Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58140-58160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57677χωροδιάταξηχω-ρο-δι-ά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διάταξη στον χώρο: (ΟΙΚΟΛ.) ~ των ζωικών/φυτικών οργανισμών.
57678χωροδικτύωμαχω-ρο-δι-κτύ-ω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΑΡΧΙΤ. στέγαστρο που αποτελείται από δύο επάλληλα δικτυώματα συνδεδεμένα μεταξύ τους με διαγώνιες μεταλλικές ράβδους: το ~ του γηπέδου/γυμναστηρίου/εκθεσιακού κέντρου. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό πλαίσιο οχήματος, πάνω στο οποίο βιδώνονται όλα τα υπόλοιπα τμήματά του, τα μηχανικά μέρη και το αμάξωμα: αλουμινένιο/ατσάλινο/χαλύβδινο ~ αυτοκινήτου. Πβ. σασί. [< αγγλ. space frame, 1912]
57679χωροεπίσκοποςβλ. χωρεπίσκοπος
57680χωροθεσίαχω-ρο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ακριβής θέση και τα όρια ενός αντικειμένου στον χώρο: γεωοικονομική ~. Βλ. -θεσία, φενγκ σούι. [< μτγν. χωροθεσία]
57681χωροθέτησηχω-ρο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χωροθετώ: αυθαίρετη/νόμιμη ~. ~ εγκατάστασης (διαχείρισης αποβλήτων)/μουσείου/φωτοβολταϊκών/ΧΥΤΑ. Άδεια/μελέτες/προέγκριση ~ης. Βλ. οριοθέτηση. [< αγγλ. localization, γαλλ. localisation]
57682χωροθετώ[χωροθετῶ] χω-ρο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {χωροθετ-εί, -ώντας | χωροθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (επίσ.): καθορίζω επακριβώς και εγκρίνω τον χώρο κατασκευής ενός έργου: Το εργοστάσιο ~είται σε επιφάνεια ... στρεμμάτων. ~ημένη: βιομηχανική ζώνη. ~ημένο: οδικό δίκτυο. ~ημένα: καταστήματα. Παράνομα ~ημένες εγκαταστάσεις. Βλ. οριοθετώ, -θετώ. [< αγγλ. localize, γαλλ. localiser]
57683χωροκατακτητικός, ή, ό χω-ρο-κα-τα-κτη-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. (για όγκο) που αναπτύσσεται ή εξελίσσεται παθολογικά σε οργανικό ιστό: ~ή: βλάβη/εξεργασία. 2. ΟΙΚΟΛ. (για ξενικό φυτικό ή ζωικό είδος) που εξαπλώνεται, εισβάλλει σε ένα οικοσύστημα, διαταράσσοντας την ισορροπία του. Βλ. λεοντόψαρο. [< 1: αγγλ. space-occupying, 1961, 2: αγγλ. invasive, 1928, γαλλ. invasif]
57684χωρομέτρηςχω-ρο-μέ-τρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στις χωρομετρήσεις: δασικός ~. Βλ. τοπογράφος, -μέτρης. [< μτγν. χωρομέτρης 'μετρητής ή επιθεωρητής εδαφικών εκτάσεων']
57685χωρομέτρησηχω-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. διαδικασία προσδιορισμού της μορφολογίας και των ορίων εδαφικής έκτασης, μέσω μετρήσεων: κτηματική ~. ~ της οικοδομής. ~ δρόμων/κτιρίων/τοίχων. Βλ. ορόσημο, φωτογραμμετρία, -μέτρηση.
57686χωρομετρίαχω-ρο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. κλάδος με αντικείμενο τη χωρομέτρηση. Βλ. -μετρία. [< μτγν. χωρομετρία, αγγλ. chorometry]
57687χωρομετρικός, ή, ό χω-ρο-με-τρι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη χωρομετρία ή τη χωρομέτρηση: ~ός: σχεδιασμός. ~οί: έλεγχοι/σταθμοί. ~ές: τεχνικές. Βλ. χαρτογραφικός.
