Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [58240-58260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57785ψαρώνωψα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψάρω-σα, ψαρώ-σει, -μένος} (αργκό) 1. φοβάμαι, σαστίζω, χάνω το θάρρος μου· φοβίζω κάποιον, τον κάνω να σαστίσει: Μην ~εις! Πβ. κομπλάρω.|| Μη μασάς! Θέλει να σε ~σει! ΑΝΤ. ξε~. 2. ξεγελιέμαι, πιάνομαι κορόιδο· ξεγελώ: Δεν ~ει έτσι εύκολα.|| Κατάφερε να την ~σει.
57786ψαρωτικός, ή, ό ψα-ρω-τι-κός επίθ. (αργκό): που αποσκοπεί στο να φοβίσει κάποιον, να τον κάνει να σαστίσει, να χάσει το θάρρος του: ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ές: ερωτήσεις.|| ~ός: τύπος.
57787ψαύσηψαύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άγγιγμα, ψηλάφηση. Βλ. θωπεία. [< αρχ. ψαῦσις]
57789ψαχνόψα-χνό ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΜΑΓΕΙΡ. κρέας χωρίς κόκαλα και λίπος: κοτόπουλο/μοσχάρι/χοιρινό ~. Βλ. ξεψαχνίζω. 2. κέρδος, όφελος, κυρ. οικονομικό· ενδιαφέρον: Υπάρχει ~ εδώ!|| Η ιστορία έχει πολύ ~! ΣΥΝ. ψητό (3) 3. (μτφ.) η ουσία ενός θέματος: Μπαίνω/πάω κατευθείαν στο ~. Πβ. ρεζουμέ. ΣΥΝ. ζουμί (3), ψητό (2) ● ΦΡ.: χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό (προφ.): πυροβολώ κατευθείαν εναντίον κάποιου χωρίς δισταγμό, με σκοπό να τον τραυματίσω ή να τον σκοτώσω. || (μτφ.) Μέτρα που χτυπούν ~ (= ζημιώνουν, πλήττουν) μισθωτούς και συνταξιούχους. [< μεσν. ψαχνόν]
57791ψαχούλεμαψα-χού-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψαχουλεύω: ~ στα ράφια/στο σκοτάδι. Πβ. πασπάτεμα, σκάλισμα, χαρχάλεμα, ψάξιμο. Βλ. ψηλάφηση.
57792ψαχουλευτάψα-χου-λευ-τά επίρρ. (προφ.): ψαχουλεύοντας, ψάχνοντας τριγύρω με τα χέρια: Προχωρούσε ~ στο σκοτάδι. Πβ. ψηλαφητά.
57793ψαχουλεύωψα-χου-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {ψαχούλ-εψα, -έψει, ψαχουλεύ-οντας} (προφ.) 1. ψάχνω επίμονα ανάμεσα σε πράγματα, συνήθ. ανακατεύοντάς τα, για να βρω κάτι: ~ευε την τσάντα/τσέπη της. ~ευε τα συρτάρια της. Πβ. πασπατεύω, σκαλίζω, χαρχαλεύω. 2. ψάχνω κάτι με τις άκρες των δακτύλων: ~εψε στα τυφλά την κλειδαριά. Βλ. ψηλαφώ.
57794ψαχτήριψα-χτή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. (προφ.) μηχανή αναζήτησης. Βλ. γκουγκλ. 2. (μτφ.-προφ.) για πρόσωπο που του αρέσει να ψάχνει, που ψάχνει πολύ: Τελικά έβγαλε λαβράκι, το ~! Μην την υποτιμάς, είναι φοβερό ~! Πβ. λαγωνικό. Βλ. πειραχτήρι. 3. τρόπος ψαρέματος, κυρ. σε ρηχό βυθό με ψαροντούφεκο. Βλ. -τήρι, καρτέρι.
57795ψεγάδιψε-γά-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ατέλεια, ελάττωμα: χωρίς κανένα ~ (= αψεγάδιαστος). Δεν βρήκα ούτε ένα ~ στο γραπτό του. Βλ. τρωτό.|| Τον βρίσκω συμπαθητικό παρ' όλα τα ~ια (= μειονεκτήματά) του. [< μεσν. ψεγάδι]
57796ψέγωψέ-γω ρ. (μτβ.) {έψε-ξα, ψέ-ξει, ψέγ-οντας} (λόγ.): κατηγορώ, μέμφομαι. Πβ. επικρίνω, επιτιμώ, καταφέρομαι. [< αρχ. ψέγω]
57797ψείρα[ψεῖρα] ψεί-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ.-ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} έντομο που προσβάλλει τον άνθρωπο και τα ζώα (επιστ. ονομασ. Pediculus humunus capitis)· ζει παρασιτικά στα τριχωτά μέρη του σώματος, προκαλώντας φλεγμονή που εκδηλώνεται με κνησμό: αβγά ~ας (= κόνιδα). ~ες του τριχωτού της κεφαλής/εφηβαίου. Έπιασε/έχει/κόλλησε ~ες. Βλ. εξωπαράσιτα, ξεψειρίζω, φθειρίαση, τύφος.|| (ειδικότ., για τις ~ες του κεφαλιού:) Λοσιόν/σαμπουάν/χτένα (ή χτενάκι) για ~ες. Οι ~ες μολύνουν κυρίως παιδιά σχολικής ηλικίας.|| (κατ' επέκτ.) ~ες των φυτών (= φυτοπαράσιτα· ειδικότ. για τη μελίγκρα). Βλ. σιταρόψειρα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μικρόφωνο (πέτου) ή ακουστικό πολύ μικρού μεγέθους. Βλ. κάψα1. 3. πολύ μικρό κοκαλάκι (κλάμερ) για τα μαλλιά: πολύχρωμες ~ες. 4. (μτφ.-προφ.) ψείρας. ● ψείρες (οι) (μτφ.-προφ.) 1. πράγματα ανούσια, ασήμαντα, ανάξια λόγου: Όλα αυτά είναι ~ μπροστά στα μεγάλα οικονομικά προβλήματα. 2. μικροσκοπικά γράμματα, που δυσκολεύουν την ανάγνωση. ● Υποκ.: ψειρούλα & ψειρίτσα (η): στις σημ. 1, 3. ● ΦΡ.: αλί που/άμα το 'χει η κούτρα του να κατεβάζει ψείρες βλ. κούτρα [< 1: μεσν. ψείρα 2: αγγλ. bug, 1946]
57798ψείραςψεί-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): πολύ σχολαστικός, λεπτολόγος. ΣΥΝ. ψείρα (4)
57799ψειριάρης, α, ικο ψει-ριά-ρης επίθ. (προφ.): που έχει πιάσει ψείρες· κατ' επέκτ. βρομιάρης. Βλ. -ιάρης.
