| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 57758 | ψαροκάικο | ψα-ρο-κά-ι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): καΐκι. ΣΥΝ. ψαράδικο (2) | |
| 57759 | ψαροκασέλα | ψα-ρο-κα-σέ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ξύλινο τελάρο ψαριών. 2. (μτφ.) υβριστικός χαρακτηρισμός, συνήθ. για γυναίκα. | |
| 57760 | ψαροκόκαλο | ψα-ρο-κό-κα-λο ουσ. (ουδ.) & ψαροκόκκαλο 1. (προφ.) κόκαλο ψαριού ή η ραχοκοκαλιά του. Πβ. άγανο, αγκάθι, άκανθα. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με ραχοκοκαλιά ψαριού: σακάκι με σχέδιο ~. Κοτσίδα/πλεξίδα-~. Βελονιά-~. [< μεσν. ψαροκόκαλον] | |
| 57761 | ψαρόκολλα | ψα-ρό-κολ-λα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κόλλα που παρασκευαζόταν από το δέρμα και τα κόκαλα ορισμένων ψαριών, ιδ. του μπακαλιάρου. Βλ. ζελατίνα, -κολλα. [< μεσν. ψαρόκολλα· πβ. μτγν. ἰχθυόκολλα] | |
| 57762 | ψαρόλαδο | ψα-ρό-λα-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ιχθυέλαιο. | |
| 57763 | ψαρολίμανο | ψα-ρο-λί-μα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρό λιμάνι όπου προσδένουν κυρ. αλιευτικά. | |
| 57764 | ψαρομάλλης | , α, ικο ψα-ρο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: γκριζομάλλης. Βλ. -μάλλης. | |
| 57765 | ψαρονέφρι | ψα-ρο-νέ-φρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εξαιρετικής ποιότητας φιλέτο χοιρινού: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστό/με σάλτσα μουστάρδας. Βλ. κόντρα φιλέτο, μπον φιλέ, νουά. | |
| 57766 | ψαρόνι | ψα-ρό-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Sturnus vulgaris), με γυαλιστερό, σκούρο πράσινο και μαύρο φτέρωμα, το οποίο εμφανίζει λευκά στίγματα τον χειμώνα, καφέ-κόκκινα πόδια και μαύρο ράμφος, το οποίο γίνεται κίτρινο την περίοδο του ζευγαρώματος: Τα ~ια μιμούνται ήχους άλλων πουλιών και ζώων/πετούν κοπαδιαστά. Βλ. στρουθιόμορφα, -όνι. ΣΥΝ. μαυροπούλι [< υποκ. του αρχ. ψάρος] | |
| 57767 | ψαροντουφεκάς | ψα-ρο-ντου-φε-κάς ουσ. (αρσ.) & ψαροτουφεκάς: άτομο που ψαρεύει, συνήθ. ερασιτεχνικά, με ψαροντούφεκο. Βλ. -άς. | |
| 57768 | ψαροντούφεκο | ψα-ρο-ντού-φε-κο ουσ. (ουδ.) & ψαροτούφεκο: είδος φορητού όπλου για υποβρύχιο ψάρεμα που λειτουργεί εκτοξεύοντας ένα καμάκι προς το αλίευμα: ~ αεροβόλο/λαστιχοβόλο. Κάνει ~. | |
| 57769 | ψαροπούλα | ψα-ρο-πού-λα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): ψαρόβαρκα. | |
| 57770 | ψαροπούλι | ψα-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. αλκυόνη. Βλ. -πούλι. ΣΥΝ. ψαροφάγος | |
| 57771 | ψαρός | , ή, ό ψα-ρός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): γκρίζος: ~ά: γένια/μαλλιά. Πβ. ψαρής. [< αρχ. ψαρός 'στικτός'] | |
| 57772 | ψαρόσκαλα | ψα-ρό-σκα-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ιχθυόσκαλα. | |
| 57773 | ψαρόσουπα | ψα-ρό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από ψάρια ή/και θαλασσινά. Βλ. κακαβιά, μπουγιαμπέσα, -σουπα. | |
| 57774 | ψαροταβέρνα | ψα-ρο-τα-βέρ-να ουσ. (θηλ.): ταβέρνα στην οποία σερβίρονται κυρ. ψάρια και θαλασσινά. | |
| 57775 | ψαρότοπος | ψα-ρό-το-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): περιοχή με πολλά ψάρια, η οποία προσφέρεται για αλιεία. Πβ. καλάδα. Βλ. -τοπος. | |
| 57776 | ψαροτουφεκάς | βλ. ψαροντουφεκάς | |
| 57777 | ψαροτούφεκο | βλ. ψαροντούφεκο | |