| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57800 | ψειρίζω | ψει-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {ψείρι-σα, ψειρί-σει, ψειρίζ-οντας} 1. (μτφ.-προφ.) είμαι υπερβολικά σχολαστικός, ασχολούμαι με λεπτομέρειες: Πολύ το ~εις το πράγμα! ΣΥΝ. ξε~, ψιλοκοσκινίζω. Πβ. βασανίζω, λεπτολογώ, υπεραναλύω. Βλ. ξεσκον-, ξεψαχν-, χτεν-ίζω, ξετινάζω. 2. (μτφ.-αργκό) κλέβω: Τον ~σαν στο μετρό. Της ~σαν την τσάντα. Πβ. βουτώ, ξαφρίζω, σουφρώνω. 3. ξεψειρίζω. ● ΦΡ.: ψειρίζω τη μαϊμού βλ. μαϊμού [< μτγν. φθειρίζω] | |
| 57801 | ψείρισμα | ψεί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) υπερβολική εμμονή στις λεπτομέρειες, σχολαστικότητα: Έπεσε πολύ ~. ΣΥΝ. ξε~. Πβ. λεπτολογία. Βλ. ξεσκόν-, ξεψάχν-ισμα. 2. (μτφ.-λαϊκό) κλοπή. Πβ. ξάφρισμα, σούφρωμα. 3. ξεψείρισμα. | |
| 57802 | ψειρού | [ψειροῦ] ψει-ρού ουσ. (θηλ.) (αργκό): φυλακή: Έκανε έντεκα μήνες στην ~. Βλ. -ού4. ΣΥΝ. μπουζού, στενή, φρέσκο2, φυλάκα | |
| 57803 | ψεκάδες | ψε-κά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ψεκάδα}: ΜΕΤΕΩΡ. υετός με τη μορφή πολύ μικρών σταγόνων βροχής: ασθενείς ~. Βλ. ψιχάλα. [< αρχ. ψεκάς, ψακάς ‘σταγόνα βροχής, ψιλόβροχο’, αγγλ. drizzle] | |
| 57804 | ψεκάζω | ψε-κά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψέκα-σα, ψεκά-σει, -στηκε, -στεί, ψεκάζ-οντας, -όμενος, ψεκα-σμένος}: εκτοξεύω (σε κάτι ή κάποιον) σταγονίδια υγρού με τη χρήση ειδικού δοχείου ή κατάλληλης συσκευής: ~ το δωμάτιο με αρωματικό σπρέι (πβ. αρωματίζω)/τα λουλούδια (: με νερό· πβ. καταβρέχω).|| ~σαν (= ράντισαν) με φυτοφάρμακο. Βλ. αψέκαστος. ● ΦΡ.: ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε (προφ.): για κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα και εύκολα (ή πρόχειρα): Οι εξετάσεις δεν είναι ~ ~· χρειάζεται διάβασμα. Βλ. ξεπέτα. [< μτγν. ψεκάζω, γαλλ. pulvériser] | |
| 57805 | ψεκασμένος | , η, ο ψε-κα-σμέ-νος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): που έχει παρωχημένες και ανεδαφικές εμμονές σε επιστημονικά, κοινωνικά και πολιτικά θέματα με κυρίαρχη ιδέα τη συνωμοσιολογία: ~ες: απόψεις/ιδέες. ~οι: αντιεμβολιαστές. Είναι εντελώς ~ για να λέει αυτές τις ανοησίες. | |
| 57806 | ψεκασμός | ψε-κα-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ψέκασμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψεκάζω: (ΓΕΩΠ., ράντισμα με φυτοφάρμακα:) δολωματικός ~ κατά του δάκου. Προληπτικοί/χημικοί ~οί. ~ φυλλώματος (= διαφυλλικός ~)/των πεύκων (: για καταπολέμηση της πιτυοκάμπης). ~οί με μυκητοκτόνα. Βλ. αερο~.|| ~οί για κουνούπια.|| Ομοιόμορφος ~ (χρώματος). ~ με σπρέι. Ακροφύσια/αντλία/βαλβίδα/πιστόλι/συσκευή (= ψεκαστήρας)/σύστημα ~ού (βαφής). Πβ. εκνέφωση. ● ΣΥΜΠΛ.: μπεκ ψεκασμού: ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε όχημα) εξαρτήματα του συστήματος τροφοδοσίας του κινητήρα, τα οποία διασκορπίζουν το καύσιμο στον θάλαμο καύσης. Βλ. καρμπιρατέρ. [< μεσν. ψεκασμός, γαλλ. pulvérisation] | |
