| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57698 | χωρόχρονος | χω-ρό-χρο-νος ουσ. (αρσ.) & χωροχρόνος: ΦΥΣ. (στη θεωρία της σχετικότητας) ο χώρος των τεσσάρων διαστάσεων που προκύπτει από την προσθήκη τέταρτης διάστασης (του χρόνου) στον τρισδιάστατο χώρο· γενικότ. ο χώρος και ο χρόνος: στατικοί ~οι. Μαύρες τρύπες και ~. Η γεωμετρία/η έννοια/η καμπυλότητα/τα όρια/η παραμόρφωση/το συνεχές του ~ου. Κίνηση/σημείο στον ~ο.|| (μτφ.) Θεατρικός/κινηματογραφικός ~. Ο ~ του μυθιστορήματος. [< γερμ. Raumzeit, αγγλ. space-time, 1910, γαλλ. espace-temps] | |
| 57699 | χωρώ | [χωρῶ] χω-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χωρ-άς, -ά κ. -άει κ. -εί ..., -ούν (προφ.) -άνε, -ώντας | χώρ-εσα, -έσει} & χωράω: μπορώ να μπω κάπου, χωρίς να πλεονάζω ή να εξέχω: Ελάτε, ~άμε! Δεν ~ούν πάνω από δέκα άτομα. ~άνε δεν ~άνε εδώ μέσα (: ίσα ίσα που ~άνε). Πού ~εσαν όλοι αυτοί; Κάνε στην άκρη, να ~έσω κι εγώ!|| Δεν ~ά να περάσει το αυτοκίνητο. Δεν ~ούν άλλα ρούχα στο συρτάρι. Συσκευή που μπορεί να ~έσει στην παλάμη του χεριού/στην τσέπη (: είναι μικροσκοπική).|| (μτφ.) Δεν μπορεί να ~έσει τόση αγάπη σε λίγες γραμμές. Πόσες φορές ~ά το επτά στο είκοσι ένα; ● χωρά 1. μπορεί να δεχτεί ορισμένο πλήθος ανθρώπων ή συγκεκριμένη ποσότητα στοιχείων εντός του χώρου που διαθέτει: Το γήπεδο ~ ... θεατές (= έχει χωρητικότητα ... θεατών). Δεν μας ~ το ταξί. Το μπουκάλι ~ ... λίτρα. Πόσα αρχεία μπορεί να ~έσει το φλασάκι;|| (μτφ.) Η καρδιά του ~ όλο τον κόσμο (: είναι μεγαλόκαρδος). 2. (κυρ. με άρνηση) για ρούχα ή παπούτσια που εφαρμόζουν στο σώμα κάποιου, ώστε να μπορεί να τα φορέσει: Δεν της ~ πια το φουστάνι (= της είναι στενό). Τα γάντια δεν μου ~άνε (= μου είναι μικρά). Πβ. μπαίνει. 3. & χωρεί: (μτφ.-κυρ. με άρνηση) επιτρέπεται, δικαιολογείται, μπορεί να γίνει αποδεκτό: Για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα δεν ~ εφησυχασμός. Δεν ~άνε άλλες απώλειες/αστεία/δικαιολογίες/μεμψιμοιρίες/ντροπές.|| (επίσ.) Κατά της απόφασης ~ ένσταση. 4. & χωρεί: (μτφ.-κυρ. με άρνηση) επιδέχεται, παίρνει: Η κατάσταση δεν ~ συμβιβασμούς. Το θέμα δεν ~ (περαιτέρω) καθυστέρηση., χωρεί (αρχαιοπρ.): προχωρά: (σε νομικά κείμενα) Η πειθαρχική δίωξη ~ αυτεπαγγέλτως. ● ΦΡ.: δεν με χωρά(ει) ο τόπος (προφ.): δεν μπορώ να σταθώ σε ένα μέρος, λόγω υπερέντασης, ανυπομονησίας ή στενοχώριας: Δεν τον ~ ~, όλα του φταίνε., δεν χωρά(ει)/χωρεί (καμιά/η παραμικρή) αμφιβολία: είναι σίγουρο, αναμφίβολο: ~ ~ ότι θα τα καταφέρουν., δεν χωράω κάπου (μτφ.): δεν ανήκω, δεν έχω θέση σε κάποιον χώρο ή περιβάλλον, κυρ. λόγω του χαρακτήρα μου ή των αρνητικών συνθηκών που επικρατούν: Νιώθω ότι ~ ~ πουθενά/στην παρέα τους., στους δύο τρίτος δεν