωριό βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) (προφ.): τσακωθήκαμε άσχημα. Πβ. μαλλιά κουβάρια., κακό χωριό τα λίγα σπίτια (παροιμ.): για να δηλωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις (κυρ. ως προς τη διατήρηση της ιδιωτικότητας ή των καλών σχέσεων) που έχει η συνύπαρξη ανθρώπων σε κλειστές κοινωνίες ή μικρούς χώρους., κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη (παροιμ.): είναι καλύτερο να έχει κάποιος την πρώτη θέση σε μικρότερο κύκλο ανθρώπων, παρά τη δεύτερη σε ευρύτερο., κάνω χωριό με κάποιον (προφ.): μπορώ να συνεννοηθώ, να συνυπάρξω: Δεν μπορεί να ~ει ~ με κανέναν., ο καλύτερος του χωριού (προφ.): για κάποιον που θεωρείται ότι υπερτερεί σε σχέση με τους υπόλοιπους. Πβ. πρώτος και καλύτερος., όνομα και μη χωριό βλ. όνομα, χωριό που φαίνεται, κολαούζο δε(ν) θέλει βλ. κολαούζος [< μεσν. χωριόν 3: αγγλ. village] | |
| 57665 | χωρίο | χω-ρί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΦΙΛΟΛ. απόσπασμα από αρχαίο ή εκκλησιαστικό κείμενο: αριστοτελικό ~. Αποστολικά/ευαγγελικά ~α (= εδάφια, περικοπές). Αθέτηση (βλ. οβελός)/ανάλυση/ερμηνεία/μετάφραση/παράθεση/περιεχόμενο/σχολιασμός ~ου. 2. ΓΕΩΜ. καθορισμένη επιφάνεια οποιουδήποτε σχήματος. [< αρχ. χωρίον] | |
| 57666 | χωρίς | χω-ρίς πρόθ. ΣΥΝ. δίχως· δηλώνει 1. (+ αιτ.) ότι κάτι ή κάποιος δεν υπάρχει, λείπει, απουσιάζει: ημέρα ~ εκπλήξεις. Μήνυμα ~ χρέωση (= δωρεάν).|| Πράξεις ~ λογική (= παράλογες). Άνθρωπος ~ αισθήματα (= αναίσθητος)/καρδιά (= άκαρδος)/μυαλό (= άμυαλος)/φραγμούς. Σπίτι ~ έπιπλα/θέρμανση. Είναι ~ εργασία (= άνεργος)/λεφτά (= απένταρος)/ύπνο (= άυπνος). Πού πας ~ παλτό; Μπορώ και ~ εσένα.|| Έγκλημα ~ τιμωρία (= ατιμώρητο). Ταλαιπωρία ~ τέλος. Κείμενο ~ τίτλο. Μακαρόνια ~ τυρί. Πορτοκαλάδα με ή ~ ανθρακικό; ~ ειδοποίηση (= απροειδοποίητα). ΣΥΝ. άνευ (1) ΑΝΤ. με1 (1) 2. (+ να) ενέργεια, πράξη που δεν έγινε ή δεν θα γίνει: Πλούτισε, ~ να κοπιάσει. Τον στενοχώρησα, ~ να το θέλω. Μπήκε μέσα, ~ να το αντιληφθώ. Έφυγε, ~ (καν) να πει αντίο (= ~ αντίο).|| Θα τους βοηθήσω και ~ να (= ακόμα κι αν δεν) μου το ζητήσουν. Συνέχισε, ~ να (: και μη) φοβάσαι. Προχώρα, ~ να ρωτάς (= ~ γιατί και πώς). 3. (+ αιτ./να) ότι κάποιος εξαιρείται, δεν συμπεριλαμβάνεται σε ένα σύνολο: Πόσοι είμαστε ~ τα παιδιά; Έβγαλα 100 ευρώ, ~ να υπολογίσω το κόστος. Πβ. χώρια. 4. (+ αιτ./να) απαραίτητη προϋπόθεση: ~ αυτόν (= αν δεν έρθει), δεν πάμε πουθενά. Δεν φεύγω, ~ να τον δω. ● ΦΡ.: (με/χωρίς) σηκωμένη μύτη βλ. σηκωμένος, (το) δίχως άλλο/χωρίς άλλο βλ. δίχως, άνευ προηγουμένου βλ. προηγούμενο, δε(ν) γίνεται ομελέτα αν δε(ν) σπάσεις αβγά/χωρίς να σπάσουν αβγά βλ. ομελέτα, δεν έχει ηλικία/χωρίς ηλικία βλ. ηλικία, δεν κάνω βήμα χωρίς ... βλ. βήμα, δεν κάνω χωρίς κάποιον/κάτι βλ. κάνω, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά βλ. καπνός, δίχως/χωρίς όρια/όριο βλ. όριο, δρόμος