| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4882 | αντίχριστος, αντίχριστη | [ἀντίχριστος] α-ντί-χρι-στος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που εχθρεύεται τον Χριστό και τον χριστιανισμό: αιρετικοί/αντίθεοι και ~οι.|| (ως επίθ.) ~ες: δυνάμεις. Βλ. άθεος, άπιστος, ασεβής. ΑΝΤ. φιλόχριστος 2. (σπάν.-κυρ. παλαιότ.) για άνθρωπο σκληρό, άσπλαχνο: Τη βασανίζει ο ~! ● Αντίχριστος (ο): ΕΚΚΛΗΣ. εχθρός του Χριστού που, σύμφωνα με την Αποκάλυψη, θα εμφανιστεί πριν από τη συντέλεια του κόσμου, θα ενσαρκώσει το μίσος και την αχρειότητα και θα κυριαρχήσει στη Γη μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία, ο Διάβολος. Πβ. Βεελζεβούλ, Εωσφόρος, σατανάς. [< μτγν. ἀντίχριστος] | |
| 4883 | αντίχρονου & αντιχρόνου | [ἀντίχρονου] α-ντί-χρο-νου επίρρ. (προφ.): σε δύο χρόνια. Βλ. (αντι)πρόπερσι, πέρσι, φέτος, του χρόνου. | |
| 4884 | αντίχτυπος | βλ. αντίκτυπος | |
| 4885 | αντιψυκτικός | , ή, ό [ἀντιψυκτικός] α-ντι-ψυ-κτι-κός επίθ.: που προστατεύει από την ψύξη ή δεν παγώνει εύκολα: ~ή: προστασία. ~ό: διάλυμα. Βλ. αντιθερμικός, αντιπαγετικός. ● Ουσ.: αντιψυκτικό (το): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αντιπηκτικό. Πβ. παραφλού. [< αγγλ. anti-freeze, 1913] | |
| 4886 | αντιψυχιατρική | [ἀντιψυχιατρική] α-ντι-ψυ-χι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. σύγχρονο ρεύμα της ψυχιατρικής που βασίζεται στην ψυχανάλυση και αντιτίθεται στη χορήγηση φαρμάκων. [< αγγλ. antipsychiatry, γαλλ. antipsychiatrie, 1967] | |
| 4887 | αντιψυχωτικά | [ἀντιψυχωτικά] α-ντι-ψυ-χω-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.} & αντιψυχωσικά: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που σχετίζονται με τη θεραπεία (σοβαρών) ψυχικών διαταραχών. Πβ. αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά, ηρεμιστικά, νευροληπτικά. [< γαλλ. antipsychotiques, 1957, αγγλ. antipsychotics, 1958] | |
| 4888 | άντληση | [ἄντληση] ά-ντλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εξαγωγή συνήθ. υγρού με αντλία: ~ λυμάτων/πετρελαίου/φυσικού αερίου. ~ νερού (από γεώτρηση). Σταθμός ~ης (πβ. αντλιοστάσιο). Πβ. αναρρόφηση, τράβηγμα.|| Γεωθερμική ~ θερμότητας.|| (στην ελεύθερη κατάδυση:) Η τεχνική της πνευμονικής ~ης (: εξαγωγής αέρα από τους πνεύμονες). Βλ. απ~. 2. (μτφ.) απόκτηση, λήψη: ~ πληροφοριών/στοιχείων. ● ΣΥΜΠΛ.: άντληση κεφαλαίων & (σπάν.) πόρων/ποσού/χρημάτων: ΟΙΚΟΝ. εύρεση, συγκέντρωση κεφαλαίων από μετόχους, τράπεζες και γενικότ. κεφαλαιαγορές, συνήθ. για μακροπρόθεσμες επενδύσεις. [< αγγλ. fund-raising, 1940] [< μτγν. ἄντλησις, γαλλ. puisement] | |
| 4889 | αντλητικός | , ή, ό [ἀντλητικός] α-ντλη-τι-κός επίθ.: που συντελεί στην άντληση ή σχετίζεται με αυτή: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: σταθμός. Υποβρύχια ~ά μηχανήματα/συγκροτήματα.|| (ΙΑΤΡ.) Διαταραχή στην ~ή ικανότητα/λειτουργία της καρδιάς. [< μτγν. ἀντλητικός] | |
| 4890 | αντλία | [ἀντλία] α-ντλί-α ουσ. (θηλ.) {αντλι-ών} : ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή κατάλληλη για άντληση: αναρροφητική (: λειτουργεί με την ατμοσφαιρική πίεση)/πυροσβεστική (: για εκτόξευση συνεχούς και ισχυρού ρεύματος νερού)/υδραυλική/χειροκίνητη (πβ. χειρ~) ~. ~ νερού (πβ. υδρ~). ~ αέρα (πβ. αερ~)/άρδευσης/έγχυσης (: σε κινητήρες εσωτερικής κάυσης)/καυσίμων/λαδιού/ψεκασμού. Υποβρύχιες/φυγοκεντρικές ~ες. Πβ. πομόνα, τρόμπα.|| ~ θηλασμού (= θήλαστρο).|| (ΒΙΟΛ.) ~ ιόντων (: πρωτεΐνη στην κυτταρική μεμβράνη)/νατρίου-καλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: αντλία θερμότητας: θερμική μηχανή που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση ή ψύξη χώρων με κατανάλωση έργου: ~ ~ αέρα. Ψύκτες νερού και ~ες ~., αντλία κενού: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική συσκευή για απομάκρυνση αερίων από κλειστούς χώρους. [< γαλλ. pompe à vide] , περισταλτική αντλία βλ. περισταλτικός [< αρχ. ἀντλία ‘σεντίνα, αμπάρι’, γαλλ. pompe] | |
