Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58340-58360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57881ψευτο- & ψευτό-(προφ.) α' συνθετικό για δήλωση 1. του πρόχειρου, φτηνού: ψευτο-δουλειά (πβ. χοντρο-· βλ. ψιλο-).|| Ψευτό-πραμα. 2. (συνήθ. για πρόσ.) του ψεύτικου, επιτηδευμένου, μη πειστικού: ψευτο-προφήτης (πβ. ψευδο-).|| Ψευτο-διανοούμενος/~προοδευτικός.|| Ψευτό-μαγκας. 3. (λαϊκό) δυσκολίας, στέρησης: ψευτο-ζώ. Βλ. κακο-, κουτσο-. 4. φαγητού που δεν περιέχει όλα τα υλικά: Ψευτο-μουσακάς. Βλ. ορφανός.
57882ψευτογιατρόςψευ-το-για-τρός ουσ. (αρσ.) (προφ.): κομπογιαννίτης γιατρός. Πβ. τσαρλατάνος.
57883ψευτοδιανοούμενοςψευ-το-δι-α-νο-ού-με-νος ουσ. (αρσ.): δήθεν διανοούμενος. Πβ. ψευτο-κουλτουριάρης, -φιλόσοφος.
57884ψευτοδίλημμαψευ-το-δί-λημ-μα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) ψευδοδίλημμα: ψεύτικο, πλαστό, μη πραγματικό δίλημμα.
57885ψευτοδουλειάψευ-το-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ευκαιριακή εργασία, η οποία δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικό μισθό ή μόνιμη απασχόληση: Βρήκε μια ~. Πβ. μικρο-, ψιλο-δουλειά. 2. προχειροδουλειά.
57886ψευτοεπιστήμηβλ. ψευδοεπιστήμη
57887ψευτοεπιστήμοναςβλ. ψευδοεπιστήμονας
57888ψευτοεπιστημονικός, ή, ό βλ. ψευδοεπιστημονικός
57889ψευτοευγένειαψευ-το-ευ-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): προσποιητή ευγένεια: Άσε τις υποκρισίες και τις ~ες!
57890ψευτοζώ[ψευτοζῶ] ψευ-το-ζώ ρ. (αμτβ.) {ψευτοζ-είς} (προφ.): φυτοζωώ.
57891ψευτοθόδωροςψευ-το-θό-δω-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): άνδρας που λέει συστηματικά ψέματα.
57892ψευτόκασαψευ-τό-κα-σα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. ξύλινη ή μεταλλική κάσα η οποία αποτελεί οδηγό για το σοβάτισμα και είτε αφαιρείται είτε παραμένει, για να βιδωθεί πάνω της η πραγματική κάσα πόρτας ή παραθύρου.
57893ψευτοκουλτουριάρηςψευ-το-κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ψευτοκουλτουριάρα} (προφ.): που παριστάνει τον καλλιεργημένο. Πβ. θολοκουλτουριάρης, ψευτοδιανοούμενος.
57894ψευτοκουλτουριάρικος, η, ο ψευ-το-κουλ-του-ριά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον ψευτοκουλτουριάρη: ~ο: ύφος (= διανοουμενίστικο).
57895ψευτόμαγκαςψευ-τό-μα-γκας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευτομάγκας (λαϊκό): που παριστάνει τον μάγκα. Πβ. κουραδόμαγκας, τζάμπα μάγκας, ψευτο-νταής, -παλικαράς.
57896ψευτομαγκιάψευ-το-μα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): δήθεν μαγκιά, τζάμπα μαγκιά. Πβ. ψευτο-παλικαριά, -τσαμπουκάς.
57897ψευτονταήςψευ-το-ντα-ής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): που παριστάνει τον νταή. Πβ. ψευτόμαγκας, ψευτοτσαμπουκάς.
57898ψευτοπαλικαράςψευ-το-πα-λι-κα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που παριστάνει τον παλικαρά. Πβ. παλικάρι της φακής, ψευτόμαγκας.
57899ψευτοπαλικαριάψευ-το-πα-λι-κα-ριά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψευτοπαλικαρισμός (ο) (προφ.): η ιδιότητα του ψευτοπαλικαρά. Πβ. αντριλίκι, νταηλίκι, λεονταρισμός, ψευτομαγκιά.
57900ψευτοπατριώτηςψευ-το-πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοπατριώτης: δήθεν πατριώτης. Βλ. πατριδοκάπηλος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.