| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 57881 | ψευτο- & ψευτό- | (προφ.) α' συνθετικό για δήλωση 1. του πρόχειρου, φτηνού: ψευτο-δουλειά (πβ. χοντρο-· βλ. ψιλο-).|| Ψευτό-πραμα. 2. (συνήθ. για πρόσ.) του ψεύτικου, επιτηδευμένου, μη πειστικού: ψευτο-προφήτης (πβ. ψευδο-).|| Ψευτο-διανοούμενος/~προοδευτικός.|| Ψευτό-μαγκας. 3. (λαϊκό) δυσκολίας, στέρησης: ψευτο-ζώ. Βλ. κακο-, κουτσο-. 4. φαγητού που δεν περιέχει όλα τα υλικά: Ψευτο-μουσακάς. Βλ. ορφανός. | |
| 57882 | ψευτογιατρός | ψευ-το-για-τρός ουσ. (αρσ.) (προφ.): κομπογιαννίτης γιατρός. Πβ. τσαρλατάνος. | |
| 57883 | ψευτοδιανοούμενος | ψευ-το-δι-α-νο-ού-με-νος ουσ. (αρσ.): δήθεν διανοούμενος. Πβ. ψευτο-κουλτουριάρης, -φιλόσοφος. | |
| 57884 | ψευτοδίλημμα | ψευ-το-δί-λημ-μα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) ψευδοδίλημμα: ψεύτικο, πλαστό, μη πραγματικό δίλημμα. | |
| 57885 | ψευτοδουλειά | ψευ-το-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ευκαιριακή εργασία, η οποία δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό μισθό ή μόνιμη απασχόληση: Βρήκε μια ~. Πβ. μικρο-, ψιλο-δουλειά. 2. προχειροδουλειά. | |
| 57886 | ψευτοεπιστήμη | βλ. ψευδοεπιστήμη | |
| 57887 | ψευτοεπιστήμονας | βλ. ψευδοεπιστήμονας | |
| 57888 | ψευτοεπιστημονικός | , ή, ό βλ. ψευδοεπιστημονικός | |
| 57889 | ψευτοευγένεια | ψευ-το-ευ-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): προσποιητή ευγένεια: Άσε τις υποκρισίες και τις ~ες! | |
| 57890 | ψευτοζώ | [ψευτοζῶ] ψευ-το-ζώ ρ. (αμτβ.) {ψευτοζ-είς} (προφ.): φυτοζωώ. | |
| 57891 | ψευτοθόδωρος | ψευ-το-θό-δω-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): άνδρας που λέει συστηματικά ψέματα. | |
| 57892 | ψευτόκασα | ψευ-τό-κα-σα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. ξύλινη ή μεταλλική κάσα η οποία αποτελεί οδηγό για το σοβάτισμα και είτε αφαιρείται είτε παραμένει, για να βιδωθεί πάνω της η πραγματική κάσα πόρτας ή παραθύρου. | |
| 57893 | ψευτοκουλτουριάρης | ψευ-το-κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ψευτοκουλτουριάρα} (προφ.): που παριστάνει τον καλλιεργημένο. Πβ. θολοκουλτουριάρης, ψευτοδιανοούμενος. | |
| 57894 | ψευτοκουλτουριάρικος | , η, ο ψευ-το-κουλ-του-ριά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον ψευτοκουλτουριάρη: ~ο: ύφος (= διανοουμενίστικο). | |
| 57895 | ψευτόμαγκας | ψευ-τό-μα-γκας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευτομάγκας (λαϊκό): που παριστάνει τον μάγκα. Πβ. κουραδόμαγκας, τζάμπα μάγκας, ψευτο-νταής, -παλικαράς. | |
| 57896 | ψευτομαγκιά | ψευ-το-μα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): δήθεν μαγκιά, τζάμπα μαγκιά. Πβ. ψευτο-παλικαριά, -τσαμπουκάς. | |
| 57897 | ψευτονταής | ψευ-το-ντα-ής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): που παριστάνει τον νταή. Πβ. ψευτόμαγκας, ψευτοτσαμπουκάς. | |
| 57898 | ψευτοπαλικαράς | ψευ-το-πα-λι-κα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που παριστάνει τον παλικαρά. Πβ. παλικάρι της φακής, ψευτόμαγκας. | |
| 57899 | ψευτοπαλικαριά | ψευ-το-πα-λι-κα-ριά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψευτοπαλικαρισμός (ο) (προφ.): η ιδιότητα του ψευτοπαλικαρά. Πβ. αντριλίκι, νταηλίκι, λεονταρισμός, ψευτομαγκιά. | |
| 57900 | ψευτοπατριώτης | ψευ-το-πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοπατριώτης: δήθεν πατριώτης. Βλ. πατριδοκάπηλος. | |