| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57717 | ψαλίδισμα | ψα-λί-δι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) μείωση, περικοπές: Αποφασίστηκε γερό/νέο ~ των δαπανών/στα επιδόματα. Πβ. κόντεμα, ψαλίδι. 2. κόψιμο με ψαλίδι: ~ των μαλλιών. Πβ. ξάκρ-, τριμάρ-ισμα, ψαλιδιά. | |
| 57718 | ψαλιδιστής | ψα-λι-δι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. περιοριστής τάσης. Βλ. μετατροπέας. [< αγγλ. clipper] | |
| 57719 | ψαλιδωτός | , ή, ό ψα-λι-δω-τός επίθ.: που μοιάζει με ανοιχτό ψαλίδι: ~ή: ουρά (= διχαλωτή· βλ. δερμάπτερα, φράκο). (για σκύλο:) ~ό δάγκωμα (: οι άνω κοπτήρες επικαλύπτουν τους κάτω).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~οί ανυψωτήρες.|| (ΑΘΛ.) ~ή κίνηση των ποδιών. Βλ. (ανάποδο) ψαλίδι. [< μτγν. ψαλιδωτός 'θολωτός'] | |
| 57720 | ψάλλω & ψέλνω | ψάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έψαλ-α, ψάλει, ψάλ-θηκε (λόγ.) εψάλη, ψαλ-θεί (συνηθέστ. λόγ. ψαλεί), ψάλλ-οντας κ. ψέλν-οντας, ψαλλ-όμενος} 1. τραγουδώ ύμνους και άσματα, κυρ. εκκλησιαστικούς/ά: Μετά τη Λειτουργία, θα ψαλεί επιμνημόσυνη δέηση. ~αν το Κύριε ελέησον/τροπάριο του Αγίου .../Χριστός ανέστη. Πβ. υμνώ.|| ~ει στον Ιερό Ναό ... (: είναι ψάλτης). Βλ. κρατάω το ίσο.|| ~αν τον Εθνικό Ύμνο/τα κάλαντα. 2. (μτφ.) επαναλαμβάνω μονότονα: Έψελνε όλη την ώρα πάνω απ' το κεφάλι μου. Πβ. γκρινιάζω, μουρμουρίζω. ● ΦΡ.: τα ψέλνω/τα ψάλλω σε κάποιον (μτφ.-προφ.): τον μαλώνω, τον κατσαδιάζω: Τους τα 'ψαλε κανονικά/χοντρά/για τα καλά!, ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο βλ. εξάψαλμος, ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο βλ. αναβαλλόμενος, πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου βλ. εγκώμιο, τα λέω ένα χεράκι βλ. χεράκι [< 1: μτγν. ψάλλω ‘τραγουδώ με τη συνοδεία λύρας’] | |
| 57721 | ψαλμικός | , ή, ό ψαλ-μι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τους ψαλμούς: ~ός: στίχος (βλ. προκείμενο). ~ό: χωρίο. [< μτγν. ψαλμικός] | |
| 57722 | ψαλμός | ψαλ-μός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ύμνος που ψέλνεται. Πβ. άσμα. Βλ. αναβαθμοί, κανόνας, τροπάριο, ωδή. ● Ψαλμοί (οι) 1. ΘΕΟΛ. & Βιβλίο των Ψαλμών: βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης με εκατόν πενήντα ψαλμούς, οι περισσότεροι από τους οποίους αποδίδονται στον Δαβίδ. Πβ. ψαλτήριο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (συνεκδ.) οι αντίστοιχοι ψαλμοί. Βλ. αίνοι, εξάψαλμος. ● ΦΡ.: κοντός ψαλμός αλληλούια βλ. αλληλούια [< μτγν. ψαλμός, αγγλ. psalm, γαλλ. psaume] | |
| 57723 | ψαλμωδία | ψαλ-μω-δί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. ψαλμός: γλυκιά ~. Αντιφωνική (= αντιφωνία)/βυζαντινή ~. Πβ. υμνωδία. Βλ. στιχολογία, τεριρέμ. [< μτγν. ψαλμῳδία, γαλλ. psalmodie, αγγλ. psalmody] | |
| 57724 | ψαλμωδός | ψαλ-μω-δός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που συνθέτει ή/και ψάλλει ύμνους. Πβ. υμνωδός, ψάλτης. [< μτγν. ψαλμῳδός] | |
