Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58200-58220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57737ψάξιμοψά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): αναζήτηση: ~ στα συρτάρια (: ψαχούλεμα).|| Άσκοπο/συνεχές ~ για νέα στοιχεία (πβ. ιχνηλασία). ~ στα τυφλά. Ύστερα από πολύ/προσεκτικό ~, βρήκα ότι ... Πβ. έρευνα.|| Το θέμα/πράγμα θέλει ~ (: πρέπει να διερευνηθεί).|| Βρίσκομαι/είμαι στο ~ για δουλειά.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μετά από ένα πρόχειρο ~ στο διαδίκτυο, ... (βλ. γκουγκλάρω). Μηχανή ~ίματος (πβ. ψαχτήρι).
57738ψαραγοράψα-ρα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): χώρος αγοραπωλησίας ψαριών και θαλασσινών: κεντρική/τοπική ~. Βλ. -αγορά. ΣΥΝ. ιχθυαγορά
57739ψαράδικος, η, ο ψα-ρά-δι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ψάρεμα ή/και τους ψαράδες: ~ος: οικισμός. ~η: βάρκα (= ψαρόβαρκα). ~ο: χωριό (= ψαροχώρι). ~α: δίχτυα.|| ~η βραδιά (: πολιτιστική εκδήλωση). ● Ουσ.: ψαράδικο (το) 1. (προφ.) μαγαζί όπου πουλούνται ψάρια και θαλασσινά. Βλ. -άδικο. ΣΥΝ. ιχθυοπωλείο 2. ΝΑΥΤ. ψαροκάικο. 3. παντελόνι, κυρ. γυναικείο, που φτάνει λίγο πιο κάτω από το γόνατο και συνήθ. έχει γυρισμένα μπατζάκια (ρεβέρ). Βλ. κάπρι. [< μεσν. ψαράδικος]
57740ψαραετόςψα-ρα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος αετού (επιστ. ονομασ. Pandion haliaetus), με λευκή κοιλιά και μεγάλο άνοιγμα φτερών, ο οποίος φωλιάζει κοντά σε βραχώδεις ακτές και όχθες λιμνών και τρέφεται αποκλειστικά με ψάρια.
57741ψάρακαςβλ. ψάρι
57742ψαράςψα-ράς ουσ. (αρσ.) πρόσωπο που 1. ασχολείται με το ψάρεμα: επαγγελματίες/ερασιτέχνες ~άδες. Υποβρύχιος ~ (βλ. σημαντήρας). Πβ. αλιέας. Βλ. τρατάρης, -άς. 2. πουλά ψάρια ή/και θαλασσινά: πλανόδιος ~. Πβ. ιχθυοπώλης. [< μεσν. οψαράς]
57743ψάρεμαψά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {ψαρέμ-ατος} 1. ασχολία κατά την οποία κάποιος προσπαθεί να πιάσει ψάρια ή/και θαλασσινά: βραδινό (βλ. πυροφάνι)/επαγγελματικό/ερασιτεχνικό (: ως χόμπι)/παράκτιο/παράνομο (= λαθραλιεία)/υποβρύχιο (βλ. καρτέρι) ~. ~ με καλάμι/ψαροντούφεκο. ~ στα ανοιχτά/στο ποτάμι. ~ τσιπούρας. Βάρκα (= ψαρόβαρκα)/δίχτυα (βλ. απλάδι, γρίπος, καλάδα, πεζόβολο)/εργαλεία (βλ. αγκίστρι, ιχθυοπαγίδα, καθετή, κιούρτος, παραγάδι, πεταχτάρι, πετονιά, συρτή, τσαπαρί)/σύνεργα (= ψαρικά) ~ατος. Μέθοδοι/τεχνικές/τρόποι ~ατος. Δολώματα για ~ (βλ. μαλάγρα). Πβ. αλιεία, αλίευση, ψαρική. Βλ. κυνήγι. 2. (μτφ.-προφ.) αναζήτηση, προσπάθεια εξεύρεσης: ~ ψηφοφόρων. 3. (μτφ.-προφ.) έμμεση προσπάθεια απόσπασης πληροφοριών: Άσε το ~ και ρώτα με ευθέως αυτό που θες! Πβ. βολιδοσκόπηση, εκμαίευση. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό ψάρεμα: ΔΙΑΔΙΚΤ. μορφή ηλεκτρονικής απάτης μέσω ιμέιλ ή ιστοσελίδας που εμφανίζεται ότι προέρχεται από κάποια νόμιμη πηγή (π.χ. τράπεζα) και ζητά από τον παραλήπτη ή χρήστη να καταχωρήσει προσωπικά του στοιχεία (π.χ. πάσγουορντ, πιν, αριθμό τραπεζικού λογαριασμού ή πιστωτικής κάρτας). Βλ. κακόβουλο λογισμικό. [< αμερικ. phishing, 1996] [< μεσν. ψάρεμα]
57744ψαρευτικός, ή, ό ψα-ρευ-τι-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με το ψάρεμα: ~ή: εξόρμηση. Πβ. αλιευτικός.