χωρεί/χωρά(ει) (προφ.): σε μία διαπροσωπική, συνήθ. ερωτική, σχέση δεν πρέπει να αναμειγνύονται τρίτοι, γιατί μπορεί να τη διαλύσουν., (δεν χωράνε) δύο καρπούζια σε μία/στην ίδια μασχάλη βλ. καρπούζι, δεν παίρνει/δεν σηκώνει/δεν χωράει/δεν επιδέχεται (άλλη) αναβολή/αναβολές βλ. αναβολή, δεν το βάζει/δεν το χωράει/δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους/το μυαλό κάποιου/του ανθρώπου βλ. νους, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, δεν χωράει (καμία) αμφισβήτηση βλ. αμφισβήτηση, δεν χωράει (να περάσει) απ' την πόρτα βλ. πόρτα, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση, όλοι οι καλοί χωράνε βλ. καλός, πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος βλ. απίδι, στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει βλ. κοφίνι, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι [< αρχ. χωρῶ ‘αφήνω χώρο, περιέχω, βρίσκω θέση’] | |
| 57700 | χωσιά | χω-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ενέδρα, καρτέρι. Πβ. παγίδα. [< μεσν. χωσία] | |
| 57701 | χώσιμο | χώ-σι-μο ουσ. (ουδ.) {χωσίμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χώνω: ~ των πασσάλων στο χώμα. Πβ. τρύπωμα.|| (αργκό) Έφαγε τρελό ~. Πβ. πήξιμο, ταλαιπωρία.|| ~ στη φυλακή (: φυλάκιση· πβ. κλείσιμο).|| Κάνουν κόντρες και ~ατα (= σφήνες) στις λεωφόρους. | |
| 57702 | χωσμένος | , η, ο βλ. χώνω | |
| 58749 | χωστός | , ή, ό χω-στός επίθ. (προφ.): που χώνεται μέσα σε κάτι: ~ό: κάθισμα/τιμόνι. ~ές: πολυθρόνες. Βλ. χωνευτός. [< αρχ. χωστός ‘για συσσωρευμένο χώμα’, μεσν. ~ ‘θαμμένος’] | |
| 57703 | ψ | (πρόφ. ψι) 1. το εικοστό τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [ps]: ~ κεφαλαίο (Ψ). ~ μικρό (ψ). Πβ. ψι. Βλ. σύμφωνο. 2. επτακόσια ή επτακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ψ ή ,ψ:) επτακόσιες χιλιάδες. 4. ΜΑΘ. σύμβολο αγνώστου, συνήθ. σε εξίσωση. || Ο άξονας των ψ ή άξονας ψψ'. Βλ. τετμημένη, χ. 5. (προφ.) για να δηλωθεί κάτι αόριστα: Αγοράζουν με ~ κόστος. [< αρχ. Ψ, μεσν. ψ] | |
| 57704 | ψαγμένος | , η, ο επίθ. (προφ.): που έχει μελετήσει σε βάθος ένα ή περισσότερα επιστημονικά ή/και πολιτιστικά θέματα, με αποτέλεσμα να είναι πολύ καλός γνώστης του(ς): ~ο: κοινό. ~ με τον κινηματογράφο. Είναι πολύ ~ο άτομο. Βλ. προβληματισμένος, σκεπτόμενος. ● βλ. ψάχνω | |
| 57705 | ψάθα | ψά-θα ουσ. (θηλ.) 1. πλέγμα από στελέχη φυτών που ανήκουν στα αγρωστώδη (κυρ. βούρλα, καλάμια), το οποίο χρησιμεύει για την κατασκευή διάφορων αντικειμένων· ειδικότ. λεπτό ψάθινο στρώμα για την παραλία ή ψάθινο χαλάκι (εισόδου οικίας): ξύλινη καρέκλα με ~. Καλάθι (βλ. πλεκτός)/καπέλο (βλ. ψαθάκι) από ~. Πβ. ψαθί. Βλ. άχυρο, μπαμπού.|| ~ θαλάσσης. (για λουόμενο:) Άπλωσε την/ξάπλωσε στην ~.|| ~ πατώματος. 2. ΒΟΤ. ποώδες, πολυετές, μονοκοτυλήδονο φυτό (επιστ. ονομασ. Typha latifolia), που ευδοκιμεί σε βάλτους· συνεκδ. το μακρύ και εύκαμπτο στέλεχός του. ΣΥΝ. τύφη 3. ΝΑΥΤ. (κυρ. παλαιότ.) μεγάλο πανί σε σχήμα τραπεζίου, στην πλώρη ιστιοφόρου. Βλ. ράντα1, σακολέβα, φλόκος. ● ΦΡ.: πέθανε/έμεινε στην ψάθα (προφ.): πέθανε ή απόμεινε μόνος ή/και πάμφτωχος. [< μεσν. ψάθα] | |
