Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58220-58240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57758ψαροκάικοψα-ρο-κά-ι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): καΐκι. ΣΥΝ. ψαράδικο (2)
57759ψαροκασέλαψα-ρο-κα-σέ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ξύλινο τελάρο ψαριών. 2. (μτφ.) υβριστικός χαρακτηρισμός, συνήθ. για γυναίκα.
57760ψαροκόκαλοψα-ρο-κό-κα-λο ουσ. (ουδ.) & ψαροκόκκαλο 1. (προφ.) κόκαλο ψαριού ή η ραχοκοκαλιά του. Πβ. άγανο, αγκάθι, άκανθα. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με ραχοκοκαλιά ψαριού: σακάκι με σχέδιο ~. Κοτσίδα/πλεξίδα-~. Βελονιά-~. [< μεσν. ψαροκόκαλον]
57761ψαρόκολλαψα-ρό-κολ-λα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κόλλα που παρασκευαζόταν από το δέρμα και τα κόκαλα ορισμένων ψαριών, ιδ. του μπακαλιάρου. Βλ. ζελατίνα, -κολλα. [< μεσν. ψαρόκολλα· πβ. μτγν. ἰχθυόκολλα]
57762ψαρόλαδοψα-ρό-λα-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ιχθυέλαιο.
57763ψαρολίμανοψα-ρο-λί-μα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρό λιμάνι όπου προσδένουν κυρ. αλιευτικά.
57764ψαρομάλλης, α, ικο ψα-ρο-μάλ-λης επίθ./ουσ.: γκριζομάλλης. Βλ. -μάλλης.
57765ψαρονέφριψα-ρο-νέ-φρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εξαιρετικής ποιότητας φιλέτο χοιρινού: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστό/με σάλτσα μουστάρδας. Βλ. κόντρα φιλέτο, μπον φιλέ, νουά.
57766ψαρόνιψα-ρό-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό ωδικό αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Sturnus vulgaris), με γυαλιστερό, σκούρο πράσινο και μαύρο φτέρωμα, το οποίο εμφανίζει λευκά στίγματα τον χειμώνα, καφέ-κόκκινα πόδια και μαύρο ράμφος, το οποίο γίνεται κίτρινο την περίοδο του ζευγαρώματος: Τα ~ια μιμούνται ήχους άλλων πουλιών και ζώων/πετούν κοπαδιαστά. Βλ. στρουθιόμορφα, -όνι. ΣΥΝ. μαυροπούλι [< υποκ. του αρχ. ψάρος]
57767ψαροντουφεκάςψα-ρο-ντου-φε-κάς ουσ. (αρσ.) & ψαροτουφεκάς: άτομο που ψαρεύει, συνήθ. ερασιτεχνικά, με ψαροντούφεκο. Βλ. -άς.
57768ψαροντούφεκοψα-ρο-ντού-φε-κο ουσ. (ουδ.) & ψαροτούφεκο: είδος φορητού όπλου για υποβρύχιο ψάρεμα που λειτουργεί εκτοξεύοντας ένα καμάκι προς το αλίευμα: ~ αεροβόλο/λαστιχοβόλο. Κάνει ~.
57769ψαροπούλαψα-ρο-πού-λα ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό): ψαρόβαρκα.
57770ψαροπούλιψα-ρο-πού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΡΝΙΘ. αλκυόνη. Βλ. -πούλι. ΣΥΝ. ψαροφάγος
57771ψαρός, ή, ό ψα-ρός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): γκρίζος: ~ά: γένια/μαλλιά. Πβ. ψαρής. [< αρχ. ψαρός 'στικτός']
57772ψαρόσκαλαψα-ρό-σκα-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ιχθυόσκαλα.
57773ψαρόσουπαψα-ρό-σου-πα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από ψάρια ή/και θαλασσινά. Βλ. κακαβιά, μπουγιαμπέσα, -σουπα.
57774ψαροταβέρναψα-ρο-τα-βέρ-να ουσ. (θηλ.): ταβέρνα στην οποία σερβίρονται κυρ. ψάρια και θαλασσινά.
57775ψαρότοποςψα-ρό-το-πος ουσ. (αρσ.) (προφ.): περιοχή με πολλά ψάρια, η οποία προσφέρεται για αλιεία. Πβ. καλάδα. Βλ. -τοπος.
57776ψαροτουφεκάςβλ. ψαροντουφεκάς
57777ψαροτούφεκοβλ. ψαροντούφεκο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.