χωρίς επιστροφή/γυρισμό βλ. δρόμος, επαναστάτης χωρίς (/με) αιτία βλ. επαναστάτης, λογαριάζω/κάνω λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο βλ. λογαριάζω, με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις βλ. αξίωση, με/χωρίς πρόγραμμα βλ. πρόγραμμα, σπίτι χωρίς Γιάννη προκοπή δεν κάνει βλ. Γιάννης, ταξίδι χωρίς επιστροφή/γυρισμό βλ. ταξίδι, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα, χωρίς (καμία/καμιά) εξαίρεση βλ. εξαίρεση, χωρίς αναβολή/αναβολές βλ. αναβολή, χωρίς ανάσα βλ. ανάσα, χωρίς αντίκρισμα βλ. αντίκρισμα, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα, χωρίς δεύτερη σκέψη βλ. δεύτερος, χωρίς περιορισμό βλ. περιορισμός, χωρίς περιστροφές βλ. περιστροφή, χωρίς προβλήματα/πρόβλημα βλ. πρόβλημα, χωρίς σταματημό βλ. σταματημός, χωρίς συζήτηση βλ. συζήτηση, χωρίς υπερβολή/υπερβολές βλ. υπερβολή, χωρίς φόβο και πάθος βλ. φόβος, χωρίς/δίχως (καμία/την παραμικρή) ντροπή/αιδώ βλ. ντροπή, χωρίς/δίχως αμφιβολία βλ. αμφιβολία, χωρίς/δίχως αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) βλ. λόγος, χωρίς/χώρια τα καλοκαίρια βλ. καλοκαίρι [< αρχ. χωρίς] | |
| 57667 | χώρισμα | χώ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {χωρίσμ-ατος | -ατα} 1. κατασκευή που χωρίζει έναν χώρο σε μικρότερους: γυάλινο/γύψινο/διακοσμητικό/διπλό/εξωτερικό/εσωτερικό/ηχομονωτικό/θερμομονωτικό/κάθετο/κινητό/μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό/προστατευτικό/πρόχειρο/πτυσσόμενο/χαμηλό ~. ~ατα γραφείων. ΣΥΝ. διαχωριστικό. Πβ. πάσο, (παρα)πέτασμα. Βλ. φρακτή.|| Θήκη/συρτάρι με ~ατα. 2. (προφ.) διάλυση ερωτικής σχέσης, συνήθ. γάμου: ~ του ζευγαριού. Είναι σε φάση ~ατος/στα ~ατα. Πβ. διαζύγιο. ΣΥΝ. χωρισμός (1) 3. (προφ.) διαίρεση σε μικρότερα μέρη: ~ της περιουσίας (= μοίρασμα). Βλ. ξε~. ΣΥΝ. χωρισμός (3) ΑΝΤ. ένωμα ● Υποκ.: χωρισματάκι (το): στη σημ. 1. [< μτγν. χώρισμα, γαλλ. séparation] | |
| 57668 | χωρισμός | χω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. διάλυση ερωτικής σχέσης, συνήθ. συζυγικής: αναπόφευκτος/δύσκολος/επώδυνος/ξαφνικός/οριστικός/πολιτισμένος/πρόσφατος ~. ~ (του ζευγαριού) μετά από δέκα χρόνια γάμου/συμβίωσης. Επήλθε ο ~. Βρίσκονται στα πρόθυρα του ~ού. Έφτασαν/κατέληξαν στον ~ό. Δεν μπορεί να ξεπεράσει τον ~ό. Πβ. διαζύγιο, χώρισμα. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. επανασύνδεση 2. απομάκρυνση προσώπου ή στοιχείου από άλλο με το οποίο είναι στενά συνδεδεμένο: αβάσταχτος/προσωρινός/σκληρός ~. ~ της μάνας από το παιδί (= απο~).|| ~ της θεωρίας από την πράξη/της Ανατολικής από τη Δυτική Εκκλησία (: σχίσμα)/της ψυχής από το σώμα. 3. διαίρεση συνόλου σε μέρη: ~ σε κατηγορίες (= διάκριση)/(των μαθητών) σε ομάδες. ~ της περιοχής σε ζώνες/ύλης σε κεφάλαια. Πβ. δια~, διαμέριση, κατανομή, κατάτμηση, κομμάτιασμα, τεμαχισμός. Βλ. διχοτόμηση, τμηματο-, φιλετο-ποίηση. ΣΥΝ. χώρισμα (3) ΑΝΤ. ένωση (3) ● ΦΡ.: χωρισμός από τραπέζης και κοίτης βλ. κοίτη [< αρχ. χωρισμός] | |