| 57706 | ψαθάκι | ψα-θά-κι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ψάθινο ανδρικό καπέλο με στενό γύρο. | |
| 57707 | ψαθί | ψα-θί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ψάθα (ως φυτό ή ψάθινο πλέγμα). [< μεσν. ψιαθίν] | |
| 57708 | ψάθινος | , η, ο ψά-θι-νος επίθ.: φτιαγμένος από ψάθα: ~ος: σάκος (βλ. ζεμπίλι). ~η: ομπρέλα (παραλίας)/σκούπα/τσάντα. ~ο: καλάθι (βλ. κοφίνι)/καπέλο (βλ. παναμάς, σομπρέρο, ψαθί)/πανέρι/πλέγμα/χαλάκι. ~ες: καλύβες (: αχυρένιες)/καρέκλες. ~α: είδη/έπιπλα. Πβ. ψαθωτός. | |
| 57709 | ψαθυρός | , ή, ό ψα-θυ-ρός επίθ. (επιστ.): που τρίβεται ή θρυμματίζεται εύκολα: ~ά: υλικά (π.χ. κεραμικά). ΣΥΝ. εύθρυπτος. Βλ. όλκ-, πλάστ-ιμος.|| ~ή: θραύση/συμπεριφορά (σκυροδέματος). [< αρχ. ψαθυρός] | |
| 57710 | ψαθυρότητα | ψα-θυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ιδιότητα του ψαθυρού υλικού. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ολκιμότητα, πλαστιμότητα [< αρχ. ψαθυρότης] | |
| 57711 | ψαθωτός | , ή, ό ψα-θω-τός επίθ.: που είναι φτιαγμένος από ψάθα ή που (η πλέξη του) μοιάζει με ψάθα: ~ές: καρέκλες (= ψάθινες).|| Ύφασμα ~ό. | |
| 57712 | ψαλίδα | ψα-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαφορά, συνήθ. μεγάλη: διεύρυνση της ~ας της ανισότητας/των επιτοκίων. Ανοίγει/διευρύνεται/κλείνει η εισοδηματική/μισθολογική ~. Μικραίνει η ~ (= απόσταση) ανάμεσα στα δύο κόμματα/μεγαλώνει η ~ μεταξύ πλούσιων και φτωχών. 2. μεγάλο ψαλίδι: ~ κλαδέματος (= κλαδευτήρι)/κοπής (θάμνων/χόρτων).|| (κατ' επέκτ., καθετί αντίστοιχης μορφής:) Η ~ (ΒΟΤ.) του κλήματος/(ΑΝΑΤ.) του εγκεφάλου. ΣΥΝ. έλικας. 3. (κατ' επέκτ.) φθορά της τρίχας (των μαλλιών), κατά την οποία η άκρη της είναι σπασμένη, χωρίζεται δηλ. στα δύο. 4. ΖΩΟΛ. νυκτόβιο έντομο της τάξης των δερμάπτερων (επιστ. ονομασ. forficula auricularia). [< μεσν. ψαλίδα 1: αγγλ. scissors, 1974] | |
| 57713 | ψαλίδι | ψα-λί-δι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο κοπής που αποτελείται από δύο μεταλλικές λεπίδες, ενωμένες στη μέση, με λαβή για τα δάχτυλα στο πάνω άκρο τους: κοφτερό ~. Επαγγελματικά/παιδικά ~ια. ~ γραφείου/κουζίνας/κουρέματος/ραπτικής. Έκοψε το σχοινί/χαρτί με το ~. Βλ. τροχιστήρι.|| Ηλεκτρικό ~ (π.χ. υφασμάτων).|| ~ αέρος (κλαδευτικό)/κλαδέματος/μπορντούρας. Βλ. φρέζα.