57688χώρος[χῶρος] χώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. υπαίθρια έκταση που προορίζεται για συγκεκριμένο σκοπό· κατ' επέκτ. κάθε τρισδιάστατη έκταση στην οποία εντοπίζονται οντότητες και εκδηλώνεται ακολουθία γεγονότων: αύλειος ~. Ελεύθερος/κοινόχρηστος ~ πρασίνου. Ανοιχτοί/εξωτερικοί ~οι (ΑΝΤ. κλειστοί/εσωτερικοί). ~ αναψυχής/ελλιμενισμού (σκαφών)/υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (: ΧΥΤΑ). Ο γύρω ~. Ο ~ της ανασκαφής. ~ συνολικής επιφάνειας ... τ.μ. Ανάπλαση/απαλλοτρίωση/περίφραξη/φύλαξη/χαρτογράφηση ενός ~ου. Άποψη/διαμόρφωση του περιβάλλοντος ~ου. ~οι αθλοπαιδιών. Πβ. περιοχή.|| (ΦΥΣ.) Ο κοσμικός/συμπαντικός ~. Τετραδιάστατος ~ (: χωρόχρονος). ~ και χρόνος.|| Ηπειρωτικός/θαλάσσιος/νησιωτικός/ορεινός ~. Ο ελληνικός/ευρωπαϊκός ~. Παρεμβάσεις στον αστικό και αγροτικό ~ο. Ζώα που ζουν ελεύθερα στον φυσικό τους ~ο. Πβ. περιβάλλον, τόπος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ηλεκτρονικός ~. Εικονικός ~ επικοινωνίας/συζήτησης/συνάντησης (: φόρουμ). Ενιαίος ~ πληρωμών σε ευρώ. Βλ. κυβερνο~. 2. έκταση με εγκαταστάσεις· κτίριο, διαμέρισμα, αίθουσα, θάλαμος ή δωμάτιο, που έχει ορισμένη λειτουργία: εκθεσιακός/εργοστασιακός/θεατρικός/κατασκηνωτικός/πολιτιστικός/ σκηνικός/συναυλιακός ~. Αθλητικοί/βιομηχανικοί ~οι. Ο ~ του αεροδρομίου/λιμανιού/πανεπιστημίου/σχολείου. Κάμερα παρακολούθησης του ~ου.|| Αποθηκευτικός/γραφειακός/ιδιωτικός ~. Ανακαινισμένοι/εργαστηριακοί/κύριοι και βοηθητικοί/μαζικοί ~οι. ~ αποσκευών/διαμονής/(μη) καπνιστών/ξεκούρασης/υποδοχής. Ο ~ της εκδήλωσης/του πιλοτηρίου (= κόκπιτ)/του συνεδρίου. Κάτοψη του ~ου. ~οι διασκέδασης/διδασκαλίας/εστιάσεων/υγιεινής. Ο ωφέλιμος ~ του ισογείου/υπογείου. Ειδικά διαμορφωμένος ~ με υπολογιστές. Ειδικός ~ αναμονής. Ο ~ κλιματίζεται. Παρενόχληση στον ~ο εργασίας. ~οι σύγχρονων προδιαγραφών. Αναζητώ/ψάχνω τον ιδανικό/κατάλληλο ~ο κατοικίας. Επισκέπτομαι τον ~ο κάποιου. Μέσα σε περιορισμένο ~ο. Αγοράζω/εκμισθώνω επαγγελματικούς ~ους. Ξενάγηση/περιήγηση στους ~ους του μουσείου.|| Ο προσωπικός μου ~. Σπίτι με ανεξάρτητους/άνετους/ζεστούς/καθαρούς/καλαίσθητους/λειτουργικούς ~ους. Βλ. πολυ~. 3. κενό τμήμα τρισδιάστατου συνόλου: λόγω έλλειψης/(λόγ.) ελλείψει ~ου, ... Άνεση ~ου. Δεν έχει μείνει καθόλου ~ για ... Υπάρχει ~ για να αφήσετε τα πράγματά σας/παρκάρετε το αυτοκίνητο/για να γράψετε σχόλια. Δεν υπάρχει άλλος/αρκετός/πολύς ~ στην αποθήκη (: είναι γεμάτη). Εξοικονομώ ~ο. Πβ. θέση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Διαθέσιμος ~ στον σκληρό δίσκο (βλ. χωρητικότητα). 4. (μτφ.) γνωστικός ή επαγγελματικός τομέας· γενικότ. πεδίο δράσης: ακαδημαϊκός/ειδησεογραφικός/επιστημονικός/επιχειρηματικός/καλλιτεχνικός ~. Ειδήσεις από τον ~ο του αθλητισμού/των θετικών επιστημών. Εμβόλιο που έφερε επανάσταση στον ~ο της ιατρικής/υγείας. Δραστηριοποιείται στον ~ο του εμπορίου/των επενδύσεων. Πβ. κλάδος, περιοχή.