| 57807 | ψεκαστήρας | ψε-κα-στή-ρας ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ψεκαστήρα (η): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ψεκασμού: ~ βαφής/νερού (βλ. εκτοξευτήρας, καταβρεχτήρας, καταιονητήρας). ~ πίεσης. Βλ. βαποριζατέρ.|| (για ράντισμα φυτών:) ~ες χειρός/πλάτης (: φορητοί).|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) ~ες καυσίμου (= μπεκ ψεκασμού). Βλ. -τήρας. [< γαλλ. pulvérisateur] | |
| 57808 | ψεκαστικός | , ή, ό ψε-κα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ψεκασμό: ~ό: αεροπλάνο/διάλυμα/δοχείο (βλ. βαποριζατέρ, καταβρεχτήρι)/μηχάνημα/υγρό (βλ. διαβρέκτης). ~ές: αντλίες. ● Ουσ.: ψεκαστικό (το) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. ψεκαστήρας. | |
| 57809 | ψελλίζω | ψελ-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ψέλλι-σα, ψελλί-σει, ψελλίζ-οντας}: αρθρώνω μερικές κουβέντες με δυσκολία ή/και χαμηλόφωνα, εξαιτίας φόβου, ταραχής ή σωματικού πόνου: Κατάφερε να ~σει δυο λόγια στους αστυνομικούς. Πβ. μουρμουρίζω. Βλ. κομπιάζω, τραυλίζω.|| Άρχισε να ~ει δικαιολογίες/μισόλογα. [< αρχ. ψελλίζω] | |
| 57810 | ψέλλισμα | ψέλ-λι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψελλίζω. Βλ. κόμπιασμα, τραύλισμα. [< μτγν. ψέλλισμα] | |
| 57811 | ψέλνω | βλ. ψάλλω | |
| 57812 | ψέμα | ψέ-μα ουσ. (ουδ.) {ψέμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ισχυρισμός εσκεμμένα αναληθής, με σκοπό την απόκρυψη ή παραποίηση της αλήθειας: αθώο/αισχρό/βολικό/ελεεινό/κακόβουλο/καραμπινάτο/κατάφωρο/μικρό/τεράστιο/πρωταπριλιάτικο/συνειδητό/χοντρό ~. Απροκάλυπτα/ασύστολα/επικίνδυνα/συνηθισμένα/τερατώδη (= τερατολογίες)/χονδροειδή ~ατα. Είναι ~ ότι ... (πβ. μούσι, μούφα, φόλα). Μας έχει φλομώσει/ταράξει στα ~ατα. Είναι όλα ~ατα (= ανακρίβειες, αναλήθειες, μυθεύματα, χαλκεύματα, παραμύθια). Άσ' τα ~ατα, δεν σε πιστεύω! Μας έχει αραδιάσει ένα σωρό ~ατα (ή λόγ., σωρεία ~άτων)/του κόσμου τα ~ατα/~ατα με ουρά! Διαδίδει ~ατα (= ψευδολογίες, ψευτιές). Πβ. ψεύδος. Το ~ είναι το αλάτι της αλήθειας (παροιμ.). || Έχει βουλιάξει/ζει μες στο ~. Πβ. απάτη, πλάνη1, φενάκη. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει ή είναι μάταιο, απατηλό: Πιστεύει ότι ο παντοτινός έρωτας είναι ένα ~ (= μύθος). ● Υποκ.: ψεματάκι (το) ● Μεγεθ.: ψεματάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: λευκό ψέμα: που λέγεται σκόπιμα από κάποιον, για να αποφύγει μια δυσάρεστη ή άβολη κατάσταση, και δεν εμπεριέχει δόλο ούτε έχει αρνητικές συνέπειες. Πβ. (τα) κατά συνθήκη(ν) ψεύδη. [< αγγλ. white lie] ● ΦΡ.: κακά τα ψέματα (προφ.): ας μην τρέφουμε αυταπάτες, ας μη γελιόμαστε: ~ ~, χρειάζεται πολλή προσπάθεια, για να πετύχουμε. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, ~ ~!, με τα ψέματα (κυρ. προφ.): χωρίς να το καταλάβω ή χωρίς (ιδιαίτερη) προσπάθεια: ~ ~ πέρασε η ώρα!