Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58300-58320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57840ψευδοκύησηψευ-δο-κύ-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή κατά την οποία μια γυναίκα νομίζει ότι κυοφορεί και εμφανίζει συνήθ. συμπτώματα εγκυμοσύνης, χωρίς, όμως, να είναι έγκυος. Πβ. ανεμογκάστρι. 2. ΚΤΗΝ. κατάσταση κατά την οποία η σκύλα ή η γάτα παρουσιάζει συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά του τοκετού και της γαλουχίας, χωρίς να είναι έγκυος. [< αγγλ. pseudocyesis]
57841ψευδοκύστηψευ-δο-κύ-στη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κοιλότητα (διάταση) που μοιάζει με κύστη, αλλά δεν περιβάλλεται από επιθηλιακό ιστό: ~ παγκρέατος. [< αγγλ. pseudocyst]
57842ψευδοκώδικαςψευ-δο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. δομημένη γλώσσα που μοιάζει με κώδικα προγραμματισμού και χρησιμοποιείται μόνο για τη διατύπωση αλγορίθμων, δεν προορίζεται δηλ. για να μεταφραστεί σε γλώσσα μηχανής και να εκτελεστεί από τον υπολογιστή. ΣΥΝ. ψευδογλώσσα [< αγγλ. pseudocode, 1959]
57843ψευδολογίαψευ-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψευδολόγημα (το) (λόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψευδολογώ· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ψεύδη, ψέματα: ακατάσχετη ~. Βλ. μυθοπλασία, -λογία.|| Συκοφαντίες και ~ες. Πβ. τερατολογία. [< αρχ. ψευδολογία]
57844ψευδολόγοςψευ-δο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): που ψευδολογεί. Πβ. ψεύτης, τερατολόγος. Βλ. -λόγος. [< αρχ. ψευδολόγος]
57845ψευδολογώ[ψευδολογῶ] ψευ-δο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ψευδολογ-είς ..., -ώντας} (λόγ.): ψεύδομαι. Πβ. τερατολογώ. Βλ. -λογώ. [< αρχ. ψευδολογῶ]
57846ψεύδομαιψεύ-δο-μαι ρ. (αμτβ.) {(σπάν.) εψεύσθη, ψευδόμενος} (λόγ.): λέω ψέματα: ~εται ασύστολα. ΣΥΝ. ψευδολογώ. [< αρχ. ψεύδομαι]
57847ψευδομάρτυραςψευ-δο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) ψευδομάρτυς: ΝΟΜ. μάρτυρας που προβαίνει συνειδητά σε ψευδή κατάθεση. Βλ. ψεύδορκος. [< αρχ. ψευδομάρτυς]
57848ψευδομαρτυρίαψευ-δο-μαρ-τυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ψευδής κατάθεση μάρτυρα. Βλ. ψευδορκία. [< αρχ. ψευδομαρτυρία]
57849ψευδομαρτυρώ[ψευδομαρτυρῶ] ψευ-δο-μαρ-τυ-ρώ ρ. (αμτβ.) {ψευδομαρτυρ-εί | ψευδομαρτήρ-ησε, -ήσει}: ΝΟΜ. δίνω εσκεμμένα ψευδή κατάθεση. Βλ. ψευδορκώ. [< αρχ. ψευδομαρτυρῶ]
57850ψευδομεμβρανώδης, ης, ες ψευ-δο-μεμ-βρα-νώ-δης επίθ.: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ή τον σχηματισμό κρεμώδους επιχρίσματος: ~ης: κολίτιδα. [< γαλλ. pseudomembraneux, αγγλ. pseudomembranous]
57851ψευδομονάδαψευ-δο-μο-νά-δα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. γένος gram αρνητικών βακτηρίων: αεριογόνος ~ (: υπεύθυνη για σοβαρές νοσοκομειακές λοιμώξεις). Βλ. κλωστηρ-, κολοβακτηρ-ίδιο. [< αγγλ. pseudomonas, pseudomonad, 1921, γαλλ. ~, 1964]
57852ψευδοντοκιμαντέρψευ-δο-ντο-κι-μα-ντέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. ταινία που καταγράφει και εξιστορεί φανταστικά γεγονότα και καταστάσεις με τη μορφή ντοκιμαντέρ. [< αγγλ. mockumentary, 1965]
57853ψευδοπατριώτηςβλ. ψευτοπατριώτης
57854ψευδοπατριωτισμόςβλ. ψευτοπατριωτισμός
57855ψευδοπάτωμαβλ. ψευτοπάτωμα
57856ψευδοπόδιαψευ-δο-πό-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψευδοπόδιο}: ΒΙΟΛ. προσωρινές προεκβολές του κυτταροπλάσματος των πρωτόζωων, οι οποίες τους επιτρέπουν να κινούνται και να προσλαμβάνουν την τροφή τους: Οι αμοιβάδες/τα τρηματοφόρα έχουν ~. Βλ. βλεφαρίδα, μαστίγιο. [< γαλλ. pseudopodes, αγγλ. pseudopodia]
57857ψευδοπρόβλημαψευ-δο-πρό-βλη-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-προφ.) ψευτοπρόβλημα: ψεύτικο, ανύπαρκτο πρόβλημα.
57858ψευδοπροφήτηςψευ-δο-προ-φή-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ψευτοπροφήτης: πρόσωπο που παριστάνει τον προφήτη, που κάνει αβάσιμες προβλέψεις. [< μτγν. ψευδοπροφήτης]
57859ψευδορκίαψευ-δορ-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ψευδής ένορκη βεβαίωση, η οποία συνιστά ποινικό αδίκημα: ~ μάρτυρα (βλ. ψευδομαρτυρία). Δίωξη/μήνυση για ~. Κατηγορείται για ~. Βλ. επιορκία. [< μτγν. ψευδορκία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.