57800ψειρίζωψει-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ψείρι-σα, ψειρί-σει, ψειρίζ-οντας} 1. (μτφ.-προφ.) είμαι υπερβολικά σχολαστικός, ασχολούμαι με λεπτομέρειες: Πολύ το ~εις το πράγμα! ΣΥΝ. ξε~, ψιλοκοσκινίζω. Πβ. βασανίζω, λεπτολογώ, υπεραναλύω. Βλ. ξεσκον-, ξεψαχν-, χτεν-ίζω, ξετινάζω. 2. (μτφ.-αργκό) κλέβω: Τον ~σαν στο μετρό. Της ~σαν την τσάντα. Πβ. βουτώ, ξαφρίζω, σουφρώνω. 3. ξεψειρίζω. ● ΦΡ.: ψειρίζω τη μαϊμού βλ. μαϊμού [< μτγν. φθειρίζω]
57801ψείρισμαψεί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) υπερβολική εμμονή στις λεπτομέρειες, σχολαστικότητα: Έπεσε πολύ ~. ΣΥΝ. ξε~. Πβ. λεπτολογία. Βλ. ξεσκόν-, ξεψάχν-ισμα. 2. (μτφ.-λαϊκό) κλοπή. Πβ. ξάφρισμα, σούφρωμα. 3. ξεψείρισμα.
57802ψειρού[ψειροῦ] ψει-ρού ουσ. (θηλ.) (αργκό): φυλακή: Έκανε έντεκα μήνες στην ~. Βλ. -ού4. ΣΥΝ. μπουζού, στενή, φρέσκο2, φυλάκα
57803ψεκάδεςψε-κά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ψεκάδα}: ΜΕΤΕΩΡ. υετός με τη μορφή πολύ μικρών σταγόνων βροχής: ασθενείς ~. Βλ. ψιχάλα. [< αρχ. ψεκάς, ψακάς ‘σταγόνα βροχής, ψιλόβροχο’, αγγλ. drizzle]
57804ψεκάζωψε-κά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψέκα-σα, ψεκά-σει, -στηκε, -στεί, ψεκάζ-οντας, -όμενος, ψεκα-σμένος}: εκτοξεύω (σε κάτι ή κάποιον) σταγονίδια υγρού με τη χρήση ειδικού δοχείου ή κατάλληλης συσκευής: ~ το δωμάτιο με αρωματικό σπρέι (πβ. αρωματίζω)/τα λουλούδια (: με νερό· πβ. καταβρέχω).|| ~σαν (= ράντισαν) με φυτοφάρμακο. Βλ. αψέκαστος. ● ΦΡ.: ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε (προφ.): για κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα και εύκολα (ή πρόχειρα): Οι εξετάσεις δεν είναι ~ ~· χρειάζεται διάβασμα. Βλ. ξεπέτα. [< μτγν. ψεκάζω, γαλλ. pulvériser]
57805ψεκασμένος, η, ο ψε-κα-σμέ-νος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): που έχει παρωχημένες και ανεδαφικές εμμονές σε επιστημονικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα με κυρίαρχη ιδέα τη συνωμοσιολογία: ~ες: απόψεις/ιδέες. ~οι: αντιεμβολιαστές. Είναι εντελώς ~ για να λέει αυτές τις ανοησίες.
57806ψεκασμόςψε-κα-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ψέκασμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψεκάζω: (ΓΕΩΠ., ράντισμα με φυτοφάρμακα:) δολωματικός ~ κατά του δάκου. Προληπτικοί/χημικοί ~οί. ~ φυλλώματος (= διαφυλλικός ~)/των πεύκων (: για καταπολέμηση της πιτυοκάμπης). ~οί με μυκητοκτόνα. Βλ. αερο~.|| ~οί για κουνούπια.|| Ομοιόμορφος ~ (χρώματος). ~ με σπρέι. Ακροφύσια/αντλία/βαλβίδα/πιστόλι/συσκευή (= ψεκαστήρας)/σύστημα ~ού (βαφής). Πβ. εκνέφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: μπεκ ψεκασμού: ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε όχημα) εξαρτήματα του συστήματος τροφοδοσίας του κινητήρα, τα οποία διασκορπίζουν το καύσιμο στον θάλαμο καύσης. Βλ. καρμπιρατέρ. [< μεσν. ψεκασμός, γαλλ. pulvérisation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.