[ἄντρακλας] ά-ντρα-κλας ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): ψηλός, σωματώδης και πολύ αρρενωπός άντρας: Ένας ~ δύο μέτρα/ως εκεί πάνω! Πολύ ~ μας το παίζει. Πβ. παίδαρος.
, α, ο [ἀντρίκειος] α-ντρί-κειος επίθ. & αντρίκιος: που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει στους άνδρες: ~α: στάση. ~ο: φέρσιμο. ~α: λόγια (= ξεκάθαρα). ~ες και σταράτες κουβέντες (= ειλικρινείς). Πβ. ανδρείος, γενναίος, λεβέντικος, παλικαρίσιος. ● επίρρ.: αντρίκεια [< μεσν. ανδρίκειος & αντρίκειος]
4906
αντρίλα
[ἀντρίλα] α-ντρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ., για άνδρα): βαριά και έντονη μυρωδιά· γενικότ. το σύνολο των χαρακτηριστικών που φανερώνουν αρρενωπότητα. Πβ. βαρβατίλα. Βλ. -ίλα.
4907
αντριλίκι
[ἀντριλίκι] α-ντρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): επίδειξη δύναμης, τόλμης και ανδρισμού: ψευτοπαλικαριά και ~. Βλ. μαγκιά, νταηλίκι, τσαμπουκάς, -ιλίκι.
[ἀντρογυναίκα] α-ντρο-γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) & ανδρογυναίκα (λαϊκό-μειωτ.): γυναίκα, συνήθ. μεγαλόσωμη, με ανδροπρεπή εμφάνιση ή και συμπεριφορά. Βλ. αγοροκόριτσο, αμαζόνα, νταρντάνα.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.