Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5820-5840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4895αντράκιβλ. άντρας
4896αντράκλα[ἀντράκλα] α-ντρά-κλα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. γλιστρίδα. [< μτγν. ἀντράκλα]
4897άντρακλας[ἄντρακλας] ά-ντρα-κλας ουσ. (αρσ.) (μεγεθ.-προφ.): ψηλός, σωματώδης και πολύ αρρενωπός άντρας: Ένας ~ δύο μέτρα/ως εκεί πάνω! Πολύ ~ μας το παίζει. Πβ. παίδαρος.
4898άντραςβλ. άνδρας
4899αντρείαβλ. ανδρεία
4900αντρειεύω[ἀντρειεύω] α-ντρει-εύ-ω ρ. (αμτβ.) {αντρεί-εψε, -εύτηκε, -εμένος} (λαϊκό-λογοτ.) : δυναμώνω, μεγαλώνω: Το κρύο/κύμα ~ει. [< μεσν. αντρειεύω]
4901αντρείος, α, ο βλ. ανδρείος
4902αντρειοσύνη[ἀντρειοσύνη] α-ντρει-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) & ανδρειοσύνη (λογοτ.): ανδρεία, γενναιότητα: λεβεντιά/τιμή και ~. Πβ. ευψυχία, ηρωισμός, παλικαριά. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία [< μεσν. ανδρειοσύνη]
4903αντρειωμένος, η, ο βλ. ανδρειωμένος
4904αντρέσα[ἀντρέσα] α-ντρέ-σα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): διεύθυνση. [< γαλλ. adresse]
4905αντρίκειος, α, ο [ἀντρίκειος] α-ντρί-κειος επίθ. & αντρίκιος: που χαρακτηρίζει ή ταιριάζει στους άνδρες: ~α: στάση. ~ο: φέρσιμο. ~α: λόγια (= ξεκάθαρα). ~ες και σταράτες κουβέντες (= ειλικρινείς). Πβ. ανδρείος, γενναίος, λεβέντικος, παλικαρίσιος. ● επίρρ.: αντρίκεια [< μεσν. ανδρίκειος & αντρίκειος]
4906αντρίλα[ἀντρίλα] α-ντρί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ., για άνδρα): βαριά και έντονη μυρωδιά· γενικότ. το σύνολο των χαρακτηριστικών που φανερώνουν αρρενωπότητα. Πβ. βαρβατίλα. Βλ. -ίλα.
4907αντριλίκι[ἀντριλίκι] α-ντρι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): επίδειξη δύναμης, τόλμης και ανδρισμού: ψευτοπαλικαριά και ~. Βλ. μαγκιά, νταηλίκι, τσαμπουκάς, -ιλίκι.
4908άντρο[ἄντρο] ά-ντρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) καταφύγιο, κρησφύγετο: ~ απαγωγέων/εγκληματιών/κλεφτών/ληστών (πβ. λημέρι). ~ πειρατών και κουρσάρων.|| Το ~ της ακολασίας/της διαφθοράς/της παρανομίας. Πβ. (αετο)φωλιά, γιάφκα, κρυψώνα. Βλ. καταγώγιο. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κοίλος χώρος, κοιλότητα σώματος: γαστρικό/ιγμόρειο/πυλωρικό ~. 3. σπηλιά: λατρευτικό ~. [< 1,2: γαλλ. antre, αγγλ. antrum 3: αρχ. ἄντρον]
4909αντρο-βλ. ανδρο-
4910αντρογυναίκα[ἀντρογυναίκα] α-ντρο-γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) & ανδρογυναίκα (λαϊκό-μειωτ.): γυναίκα, συνήθ. μεγαλόσωμη, με ανδροπρεπή εμφάνιση ή και συμπεριφορά. Βλ. αγοροκόριτσο, αμαζόνα, νταρντάνα.
58777αντρόγυνο

βλ. ανδρόγυνο

4911αντροπαρέα[ἀντροπαρέα] α-ντρο-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) & ανδροπαρέα (προφ.): συντροφιά που αποτελείται αποκλειστικά από άντρες: Μαζεύτηκε όλη η ~. Βλ. γυναικοπαρέα.
4912αντρούληςβλ. άντρας
4913αντροχωρίστρα[ἀντροχωρίστρα] α-ντρο-χω-ρί-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που με τη συμπεριφορά της γίνεται αιτία να χωρίσει ένα ζευγάρι.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.