|| Ανήκει στον αριστερό/δεξιό/κεντρώο ~ο. Εξελίξεις στον οικονομικό/πολιτικό ~ο. Ανακατατάξεις/μεταρρυθμίσεις στον ~ο της εκπαίδευσης. ~ ανταλλαγής απόψεων/έκφρασης. ~ για διάλογο. Ο ~ της οικογένειας (= περιβάλλον). 5. το εσωτερικό μέρος συσκευής, οχήματος, σκάφους· (στον πληθ.) τα μικρότερα τμήματα στα οποία αυτό χωρίζεται: ο ~ του ψυγείου. Οι ~οι του αυτοκινήτου/πλοίου. 6. ΜΑΘ. σύνολο σημείων με γεωμετρικές ιδιότητες: ορθογώνιος/τοπολογικός ~. Γεωμετρία/τοπολογία του ~ου. Οι διαστάσεις/συντεταγμένες του ~ου. Ορίζω ευθεία στον ~ο. 7. ΙΑΤΡ. μέρος του ανθρώπινου κυρ. οργανισμού: κοιλιακός ~. Ο ~ του εγκεφάλου. ● ΣΥΜΠΛ.: αγωνιστικός χώρος: η συγκεκριμένη έκταση εντός των ορίων της οποίας διεξάγεται αθλητικός αγώνας· ο ίδιος ο αγώνας: (στο ποδόσφαιρο) άσχημος/κακός/λασπωμένος/χωμάτινος ~ ~. Ο χλοοτάπητας του ~ού ~ου. Πβ. γήπεδο.|| Επιστροφή στους ~ούς ~ους. Ποινή αποκλεισμού από τους ~ούς ~ους., αίσθηση του χώρου: αντίληψη, συναίσθηση του χώρου, ως τρισδιάστατου διαστήματος: καλή ~ ~. Δεν έχει την ~ ~ (: δεν μπορεί να προσανατολιστεί). Βλ. αίσθηση του χρόνου., αρχαιολογικός χώρος: που έχει αρχαιολογικά μνημεία: ο ~ ~ της Ακρόπολης/της Βεργίνας/των Δελφών/της Κνωσού., δημόσιος χώρος 1. κοινόχρηστη υπαίθρια έκταση ή κτίριο υπηρεσίας: ο ~ ~ της (σύγχρονης) πόλης/της πλατείας. Απαγόρευση του καπνίσματος στους ~ους ~ους. 2. (μτφ.) πεδίο ανοιχτό σε όλα τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου: ~ ~ επαφής/προβολής αιτημάτων., ιερός χώρος: μέρος, έκταση ή κτίσμα με θρησκευτική και γενικότ. ηθική σημασία: βεβήλωση/παραβίαση/προστασία ενός ~ού ~ου., όνομα χώρου/τομέα & δικτυακό όνομα χώρου: ΔΙΑΔΙΚΤ. μοναδικό όνομα κόμβου που αποτελείται από μια συμβολοσειρά δηλωτική του ονόματος του οργανισμού ή της επιχείρησης στην οποία ανήκει, μια τελεία και το όνομα του τομέα ανώτατου επιπέδου: εκχώρηση/κατοχύρωση ~ατος ~. [< αμερικ. domain name, 1982] , χώρος στάθμευσης: όπου σταθμεύουν οχήματα: επίγειος/κλειστός/υπαίθριος/υπόγειος ~ ~ αυτοκινήτων (πβ. γκαράζ, πάρκινγκ). ~ ~ αεροσκαφών/αναπηρικών οχημάτων/ποδηλάτων., (εθνικός) εναέριος χώρος βλ. εναέριος, ακάλυπτος (χώρος) βλ. ακάλυπτος, βάση διανυσματικού χώρου βλ. βάση, δειγματικός χώρος βλ. δειγματικός, διάσταση διανυσματικού χώρου βλ. διάσταση, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός, έντυπος χώρος βλ. έντυπος, ζωτικός χώρος βλ. ζωτικός, ημιυπαίθριος (χώρος) βλ. ημιυπαίθριος, προαύλιος χώρος βλ. προαύλιος ● ΦΡ.: αφήνω χώρο 1. αφήνω ένα μέρος κενό, ελεύθερο, ώστε να μπορεί κάποιος να το αξιοποιήσει ή να το εκμεταλλευτεί: Άσε μου λίγο ~! Δεν μας έχουν αφήσει ~ για παρκάρισμα. 