|| (Υδραυλικά) ~ια λαμαρίνας (: για την κοπή των φύλλων της).|| Χειρουργικό ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (κατ' επέκτ.) εργαλείο ή εξάρτημα αντίστοιχης μορφής: ~ μαλλιών (: ~ ισιώματος ή/και για μπούκλες). Πβ. ισιωτής.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ., εξάρτημα της ανάρτησης, το οποίο συνδέει τον τροχό με το πλαίσιο του αυτοκινήτου:) Διπλά ~ια. ~ια βάσης. Βλ. σινεμπλόκ.|| (ΟΙΚΟΔ.) Τα ~ια της στέγης. 3. (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) περικοπές: ~ στις δαπάνες (των υπουργείων)/στα επιδόματα. Έρχεται/θα πέσει ~ σε μισθούς και συντάξεις. Πβ. ψαλίδισμα.|| Το ~ της λογοκρισίας. 4. ΑΘΛ. κίνηση των ποδιών ή των χεριών που μιμείται το άνοιγμα και το κλείσιμο των λεπίδων του ψαλιδιού: τεχνική άλματος (εις ύψος) σε στιλ ~. ● Υποκ.: ψαλιδάκι: σημ. 1, 4: ~ νυχιών (ή για τα νύχια)/παρανυχίδων.|| (ΓΥΜΝ.) Κάνω ~ια (: κάθομαι, σηκώνω τα πόδια και τα σταυρώνω εναλλάξ· τεντώνω τα χέρια μπροστά και τα σταυρώνω εναλλάξ). ● ΣΥΜΠΛ.: (ανάποδο) ψαλίδι & ψαλιδάκι: ΑΘΛ. ενέργεια ποδοσφαιριστή κατά την οποία κλοτσά την μπάλα προς τα πίσω με ψαλιδωτή κίνηση των ποδιών του, ενώ βρίσκεται στον αέρα με την πλάτη στραμμένη στο έδαφος: καταπληκτικό γκολ με ~ ~. Έστειλε με ~ ~ την μπάλα στα δίχτυα. Βλ. κεφαλιά-ψαράκι. [< 1: μεσν. ψαλίδι 2-4: αγγλ. scissors] | |
| 57714 | ψαλιδιά | ψα-λι-διά ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) κόψιμο με ψαλίδι. || Μαλλιά γεμάτα ~ιές (: άσχημα κομμένα).|| (μτφ.) ~ιές στις συντάξεις (= περικοπές). Πβ. ψαλίδισμα. 2. (στη ναυτιλία ή την ορειβασία) είδος κόμπου: μισή ~. Βλ. καντηλίτσα. | |
| 57715 | ψαλιδιάρης | ψα-λι-διά-ρης ουσ. (αρσ.) & ψαλιδάρης: ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Milvus milvus) με καστανοκόκκινο φτέρωμα, μεγάλα φτερά, μακριά διχαλωτή ουρά, κίτρινο ράμφος, σκούρο γκρι ή μαύρο στην άκρη του, και κίτρινα πόδια με μαύρα νύχια. Βλ. τσίφτης. | |
| 57716 | ψαλιδίζω | ψα-λι-δί-ζω ρ. (μτβ.) {ψαλίδι-σε, ψαλιδί-σει, -στηκε, -στεί, ψαλιδίζ-οντας, ψαλιδι-σμένος} (προφ.) 1. (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) μειώνω, περικόπτω: ~ονται μισθοί και συντάξεις. ~στηκαν τα κέρδη (στο ΧΑΑ). ~σμένος ο προϋπολογισμός. ~σμένες αποδοχές. ~σμένα: επιδόματα.|| ~σμένες προσδοκίες.|| (περιορίζω την έκταση:) Το κείμενο ~στηκε (βλ. λογοκρίνω). ~στηκαν (= κόπηκαν) σκηνές απ' την ταινία.|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα κατάφερε να ~σει (= ροκανίσει) τη διαφορά και να προηγηθεί. 2. κόβω, συνήθ. τις άκρες, με ψαλίδι: Του ~σε (ενν. ο κουρέας) το μουστάκι. Πβ. ξακρίζω. ● ΦΡ.: κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου βλ. φτερό |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