Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [58360-58380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57892ψευτόκασαψευ-τό-κα-σα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. ξύλινη ή μεταλλική κάσα η οποία αποτελεί οδηγό για το σοβάτισμα και είτε αφαιρείται είτε παραμένει, για να βιδωθεί πάνω της η πραγματική κάσα πόρτας ή παραθύρου.
57893ψευτοκουλτουριάρηςψευ-το-κουλ-του-ριά-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ψευτοκουλτουριάρα} (προφ.): που παριστάνει τον καλλιεργημένο. Πβ. θολοκουλτουριάρης, ψευτοδιανοούμενος.
57894ψευτοκουλτουριάρικος, η, ο ψευ-το-κουλ-του-ριά-ρι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τον ψευτοκουλτουριάρη: ~ο: ύφος (= διανοουμενίστικο).
57895ψευτόμαγκαςψευ-τό-μα-γκας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευτομάγκας (λαϊκό): που παριστάνει τον μάγκα. Πβ. κουραδόμαγκας, τζάμπα μάγκας, ψευτο-νταής, -παλικαράς.
57896ψευτομαγκιάψευ-το-μα-γκιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): δήθεν μαγκιά, τζάμπα μαγκιά. Πβ. ψευτο-παλικαριά, -τσαμπουκάς.
57897ψευτονταήςψευ-το-ντα-ής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): που παριστάνει τον νταή. Πβ. ψευτόμαγκας, ψευτοτσαμπουκάς.
57898ψευτοπαλικαράςψευ-το-πα-λι-κα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που παριστάνει τον παλικαρά. Πβ. παλικάρι της φακής, ψευτόμαγκας.
57899ψευτοπαλικαριάψευ-το-πα-λι-κα-ριά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψευτοπαλικαρισμός (ο) (προφ.): η ιδιότητα του ψευτοπαλικαρά. Πβ. αντριλίκι, νταηλίκι, λεονταρισμός, ψευτομαγκιά.
57900ψευτοπατριώτηςψευ-το-πα-τρι-ώ-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοπατριώτης: δήθεν πατριώτης. Βλ. πατριδοκάπηλος.
57901ψευτοπατριωτισμός οψευ-το-πα-τρι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοπατριωτισμός: δήθεν πατριωτισμός. Βλ. πατριδοκαπηλία.
57902ψευτοπάτωμαψευ-το-πά-τω-μα ουσ. (ουδ.) & ψευδοπάτωμα: ψευδοδάπεδο.
57903ψευτοπρόβλημαβλ. ψευδοπρόβλημα
57904ψευτοπροοδευτικός, ή, ό ψευ-το-προ-ο-δευ-τι-κός επίθ.: δήθεν προοδευτικός: ~ή: ιδεολογία.
57905ψευτοπροφήτηςβλ. ψευδοπροφήτης
57906ψευτοτσαμπουκάςψευ-το-τσα-μπου-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): δήθεν τσαμπουκάς. Πβ. ψευτομαγκιά.|| (για πρόσ.) Πβ. ψευτονταής.
57907ψευτοφάρμακοβλ. ψευδοφάρμακο
57908ψευτοφιλοσοφίαψευ-το-φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) & ψευδοφιλοσοφία: αμπελοφιλοσοφία.
57909ψευτοφιλόσοφοςψευ-το-φι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ψευδοφιλόσοφος: που παριστάνει τον φιλόσοφο. Πβ. αμπελοφιλόσοφος, ψευτοδιανοούμενος.
57911ψήγμα[ψῆγμα] ψήγ-μα ουσ. (ουδ.) {ψήγμ-ατος | συνηθέστ. στον πληθ. -ατα} (λόγ.) 1. (μτφ.) ίχνος, δείγμα: ~ατα αγάπης. Δεν υπήρχε ούτε ένα ~ (= κόκκος) αλήθειας στα λόγια του. Πρέπει να διατηρήσουμε τα ελάχιστα ~ατα αισιοδοξίας/ανθρωπιάς/λογικής που μας έχουν απομείνει. 2. πολύ μικρό κομμάτι μετάλλου: ~ατα σιδήρου/χαλκού (= ρινίσματα)/χρυσού. [< 2: αρχ. ψῆγμα]
57912ψήκτραψή-κτρα ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. αγωγός που συνδέει ηλεκτρικά τον ρότορα και τον στάτορα μιας μηχανής: ~ες άνθρακα. ~ες διακοπής. ΣΥΝ. καρβουνάκι (2) 2. (λόγ.) βούρτσα. Πβ. μάκτρο(ν), ξυστρί. [< 1: αγγλ. brush 2: αρχ. ψήκτρα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.