|| ~ ~ δεν γίνεται δουλειά!, πες το ψέματα! (προφ.): ως επιβεβαίωση των λόγων του συνομιλητή μας: -Χρειάζεσαι ξεκούραση! -~ ~ (: έχεις δίκιο, σωστά)!, σαν ψέμα/ψέματα (προφ.): για κάτι που φαντάζει απίστευτο: Μου φαίνεται ~ ~ που είσαι εδώ/ότι θα τον ξαναδώ (: είμαι πολύ συγκινημένος/η). Ακούγεται ~ ~!, στα ψέματα/στα ψεύτικα (προφ.): χωρίς να ισχύει στην πραγματικότητα: Το είπε ~ ~ (πβ. στ' αστεία. ΑΝΤ. στα σοβαρά.). Έκανε ~ ~ την χαρούμενη (: προσποιητά, υποκριτικά). ΑΝΤ. στ' αλήθεια., τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! & σώθηκαν τα ψέματα (προφ.): δεν υπάρχουν πια άλλα περιθώρια, η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~, ξεκινώ δίαιτα/πρέπει να φύγω/ώρα για διάβασμα!, το ψέμα έχει κοντά ποδάρια (παροιμ.): αποκαλύπτεται γρήγορα. || (με την ίδια σημ. και το γνωμ.) Το ~ ποτέ δεν ζει για να γεράσει. [< μεσν. ψέμα] | |
| 57813 | ψένω | βλ. ψήνω | |
| 57814 | ψες | (κυρ. στην Κύπρο) βλ. εψές | |
| 57815 | ψεσινός | , ή, ό ψε-σι-νός επίθ. (λαϊκό): χθεσινός. | |
| 57816 | ψευδαίσθηση | ψευ-δαί-σθη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντίληψη, εντύπωση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, που είναι λανθασμένη: συλλογική ~ (πβ. φούσκα). Η ~ της εξουσίας/του πλούτου (βλ. επίφαση). Ο κόσμος των ~ήσεων. Η κατάρρευση/το τέλος των ~ήσεων. Δημιουργείται/καλλιεργείται η ~ ότι ... Ζει με την ~ ότι είναι κάποιος σπουδαίος. Δίνει/συντηρεί την ~ της ασφάλειας. Μην έχεις/τρέφεις ~ήσεις (= αυταπάτες· βλ. χτίζει στον αέρα)! Πβ. φρεναπάτη, χίμαιρα. 2. ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ψευδής αισθητηριακή αντίληψη που δημιουργείται χωρίς να έχει προηγηθεί πραγματικό εξωτερικό ερέθισμα: ακουστική/οπτική (= οφθαλμαπάτη· βλ. οπτασία, όραμα) ~. Υπναγωγικές ~ήσεις. Πβ. παραίσθηση. Βλ. ντεζαβού, ονειρισμός, σχιζοφρένεια, τρομώδες παραλήρημα, ψευδαισθησιογόνα, ψυχεδέλεια.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Η ~ της κίνησης (βλ. κινούμενα σχέδια, μαύρο θέατρο, οπ αρτ). [< γαλλ. hallucination] | |
| 57817 | ψευδαισθησιογόνα | ψευ-δαι-σθη-σι-ο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψευδαισθησιογόνο}: ΧΗΜ. εξαρτησιογόνες ουσίες (ναρκωτικά) που προκαλούν ψευδαισθήσεις. Βλ. έκστασι, ελ ες ντι, κάνναβη, κεταμίνη, κοκαΐνη, μεσκαλίνη, μαριχουάνα. ΣΥΝ. παραισθησιογόνα [< γαλλ. hallucinogène, 1934, αγγλ. hallucinogenic drugs, 1952, hallucinogens, 1954] | |
| 57818 | ψευδαισθητικός | , ή, ό ψευ-δαι-σθη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις ψευδαισθήσεις: (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ά: φαινόμενα.|| ~ή: πραγματικότητα (: απατηλή, ονειρική). [< γαλλ. hallucinatoire] | |
| 57819 | ψευδακακία | ψευ-δα-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) & ψευδοακακία: ΒΟΤ. πλατύφυλλο φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Robinia pseudoacacia) με σύνθετα, φτερωτά φύλλα, αγκάθια και λευκωπά άνθη, που φυτεύεται συνήθ. σε δενδροστοιχίες. ΣΥΝ. ροβίνια |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