Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5820-5840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4902αντρειοσύνη[ἀντρειοσύνη] α-ντρει-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) & ανδρειοσύνη (λογοτ.): ανδρεία, γενναιότητα: λεβεντιά/τιμή και ~. Πβ. ευψυχία, ηρωισμός, παλικαριά. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία [< μεσν. ανδρειοσύνη]
4903αντρειωμένος, η, ο βλ. ανδρειωμένος
4904αντρέσα[ἀντρέσα] α-ντρέ-σα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): διεύθυνση. [< γαλλ. adresse]
4905αντρίκειος, α, ο [ἀντρίκειος] α-ντρί-κειος επίθ. & αντρίκιος: που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει στους άνδρες: ~α: στάση. ~ο: φέρσιμο. ~α: λόγια (= ξεκάθαρα). ~ες και σταράτες κουβέντες (= ειλικρινείς). Πβ. ανδρείος, γενναίος, λεβέντικος, παλικαρίσιος. ● επίρρ.: αντρίκεια [< μεσν. ανδρίκειος & αντρίκειος]
4906αντρίλα[ἀντρίλα] α-ντρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ., για άνδρα): βαριά και έντονη μυρωδιά· γενικότ. το σύνολο των χαρακτηριστικών που φανερώνουν αρρενωπότητα. Πβ. βαρβατίλα. Βλ. -ίλα.
4907αντριλίκι[ἀντριλίκι] α-ντρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): επίδειξη δύναμης, τόλμης και ανδρισμού: ψευτοπαλικαριά και ~. Βλ. μαγκιά, νταηλίκι, τσαμπουκάς, -ιλίκι.
4908άντρο[ἄντρο] ά-ντρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) καταφύγιο, κρησφύγετο: ~ απαγωγέων/εγκληματιών/κλεφτών/ληστών (πβ. λημέρι). ~ πειρατών και κουρσάρων.|| Το ~ της ακολασίας/της διαφθοράς/της παρανομίας. Πβ. (αετο)φωλιά, γιάφκα, κρυψώνα. Βλ. καταγώγιο. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κοίλος χώρος, κοιλότητα σώματος: γαστρικό/ιγμόρειο/πυλωρικό ~. 3. σπηλιά: λατρευτικό ~. [< 1,2: γαλλ. antre, αγγλ. antrum 3: αρχ. ἄντρον]
4909αντρο-βλ. ανδρο-
4910αντρογυναίκα[ἀντρογυναίκα] α-ντρο-γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) & ανδρογυναίκα (λαϊκό-μειωτ.): γυναίκα, συνήθ. μεγαλόσωμη, με ανδροπρεπή εμφάνιση ή και συμπεριφορά. Βλ. αγοροκόριτσο, αμαζόνα, νταρντάνα.
58777αντρόγυνο

βλ. ανδρόγυνο

4911αντροπαρέα[ἀντροπαρέα] α-ντρο-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) & ανδροπαρέα (προφ.): συντροφιά που αποτελείται αποκλειστικά από άντρες: Μαζεύτηκε όλη η ~. Βλ. γυναικοπαρέα.
4912αντρούληςβλ. άντρας
4913αντροχωρίστρα[ἀντροχωρίστρα] α-ντρο-χω-ρί-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που με τη συμπεριφορά της γίνεται αιτία να χωρίσει ένα ζευγάρι.
4914αντρώνομαιβλ. ανδρώνομαι
4915αντσούγια[ἀντσούγια] αν-τσού-για ουσ. (θηλ.) & αντζούγια: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαύρος ή σαρδέλα που συντηρείται συνήθ. σε άλμη ή λάδι: ~ σε κονσέρβα. Παστές ~ιες. Πίτσα με ~ιες. [< ιταλ. acciuga]
4916άντυγα[ἄντυγα] ά-ντυ-γα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. είδος ή τμήμα πλαισίου, περιβλήματος, σε καμπυλωτό συνήθ. σχήμα: ~ αγωγού.|| ~ ασπίδας (: μεταλλικό έλασμα που περιέβαλλε την ασπίδα). Πβ. στεφάνη, χείλος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το κυκλικό ή ημικυκλικό τμήμα των γωνιομετρικών οργάνων που υποδιαιρείται σε μοίρες. [< 1: αρχ. ἄντυξ, γαλλ. limbe]
4917άντυτος, η, ο [ἄντυτος] ά-ντυ-τος επίθ. 1. που δεν έχει ντυθεί (ακόμα)· πρόχειρα ή ακατάλληλα ντυμένος: Ο κόσμος ήρθε και εσύ είσαι ακόμη ~η. Βλ. γδυτός, γυμνός. 2. (προφ., για βιβλίο) άδετος.
4918αντωνυμία[ἀντωνυμία] α-ντω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) {αντωνυμιών} 1. ΓΡΑΜΜ. όρος που χρησιμοποιείται στη γραμματική ταξινόμηση των λέξεων (μέρη του λόγου) και αναφέρεται σε κλιτή λέξη που αντικαθιστά ή συνοδεύει ονοματική φράση (κυρ. ουσιαστικό, επίθετο): αλληλοπαθείς (ο ένας τον άλλο)/αναφορικές (ο οποίος, που, ό,τι, όσος)/αόριστες (κάποιος, κανένας)/αυτοπαθείς (ο εαυτός μου, σου, του)/δεικτικές (αυτό, εκείνο, τόσο)/επιμεριστικές (κάθε, έκαστος)/ερωτηματικές (ποιος, τι, πόσος)/κτητικές (μου, σου, του, δικός μου)/οριστικές (αυτός, ο ίδιος)/προσωπικές (εγώ, εσύ, αυτός)/συσχετικές ~ες. Βλ. -ωνυμία. 2. ΓΛΩΣΣ. η αντίθεση της σημασίας μεταξύ αντωνύμων: σχέση ~ας (άσπρο-μαύρο). ΑΝΤ. συνωνυμία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, αοριστολογικές αντωνυμίες βλ. αοριστολογικός, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός [< 1: μτγν. ἀντωνυμία 2: γαλλ. antonymie, αγγλ. antonymy]
4919αντωνυμικός, ή, ό [ἀντωνυμικός] α-ντω-νυ-μι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τις αντωνυμίες: ~ό: σύστημα. 2. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στα αντώνυμα: ~ές: σχέσεις (π.χ. άσπρος-μαύρος). Βλ. -ωνυμικός. ΑΝΤ. συνωνυμικός [< 1: μτγν. ἀντωνυμικός 2: αγγλ. antonymic]
4920αντώνυμο[ἀντώνυμο] α-ντώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {αντωνύμ-ου | -ων}: ΓΡΑΜΜ. λέξη ή φράση με αντίθετη σημασία σε σχέση με κάποια άλλη: Το ~ του "αγαπώ" είναι το "μισώ". ΣΥΝ. αντίθετο ΑΝΤ. συνώνυμο [< μτγν. ἀντώνυμον 'αντί ονόματος', γαλλ. antonyme, αγγλ. antonym]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.