Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58280-58300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57820ψευδάνθρακαςψευ-δάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. δερματική λοίμωξη με τη μορφή πολλών αποστημάτων, κυρ. στον αυχένα και τη ράχη· προκαλείται συνήθ. από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο και συνοδεύεται συχνά από πυρετό και αίσθημα εξάντλησης. Βλ. δοθιήνας, θυλακίτιδα.
57821ψευδαπόστολοςψευ-δα-πό-στο-λος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΕΚΚΛΗΣ. πρόσωπο που εμφανίζεται ως Απόστολος του Θεού. [< μτγν. ψευδαπόστολος]
57822ψευδαργυρικός, ή, ό ψευ-δαρ-γυ-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τον ψευδάργυρο: ~ή: επίστρωση (: για προστασία από διάβρωση· βλ. επιψευδαργύρωση). ~ό: οξύ.
57823ψευδάργυροςψευ-δάρ-γυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο με γαλαζωπή απόχρωση (σύμβ. Zn, Ζ 30): ανθρακικός/θειούχος (βλ. λιθοπόνιο)/κιτρικός/οξικός/φωσφορικός/χλωριούχος ~. Οξείδιο/ορυκτά (βλ. σφαλερίτης) του ~ύρου. Κράματα ~ύρου (βλ. αλπακάς, μπρούντζος, ορείχαλκος, ψευδόχρυσος). Βλ. στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης.|| (ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Ελάσματα ~ύρου (βλ. φωτοτσιγκογραφία). Επιμετάλλωση με ~ο (= γαλβανισμός, επιψευδαργύρωση). Πβ. τσίγκος.|| (ΒΙΟΧ., μεταλλικό ιχνοστοιχείο:) Γαλακτικός ~. Τροφές που περιέχουν ~ο. Βλ. τροφοπενία. [< μτγν. ψευδάργυρος, γερμ. Zink]
57824ψευδάρθρωσηψευ-δάρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διακοπή της διαδικασίας επούλωσης (πώρωσης) ενός κατάγματος σε κάποια φάση πριν την ολοκλήρωσή της, λόγω ανεπαρκούς αιμάτωσης ή ακινητοποίησης της καταγματικής περιοχής: σηπτική/(α-/υπερ-)τροφική ~. Χειρουργική αντιμετώπιση της ~ης (με οστεοσύνθεση). [< γαλλ. pseudoarthrose, αγγλ. pseudarthrosis]
57825ψευδεπίγραφος, η, ο ψευ-δε-πί-γρα-φος επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που φέρει ψευδώς το όνομα κάποιου συγγραφέα, χωρίς αυτός να είναι ο πραγματικός δημιουργός του: ~α: έργα/κείμενα. Πβ. νόθος. Βλ. πλαστός, -γραφος. 2. (γενικότ.-λόγ.) που φέρει ψεύτικη επιγραφή· του οποίου το όνομα ή ο χαρακτηρισμός που του αποδίδεται δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο: ~α: φάρμακα (: που παρουσιάζουν σκόπιμη παραποίηση της ταυτότητας, της προέλευσης και του ιστορικού τους).|| ~ος: διάλογος. ~η: ειρήνη. Πβ. ψευδώνυμος. ● ΣΥΜΠΛ.: Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία βλ. ευαγγέλιο [< μτγν. ψευδεπίγραφος]
57826ψευδής, ής, ές ψευ-δής επίθ. {ψευδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· υπερθ. ψευδέστ-ατος} (λόγ.): που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, που δεν είναι αληθινός: ~ής: ισχυρισμός. ~είς: ειδήσεις (πβ. φέικ νιουζ)/κατηγορίες (βλ. συκοφαντία)/πληροφορίες/φήμες. ~ή: δημοσιεύματα/σενάρια (= τερατολογίες). Είναι ~ή τα όσα λέει (= ψέματα). Παρουσίασε ~ή στοιχεία (πβ. ανύπαρκτος· ΑΝΤ. αδιάψευστος, αψευδής). ΣΥΝ. ανακριβής, αναληθής, ανυπόστατος. Πβ. ανειλικρινής, νόθος.|| ~ής: αντίληψη/εικόνα (της πραγματικότητας). ~είς: υποσχέσεις. Δημιουργούν ~είς ανάγκες (: τεχνητές)/εντυπώσεις/προσδοκίες. Πβ. πλασματικός, πλαστός.|| (ΝΟΜ.) ~ής: κατάθεση (βλ. ψευδορκία)/καταμήνυση/μαρτυρία (= ψευδομαρτυρία). ~ή: επιχειρήματα (βλ. στρεψοδικία). Νόμος περί ~ούς δηλώσεως (βλ. εικονικότητα, υπεύθυνη δήλωση).|| ~ής: βεβαίωση. ~ή: πιστοποιητικά (: πλαστογραφημένα). ΣΥΝ. ψεύτικος. Βλ. ψευδο-. ΑΝΤ. αληθής ● επίρρ.: ψευδώς [-ῶς] [< αρχ. ψευδής]
57827ψευδίζωψευ-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {ψεύδιζε, ψευδίζοντας}: παρουσιάζω δυσκολίες στην εκφορά ορισμένων συμφώνων. Βλ. κεκεδίζω, τραυλίζω.