| 57669 | χωριστικός | , ή, ό χω-ρι-στι-κός επίθ. 1. που λειτουργεί διασπαστικά· ειδικότ. που αποβλέπει στην αυτονόμηση μιας περιοχής: ~ές: ενέργειες/θέσεις/κινήσεις. Πβ. αυτονομιστ-, σχισματ-ικός. ΑΝΤ. ενωτικός 2. (σπάν.) διαχωριστικός: ~ό: δίκτυο αποχέτευσης. ● επίρρ.: χωριστικά [< μτγν. χωριστικός, γαλλ. séparatiste] | |
| 57670 | χωριστικότητα | χω-ρι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του χωριστικού. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ενότητα (1) [< γαλλ. séparatisme] | |
| 57671 | χωριστός | , ή, ό χω-ρι-στός επίθ. ΣΥΝ. ξεχωριστός 1. που γίνεται σε διαφορετική χρονική στιγμή ή τοποθετείται σε διαφορετικό χώρο σε σχέση με κάτι άλλο· που δημιουργήθηκε ειδικά, για να περιλάβει στοιχεία που δεν πρέπει να βρίσκονται μαζί με άλλα: ~ός: εορτασμός (ΑΝΤ. κοινός). ~ή: σελίδα. ~οί: λογαριασμοί. ~ές: εγκαταστάσεις/περιπτώσεις. ~ά: δωμάτια. Τραπεζαρία ~ή από την κουζίνα. Μπάνιο με ~ό ντους. Κοιτώνες ~οί για τ' αγόρια και τα κορίτσια. ΑΝΤ. αδιαίρετος, αχώριστος. Βλ. ενω-, συνδεδε-μένος. 2. (σπάν.) που διαφέρει από κάποιον ή κάτι άλλο, που δεν μπορεί να ταυτιστεί με αυτό(ν): ~ές: περιπτώσεις. Πβ. διακριτός, εξατομικευ-, μεμονω-μένος, ιδιαίτερος, μοναδικός. ● επίρρ.: χωριστά: (για ζευγάρι σε διάσταση:) Κοιμούνται/μένουν ~.|| Ζει ~ απ' τους δικούς της. Πβ. μακριά.|| Οι αιτήσεις υποβάλλονται ~. ΑΝΤ. από κοινού.|| (σπάν.) Θα σου κοστίσει ... ευρώ, ~ (= χώρια, χωρίς) τα έξοδα μεταφοράς. ΑΝΤ. μαζί (1) [< αρχ. χωριστός] | |
| 57672 | χωρίστρα | χω-ρί-στρα ουσ. (θηλ.): χτένισμα που χωρίζει τα μαλλιά σε δύο μέρη· συνεκδ. η γραμμή που σχηματίζεται: αυστηρή/ίσια (βλ. αλφάδι)/στραβή ~. Μου χάλασε η ~. Κάνω ~ αριστερά/δεξιά/στη μέση/στο πλάι. ● Υποκ.: χωριστρούλα (η) | |
| 57673 | χωρο- & χωρό- | α' συνθετικό που αναφέρεται 1. σε έκταση, περιοχή: χωρο-θέτηση/~-ταξία. 2. στον χώρο ως αφηρημένη έννοια: χωρό-χρονος. | |
| 57674 | χωροβάτης | χω-ρο-βά-της ουσ. (αρσ.): ΤΟΠΟΓΡ. όργανο υπολογισμού της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ δύο σημείων του εδάφους: αυτόματος/οπτικός/ψηφιακός ~. Το τηλεσκόπιο του ~η. Βλ. γεωδαιτικός, θεοδόλιχος, σταδία, ταχύμετρο, χωροστάθμηση. [< πβ. μτγν. χωροβάτης ‘όργανο για την ισοστάθμιση του νερού’, γερμ. Nivelliergerät] | |
| 57675 | χωρογραφία | χω-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΓΡ. συστηματική περιγραφή και ανάλυση γεωγραφικής περιοχής. Βλ. τοπο-, χαρτο-γραφία. [< μτγν. χωρογραφία, γαλλ. chorographie, αγγλ. chorography] | |
| 57676 | χωρογραφικός | , ή, ό χω-ρο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη χωρογραφία: (παλαιότ.) ~ός: πίνακας. Βλ. τοπο-, χαρτο-γραφικός. [< μτγν. χωρογραφικός, γαλλ. chorographique, αγγλ. chorographic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