| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 57892 | ψευτόκασα | ψευ-τό-κα-σα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. ξύλινη ή μεταλλική κάσα η οποία αποτελεί οδηγό για το σοβάτισμα και είτε αφαιρείται είτε παραμένει, για να βιδωθεί πάνω της η πραγματική κάσα πόρτας ή παραθύρου. | |
| 57893 | ψευτοκουλτουριάρης | ψευ-το-κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ψευτοκουλτουριάρα} (προφ.): που παριστάνει τον καλλιεργημένο. Πβ. θολοκουλτουριάρης, ψευτοδιανοούμενος. | |
| 57894 | ψευτοκουλτουριάρικος | , η, ο ψευ-το-κουλ-του-ριά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον ψευτοκουλτουριάρη: ~ο: ύφος (= διανοουμενίστικο). | |
| 57895 | ψευτόμαγκας | ψευ-τό-μα-γκας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευτομάγκας (λαϊκό): που παριστάνει τον μάγκα. Πβ. κουραδόμαγκας, τζάμπα μάγκας, ψευτο-νταής, -παλικαράς. | |
| 57896 | ψευτομαγκιά | ψευ-το-μα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): δήθεν μαγκιά, τζάμπα μαγκιά. Πβ. ψευτο-παλικαριά, -τσαμπουκάς. | |
| 57897 | ψευτονταής | ψευ-το-ντα-ής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): που παριστάνει τον νταή. Πβ. ψευτόμαγκας, ψευτοτσαμπουκάς. | |
| 57898 | ψευτοπαλικαράς | ψευ-το-πα-λι-κα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που παριστάνει τον παλικαρά. Πβ. παλικάρι της φακής, ψευτόμαγκας. | |
| 57899 | ψευτοπαλικαριά | ψευ-το-πα-λι-κα-ριά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψευτοπαλικαρισμός (ο) (προφ.): η ιδιότητα του ψευτοπαλικαρά. Πβ. αντριλίκι, νταηλίκι, λεονταρισμός, ψευτομαγκιά. | |
| 57900 | ψευτοπατριώτης | ψευ-το-πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοπατριώτης: δήθεν πατριώτης. Βλ. πατριδοκάπηλος. | |
| 57901 | ψευτοπατριωτισμός ο | ψευ-το-πα-τρι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοπατριωτισμός: δήθεν πατριωτισμός. Βλ. πατριδοκαπηλία. | |
| 57902 | ψευτοπάτωμα | ψευ-το-πά-τω-μα ουσ. (ουδ.) & ψευδοπάτωμα: ψευδοδάπεδο. | |
| 57903 | ψευτοπρόβλημα | βλ. ψευδοπρόβλημα | |
| 57904 | ψευτοπροοδευτικός | , ή, ό ψευ-το-προ-ο-δευ-τι-κός επίθ.: δήθεν προοδευτικός: ~ή: ιδεολογία. | |
| 57905 | ψευτοπροφήτης | βλ. ψευδοπροφήτης | |
| 57906 | ψευτοτσαμπουκάς | ψευ-το-τσα-μπου-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): δήθεν τσαμπουκάς. Πβ. ψευτομαγκιά.|| (για πρόσ.) Πβ. ψευτονταής. | |
| 57907 | ψευτοφάρμακο | βλ. ψευδοφάρμακο | |
| 57908 | ψευτοφιλοσοφία | ψευ-το-φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) & ψευδοφιλοσοφία: αμπελοφιλοσοφία. | |
| 57909 | ψευτοφιλόσοφος | ψευ-το-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοφιλόσοφος: που παριστάνει τον φιλόσοφο. Πβ. αμπελοφιλόσοφος, ψευτοδιανοούμενος. | |
| 57911 | ψήγμα | [ψῆγμα] ψήγ-μα ουσ. (ουδ.) {ψήγμ-ατος | συνηθέστ. στον πληθ. -ατα} (λόγ.) 1. (μτφ.) ίχνος, δείγμα: ~ατα αγάπης. Δεν υπήρχε ούτε ένα ~ (= κόκκος) αλήθειας στα λόγια του. Πρέπει να διατηρήσουμε τα ελάχιστα ~ατα αισιοδοξίας/ανθρωπιάς/λογικής που μας έχουν απομείνει. 2. πολύ μικρό κομμάτι μετάλλου: ~ατα σιδήρου/χαλκού (= ρινίσματα)/χρυσού. [< 2: αρχ. ψῆγμα] | |
| 57912 | ψήκτρα | ψή-κτρα ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. αγωγός που συνδέει ηλεκτρικά τον ρότορα και τον στάτορα μιας μηχανής: ~ες άνθρακα. ~ες διακοπής. ΣΥΝ. καρβουνάκι (2) 2. (λόγ.) βούρτσα. Πβ. μάκτρο(ν), ξυστρί. [< 1: αγγλ. brush 2: αρχ. ψήκτρα] | |