57828ψευδισμόςψευ-δι-σμός ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ψεύδισμα (το): ΙΑΤΡ. διαταραχή του προφορικού λόγου η οποία χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην άρθρωση συμφωνικού φθόγγου. Βλ. ρωτακισμός, σιγματισμός, δυσλαλία, τραυλισμός.
57829ψευδο- & ψευδό- & ψευδ-α΄ συνθ. για δήλωση 1. παραλλαγμένου, ψευδούς: ψευδό-τοιχος. Ψευδ-οροφή.|| Ψευδό-στομος.|| Ψευδο-κύηση. 2. (κατ' επέκτ.-συνήθ. μειωτ.) πλαστού, ανυπόστατου: ψευδ-επίγραφος.|| Ψευδο-προφήτης. Πβ. ψευτο-.|| Ψευδο-μάρτυρας. Ψευδ-ορκία.|| Ψευδο-κράτος. 3. (μτφ.) αβάσιμου, μη πραγματικού: ψευδο-δίλημμα/~πρόβλημα.
57830ψευδοακακίαβλ. ψευδακακία
57831ψευδογλώσσα[ψευδογλῶσσα] ψευ-δο-γλώσ-σα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. ψευδοκώδικας.
57832ψευδοδάπεδοψευ-δο-δά-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. στρώση από ξύλινες σανίδες που τοποθετούνται συχνά κάτω από το ξύλινο πάτωμα (παρκέ), για να μην τρίζει, για να αυξηθεί η αντοχή και ηχομόνωσή του και για να είναι πιο εύκολη η τοποθέτηση των σανίδων του σε διάφορα σχήματα (π.χ. ψαροκόκαλο). Πβ. πέτσωμα. Βλ. ψευδοροφή. ΣΥΝ. ψευτοπάτωμα
57833ψευδοδίλημμαβλ. ψευτοδίλημμα
57834ψευδοεντολήψευ-δο-ε-ντο-λή ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. καθεμιά από τις εντολές που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία μετατροπής (μετάφρασης) της γλώσσας προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής· απευθύνονται μόνο στον συμβολομεταφραστή και όχι στον επεξεργαστή του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Βλ. μεταγλωττιστής. ΣΥΝ. ντιρεκτίβα (2) [< αγγλ. pseudo-instruction, 1957]
57835ψευδοεπιστήμηψευ-δο-ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψευτοεπιστήμη: θεωρία, μεθοδολογία ή πρακτική που παρουσιάζεται σαν επιστημονική, χωρίς όμως να στηρίζεται σε επιστημονικές αρχές. Πβ. παραεπιστήμη.
57836ψευδοεπιστήμοναςψευ-δο-ε-πι-στή-μο-νας ουσ. (αρσ.) & ψευτοεπιστήμονας: πρόσωπο που παριστάνει τον επιστήμονα. Πβ. τσαρλατάνος.
57837ψευδοεπιστημονικός, ή, ό ψευ-δο-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ. & ψευτοεπιστημονικός: που παρουσιάζεται ως επιστημονικός, χωρίς να είναι: ~ή: θεωρία. ~ά: επιχειρήματα. Πβ. παραεπιστημονικός.
57838ψευδόκοκκοςψευ-δό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (οικογ. Pseudococcidae) που προσβάλλει διάφορα είδη φυτών· το σώμα του καλύπτεται από κέρινα νήματα που μοιάζουν με βαμβάκι: ~ των εσπεριδοειδών και της αμπέλου (: Pseudococcus/Planococcus citri). Βλ. βαμβακάδα, ψώρα.
57839ψευδοκράτοςψευ-δο-κρά-τος ουσ. (ουδ.): περιοχή που αυτοαποκαλείται κράτος, χωρίς να έχει αναγνωριστεί από τους διεθνείς οργανισμούς· κυρ. (διαδόθηκε το 1983) για τα Κατεχόμενα της Κύπρου.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.