57745ψαρεύωψα-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {ψάρ-εψα, -έψει, ψαρεύ-τηκε, -τεί, -οντας} 1. προσπαθώ να πιάσω ή πιάνω ψάρια και θαλασσινά, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα σύνεργα: ~ με αγκίστρι/δίχτυα/καθετή/καλάμι/παραγάδι/πετονιά/πυροφάνι/συρτή/τσαπαρί/ψαροντούφεκο. ~ στη θάλασσα/στη λίμνη/στο ποτάμι/στα ρηχά. ~ με βάρκα/καΐκι/τράτα. ~ει επαγγελματικά/ερασιτεχνικά/παράνομα (: με δυναμίτη). ~εψε γαρίδες/μπαρμπούνια/ένα χταπόδι. ~εψαν σφουγγάρια. Πβ. αλιεύω. Βλ. καμακώνω, κυνηγώ, φλομώνω.|| (κατ' επέκτ.) ~εψαν αρχαίο άγαλμα. 2. (μτφ.-προφ.) ψάχνω να βρω· βρίσκω, συνήθ. κάτι σπάνιο ή δυσεύρετο: ~ει πελάτες/ψήφους.|| Πού το ~εψες (= πέτυχες) αυτό το ...; 3. (μτφ.-προφ.) προσπαθώ με πλάγιο ή ύπουλο τρόπο να μάθω τις προθέσεις κάποιου ή να του αποσπάσω κάποια πληροφορία: Προσπαθεί να τον ~έψει, αλλά τίποτα. Πβ. βολιδοσκοπώ, εκμαιεύω. ● ΦΡ.: ψαρεύω σε θολά νερά βλ. θολός [< μεσν. ψαρεύω]
57746ψαρής, -ιά, -ί ψα-ρής επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που έχει γκρίζο τρίχωμα. Πβ. ψαρός.|| (ως ουσ.) Ο ~ (: το ψαρί άλογο). Βλ. ντορής. [< αρχ. ψαρός]
57747ψάριψά-ρι ουσ. (ουδ.) {ψαρ-ιού | -ιών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. κάθε σπονδυλωτό ζώο που ζει αποκλειστικά σε υδάτινο περιβάλλον, κινείται με πτερύγια, αναπνέει με βράγχια και το σώμα του καλύπτεται συνήθ. με λέπια: ~ια της θάλασσας/πελαγίσια ~ια (βλ. κολιός, μαγιάτικο). Λιμνίσια/ποταμίσια (= ποταμόψαρα) ~ια ή ~ια του γλυκού νερού (βλ. πέρκα, πέστροφα, χέλι). Αρπακτικά ή επιθετικά (βλ. τούρνα)/ενδημικά/ερμαφρόδιτα (βλ. μένουλα)/μεταναστευτικά (βλ. ξιφίας, τόνος3)/σαρκοφάγα (βλ. χειλού, μυλοκόπι)/τροπικά ~ια (βλ. τέτρα). ~ια του αφρού (= αφρόψαρα)/βυθού (βλ. πατόψαρο). ~ια (του) ενυδρείου (βλ. γλείφτης)/ιχθυοτροφείου. Χοντρό (βλ. συναγρίδα, σφυρίδα)/ψιλό (βλ. αθερίνα, γαύρος, μαρίδα) ~. Η ουρά του ~ιού. Κοπάδι ~ιών (βλ. σπάρος). Αλιεία/εκτροφή ή καλλιέργεια (= ιχθυο-τροφία, -καλλιέργεια· βλ. γόνος) ~ιών. Πβ. ιχθύς.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ βραστό/πλακί/σούπα (= ψαρόσουπα)/τηγανητό/ψητό/ωμό (βλ. σούσι). ~ στα κάρβουνα/στη σχάρα/στον φούρνο. Καθαρίζω ~ια. Λιπαρά/παχιά ~ια (βλ. ρέγγα, σαρδέλα, σκουμπρί, σολομός, τσιπούρα). Διατροφή πλούσια σε ~ια (= ψαροφαγία).|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Καπνιστά/κατεψυγμένα/παστά/φρέσκα ή νωπά ~ια. Αβγά (βλ. αβγοτάραχο, ταραμάς, χαβιάρι)/φιλέτο ~ιού. ~ια και θαλασσινά. Βλ. ιχθυο-, -ψαρο, ψαρο-. 2. (μτφ.-αργκό) αφελής, ευκολόπιστος, που μπορεί εύκολα να εξαπατηθεί: Α, ρε ~, έχαψες το παραμύθι που σου πούλησαν! 3. (μτφ.-αργκό) άπειρος, πρωτάρης· (στη στρατιωτική αργκό) νεοσύλλεκτος. Πβ. αρχάριος, νέος, στραβάδι. 4. ΑΣΤΡΟΛ. (προφ.) πρόσωπο που ανήκει στο ζώδιο των Ιχθύων. ● Υποκ.: ψαράκι (το): στη σημ. 1. Πβ. ιχθύδιο. ● Μεγεθ.: ψάρακας & ψάρακλας (ο): στις σημ. 2, 3., ψαρούκλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: κεφαλιά-ψαράκι βλ. κεφαλιά ● ΦΡ.: σαν (το) ψάρι έξω απ' το νερό (προφ.): για κατάσταση αμηχανίας, ιδ. σε μη οικείο περιβάλλον: Στο πάρτι δεν ήξερα κανέναν, ήμουν ~ ~. Πβ. έξω από τα νερά μου., τι ψάρια θα πιάσουμε (μτφ.