2. (μτφ.) επιτρέπω: Διδακτικές μέθοδοι που ~ουν ~ για διάλογο/συνεργασία., ο χώρος μου/ο δικός μου χώρος: το σπίτι, η κατοικία μου ή το ιδιόκτητο επαγγελματικό μου περιβάλλον: Υποδέχτηκε τους φίλους του στον ~ο του. Απέκτησε/ψάχνει τον δικό του ~ο., πιάνει χώρο: καταλαμβάνει μεγάλη επιφάνεια εξαιτίας των διαστάσεων, του μεγέθους του: Ρούχα που ~ουν ~ στη ντουλάπα. Αρχεία που διαγράφηκαν, γιατί έπιαναν ~ στον σκληρό δίσκο (του Η/Υ). Συσκευή που δεν ~ (πολύ) ~., κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω [< αρχ. χῶρος, γαλλ. espace, place, domaine, αγγλ. space, room, area, γερμ. Raum]
57689χωροστάθμησηχω-ρο-στάθ-μη-ση ουσ. (θηλ.) & χωροστάθμιση: ΤΟΠΟΓΡ. υπολογισμός της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ δύο σημείων του εδάφους της Γης: ~ άξονα δρόμου. Γεωμετρία ~ης. Πβ. υψομετρία. Βλ. χάραξη, χωροβάτης. [< γαλλ. nivellement]
57690χωροσταθμικός, ή, ό χω-ρο-σταθ-μι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη χωροστάθμηση: ~ή: επιφάνεια. ~ό: δίκτυο. ~ές: αφετηρίες/καμπύλες/οδεύσεις.
57691χωροτάκτηςχω-ρο-τά-κτης ουσ. (αρσ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη χωροταξία: αρχιτέκτονας/περιφερειολόγος-~. ~ μηχανικός. Βλ. πολεοδόμος. [< γαλλ. aménageur]
57692χωροταξίαχω-ρο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κατανομή και οριοθέτηση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στον φυσικό χώρο, κατά τρόπο ισόρροπο, ώστε να μην αλληλοσυγκρούονται και να μην προκαλείται διαταραχή του οικοσυστήματος: περιφερειακή ~. ~ της πόλης/υπαίθρου. Βλ. αρχιτεκτονική, βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. [< γερμ. Raumordnung]
57694χωροφύλακαςχω-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.) ο κατώτερος βαθμός της χωροφυλακής· καταχρ. αστυνομικός. Βλ. -φύλακας. 2. (μτφ.) πρόσωπο που συμπεριφέρεται αυταρχικά: Δεν υπήρξε ποτέ ~ μέσα στην τάξη. Πβ. μπαμπούλας.|| Ηλεκτρονικός/οικονομικός ~. ● ΦΡ.: κάνω τον αστυνόμο βλ. αστυνόμος [< μτγν. χωροφύλαξ 'φύλακας ενός τόπου, γερμ. Gendarm, γαλλ. gendarme]
57695χωροφυλακήχω-ρο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Χ, παλαιότ.): στρατιωτικά οργανωμένο σώμα με αστυνομικά καθήκοντα, κυρ. στην ύπαιθρο: Βλ. -φυλακή. [< γερμ. Gendarmerie, γαλλ. gendarmerie]
57696χωροφυλακίστικος, η, ο χω-ρο-φυ-λα-κί-στι-κος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από αυταρχικότητα: ~η: νοοτροπία/συμπεριφορά. 2. (παλαιότ.) που σχετίζεται με τον χωροφύλακα: ~η: στολή. Βλ. -ίστικος.
57697χωροχρονικός, ή, ό χω-ρο-χρο-νι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τον χωρόχρονο: ~ός: προσανατολισμός. ~ή: θεωρία. ~ό: επίπεδο/πλαίσιο/σημείο/Σύμπαν/συνεχές/σύστημα. ~ές: αποστάσεις/βάσεις δεδομένων/διαστάσεις/μεταβολές/συντεταγμένες. ~ά: όρια. ● επίρρ.: χωροχρονικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.