| 4891 | αντλιοστάσιο | [ἀντλιοστάσιο] α-ντλι-ο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος εγκατάστασης και λειτουργίας αντλιών: ~ αποχέτευσης/άρδευσης. Βλ. -στάσιο. [< αγγλ. pumping-station] | |
| 4892 | αντλώ | [ἀντλῶ] α-ντλώ ρ. (μτβ.) {αντλ-είς ... | άντλ-ησα, αντλ-ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μτχ. -ούμενος, -ηθέντα, -ημένος, -ώντας} 1. (μτφ.) παίρνω, αποκομίζω κάτι αναγκαίο, σημαντικό από κάπου: ~ αισιοδοξία/διδάγματα/ενέργεια/θεματολογία/ιδέες/κουράγιο/στοιχεία/συμπεράσματα. ~εί την έμπνευσή του από την παράδοση. Οι πληροφορίες της ιστοσελίδας έχουν ~ηθεί από αξιόπιστες πηγές. 2. λαμβάνω υγρό με αντλία ή ανάλογο μέσο: ~ούμενη: ποσότητα (π.χ. πετρελαίου).|| Φυτά που ~ούν νερό από μεγάλο βάθος/θρεπτικά συστατικά από το χώμα (: με τις ρίζες τους). Πβ. βγάζω, εξάγω, τραβώ. 3. ΟΙΚΟΝ. συγκεντρώνω κεφάλαια από μετόχους, τράπεζες και γενικότ. κεφαλαιαγορές, κυρ. για επενδυτικούς σκοπούς: ~ πόρους. ~ηθέντα: ποσά. Πβ. εξασφαλίζω, προσπορίζομαι. [< 1,2: αρχ. ἀντλῶ, γαλλ. puiser 3: αγγλ. raise] | |
| 4893 | αντμινιστρέιτορ | [ἀντμινιστρέιτορ] α-ντμι-νι-στρέ-ι-τορ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & (προφ.) αντμίν, άντμιν, αντμινιστράτορας: ΠΛΗΡΟΦ. διαχειριστής διακομιστή, δικτύου, διαδικτυακού χώρου ή βάσης δεδομένων. Βλ. διαχειριστής ιστοσελίδας, μοντερέιτορ. [< αμερικ administrator] | |
| 4894 | αντοχή | [ἀντοχή] α-ντο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. η ιδιότητα υλικού σώματος να αντιστέκεται στις δυνάμεις που του ασκούνται, χωρίς να μεταβάλλεται μόνιμα: άριστη/εγγυημένη/ελάχιστη/θλιπτική/μέγιστη/μέτρια/μηχανική/περιορισμένη/υψηλή ~. Εξαιρετικής/μεγάλης ~ής. ~ μετάλλου/χρώματος. ~ θραύσης (π.χ. σκυροδέματος). (Δεν) έχει καλή ~ στον αέρα/στις καιρικές συνθήκες/σε κάμψη/στο νερό/στο πλύσιμο/στην υγρασία/στο φως/στη φωτιά/στον χρόνο/στο ψύχος. Πβ. ανθεκτικότητα. Βλ. πυρ~. 2. η ικανότητα οργανισμού, οργάνου, θεσμού να αντιστέκεται στην καταπόνηση και τη φθορά: αυξημένη/βιολογική/καρδιοαναπνευστική/μειωμένη/σωματική ~. ~ στην κόπωση/στον πόνο. Βιολογικά όρια ~ής. || (μτφ.) Ψυχική ~. ~ στις στερήσεις. Ξεπέρασε τα όρια της ~ής μου (πβ. ανοχή). Εξαντλήθηκε η υπομονή και οι ~ές μου.|| Οι ~ές της οικονομίας/του συστήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: αντοχή (των) υλικών: ΜΗΧΑΝ. κλάδος που μελετά την αντοχή των στερεών υπό ένταση, την κατανομή των τάσεων σε αυτά, τις παραμορφώσεις καθώς και τις σχέσεις τάσεων-παραμορφώσεων: πειραματική ~ ~., δρόμος αντοχής: ΑΘΛ. αγώνισμα δρόμου σε αποστάσεις από τρεις χιλιάδες μέτρα και πάνω: ~ ~ πέντε/δέκα χιλιάδων μέτρων. ~ ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. δόλιχος, ημιαντοχή, μαραθώνιος, στιπλ., τεστ αντοχής βλ. τεστ [< πβ. μτγν. ἀντοχή 'προσκόλληση, πρόσφυση', γαλλ. résistance, endurance] | |
| 4895 | αντράκι | βλ. άντρας | |
| 4896 | αντράκλα | [ἀντράκλα] α-ντρά-κλα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. γλιστρίδα. [< μτγν. ἀντράκλα] | |
| 4897 | άντρακλας | [ἄντρακλας] ά-ντρα-κλας ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): ψηλός, σωματώδης και πολύ αρρενωπός άντρας: Ένας ~ δύο μέτρα/ως εκεί πάνω! Πολύ ~ μας το παίζει. Πβ. παίδαρος. | |
| 4898 | άντρας | βλ. άνδρας | |
| 4899 | αντρεία | βλ. ανδρεία | |
| 4900 | αντρειεύω | [ἀντρειεύω] α-ντρει-εύ-ω ρ. (αμτβ.) {αντρεί-εψε, -εύτηκε, -εμένος} (λαϊκό-λογοτ.) : δυναμώνω, μεγαλώνω: Το κρύο/κύμα ~ει. [< μεσν. αντρειεύω] | |
| 4901 | αντρείος | , α, ο βλ. ανδρείος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