-προφ.): ποια θα είναι τα αποτελέσματα, τι θα καταφέρουμε: Για/άντε να δούμε ~ ~!, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό (παροιμ.): ο ισχυρότερος επικρατεί του ασθενέστερου. Πβ. ο νόμος της ζούγκλας., του έψησε/του έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη (μτφ.-προφ.): τον ταλαιπώρησε, τον παίδεψε αφάνταστα: Του έψησε ~ ~, μέχρι να δεχτεί. Μου έχεις ψήσει ~ ~ (: δεν σε αντέχω άλλο). Πβ. βγάζω σε κάποιον το λάδι, χορεύω (κάποιον) στο ταψί., τρέμει σαν (το) ψάρι (προφ.) 1. φοβάται πολύ, έχει τρομοκρατηθεί. 2. κρυώνει πολύ., τσίμπησε το ψάρι (μτφ.-προφ.): έπεσε στην παγίδα, κατάφεραν να τον εξαπατήσουν. Πβ. πιάστηκε (σαν τον ποντικό)/έπεσε στη φάκα., αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, βαφτίζει το κρέας ψάρι βλ. βαφτίζω, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο βλ. τρώω [< 1: μεσν. ψάρι < αρχ. ὀψάριον ‘προσφάγι’ (συμπεριλαμβανομένου του ψαριού) < αρχ. ὄψον ‘κρέας ψημένο στη φωτιά, προσφάγι (που τρώγεται με ψωμί, όπως το κρεμμύδι), εκλεκτό έδεσμα, όπως το ψάρι (κυρ. στην Αθήνα)’]
57748ψαριάψα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. το σύνολο των ψαριών που καταφέρνει να ψαρέψει κάποιος: φτωχή ~. Η σημερινή ~ ήταν πολύ μεγάλη. (ευχετ., σε κάποιον που πάει για ψάρεμα:) Καλή ~! Πβ. αλίευμα, καλάδα. 2. (μτφ.) ό,τι κατορθώνει να συγκεντρώσει, να αποκομίσει κάποιος, συνήθ. προς όφελός του.
57749ψαριανός, ή, ό ψα-ρια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τα Ψαρά ή/και τους Ψαριανούς. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: Ψαριανός, Ψαριανή (ο/η): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Ψαρά.
57750ψαριέραψα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ψυκτικός θάλαμος για τη συντήρηση ψαριών: ~-βιτρίνα. Ψυγεία-~ες. 2. μαγειρικό σκεύος για το ψήσιμο ψαριών: ~-κοτοπουλιέρα.|| Πιατέλα-~ (: για το σερβίρισμα). Βλ. -ιέρα.
57751ψαρικάψα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. {σπάν. στον εν. ψαρικό} ψάρια ή/και θαλασσινά (ως φαγητό): φρέσκα ~. Βλ. κρεατικά. 2. (σπάν.) εργαλεία, σύνεργα ψαρέματος.
57752ψαρικήψα-ρι-κή ουσ. (θηλ.) (προφ.): το ψάρεμα ως δραστηριότητα: είδη/σύνεργα ~ής. Πβ. αλιεία.
57753ψαρίλαψα-ρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έντονη και δυσάρεστη μυρωδιά ψαριού ή ψαριών: Βρομάει ~. Βλ. -ίλα.
57754ψαρίσιος, ια, ιο ψα-ρί-σιος επίθ. (σπάν.-προφ.): που σχετίζεται με το ψάρι ή τα ψάρια ή έχει τα χαρακτηριστικά του(ς): ~ια: ουρά. Βλ. -ίσιος.
57756ψαρο- & ψαρό- & ψαρ-α' συνθετικό με αναφορά στο 1. ψάρι: ψαρο-ταβέρνα. Ψαρ-αγορά (πβ. ιχθυο-).|| Ψαρ-άδικο.|| Ψαρό-σουπα (βλ. κρεατο-). 2. ψάρεμα: ψαρο-κάικο. Ψαρό-βαρκα.
57757ψαρόβαρκαψα-ρό-βαρ-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): βάρκα για ψάρεμα. ΣΥΝ. ψαροπούλα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.