| 57725 | ψαλμωδώ | [ψαλμῳδῶ] ψαλ-μω-δώ ρ. (αμτβ.) {ψαλμωδ-εί}: ΕΚΚΛΗΣ. ψέλνω ύμνους. Πβ. υμνολογώ, υμνώ. [< μτγν. ψαλμῳδῶ] | |
| 57726 | ψάλσιμο | ψάλ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψάλλω. Βλ. -ιμο.|| Πβ. επίπληξη, κατσάδα. | |
| 57727 | ψαλτήρι | ψαλ-τή-ρι ουσ. (ουδ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. ψαλτήριο. 2. (σε ορθόδοξο ναό) υπερυψωμένος χώρος για τους ψάλτες: αριστερό/δεξιό ~. Πβ. αναλόγιο. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. χοροστάσιο (1) | |
| 57728 | ψαλτήριο | ψαλ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Ψ) λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που περιέχει τους Ψαλμούς. Βλ. -τήριο. ΣΥΝ. ψαλτήρι (1) 2. ΜΟΥΣ. (στην αρχαιότητα και τα (μετα)βυζαντινά χρόνια) έγχορδο όργανο· το μετέπειτα "κανονάκι". [< 1: μτγν. ψαλτήριον 2: αρχ. ~] | |
| 57729 | ψάλτης | ψάλ-της ουσ. (αρσ.) {ψάλτ-η (λόγ.) -ου | -ών· κ. πληθ. (λαϊκό) ψαλτάδες· σπανιότ. θηλ. ψάλτρια}: ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που ψάλλει στην εκκλησία: αριστερός/δεξιός ~. Καλλίφωνος ~. Βοηθός ~η (βλ. αναγνώστης, κανονάρχης). Ο χορός των ~ών (βλ. δομέστικος). Πβ. ψαλμωδός. Βλ. πρωτο~. ΣΥΝ. ιεροψάλτης ● ΦΡ.: απορία ψάλτου, βηξ βλ. απορία [< μτγν. ψάλτης] | |
| 57730 | ψαλτικός | , ή, ό ψαλ-τι-κός επίθ. ΕΚΚΛΗΣ. 1. που σχετίζεται με τους ψάλτες: ~ός: χορός. ~ή: παράδοση. Βλ. ιερο~.|| (ως ουσ.) Η ~ή (ενν. τέχνη). 2. που ψάλλεται: ~ά: μέλη. [< μτγν. ψαλτικός] | |
| 57731 | ψαμμίαση | ψαμ-μί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση των νεφρών η οποία χαρακτηρίζεται από τον σχηματισμό ψάμμου που αποβάλλεται με τα ούρα. Βλ. λιθίαση, -ίαση. [< γαλλ. gravelle] | |
| 57732 | ψαμμίτης | ψαμ-μί-της ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. συμπαγές ιζηματογενές πέτρωμα, που αποτελείται από κόκκους άμμου: αργιλικοί/ασβεστολιθικοί/δολομιτικοί/πυριτικοί/σιδηρούχοι ~ες. Βλ. διαγένεση, κρητίδα, πηλίτης, φλύσχης, -ίτης2. ΣΥΝ. αμμόλιθος, ψαμμόλιθος [< μτγν. ψαμμίτης 'αμμώδης', γαλλ.-αγγλ. psammite] | |
| 57733 | ψαμμιτικός | , ή, ό ψαμ-μι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τους ψαμμίτες: ~οί: ορίζοντες. ~ά: πετρώματα. [< αγγλ. psammitic] | |
| 57734 | ψαμμόλιθος | ψαμ-μό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. ψαμμίτης. [< γερμ. Sandstein] | |
| 57735 | ψάμμος | ψάμ-μος ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κρυσταλλικοί κόκκοι αλάτων σε μορφή άμμου, οι οποίοι συσσωρεύονται στα νεφρά και αποβάλλονται με τα ούρα. Βλ. ψαμμίαση. [< αρχ. ψάμμος 'άμμος', γαλλ. sable] | |
| 57736 | ψαμμώδης | , ης, ες ψαμ-μώ-δης επίθ. {ψαμμώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που αποτελείται από ή μοιάζει με άμμο: ~η: σωμάτια. Βλ. -ώδης. [< αρχ. ψαμμώδης ‘αμμώδης’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