| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57920 | ψηλο- & ψηλό- | : α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του ψηλού: ψηλο-τάβανος.|| Ψηλό-λιγνος.|| (μτφ.-μειωτ.) Ψηλο-μύτης. | |
| 57921 | ψηλοκάβαλος | , η, ο ψη-λο-κά-βα-λος επίθ.: (για ρούχο) που το καβάλο του φτάνει ψηλά στη μέση: ~η: βερμούδα. ΣΥΝ. ψηλόμεσος ΑΝΤ. χαμηλοκάβαλος | |
| 57922 | ψηλοκρεμαστός | , ή, ό ψη-λο-κρε-μα-στός επίθ.: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για χτύπημα μπάλας που γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να πέσει από ψηλά και κατακόρυφα: ~ή: κεφαλιά/μπαλιά (βλ. λόμπα)/πάσα/σέντρα. ~ό: σουτ (βλ. καμινάδα). Βλ. ευθύβολος, συρτός. ● επίρρ.: ψηλοκρεμαστά | |
| 57923 | ψηλολέλεκας | ψη-λο-λέ-λε-κας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): πολύ ψηλός και αδύνατος άνδρας. Πβ. τηλεγραφόξυλο, ψηλέας. Βλ. ψηλόλιγνος. | |
| 57924 | ψηλόλιγνος | , η, ο ψη-λό-λι-γνος επίθ.: ψηλός και αδύνατος. ΑΝΤ. κοντόχοντρος.|| ~η: κορμοστασιά/φιγούρα. | |
| 57925 | ψηλόμεσος | , η, ο ψη-λό-με-σος επίθ.: ψηλοκάβαλος: ~η: φούστα. ~ο: εσώρουχο/παντελόνι/σορτς. | |
| 57926 | ψηλομύτης, ψηλομύτα | , ικο ψη-λο-μύ-της επίθ./ουσ. (προφ.-ειρων.): που φέρεται με υπεροψία, αλαζόνας: Δεν αντέχω τις ~ες. Πβ. ακατάδεκτος, υπερόπτης, φαντασμένος. | |
| 57927 | ψηλός | , ή, ό ψη-λός επίθ. & (λαϊκό-λογοτ.) αψηλός ΑΝΤ. χαμηλός 1. που έχει ύψος μεγαλύτερο από τον μέσο όρο ή από αυτό που θεωρείται κανονικό ή συνηθισμένο: ~ή: γυναίκα. ~ό: παιδί. ~ και άχαρος (= κρεμανταλάς)/λεπτός (= ψηλόλιγνος). Πόσο ~ είναι (: τι ύψος έχει); ΑΝΤ. κοντός.|| ~ός: πύργος/φράκτης. ~ή: γέφυρα. ~ό: αμάξωμα/βουνό/δέντρο/εμπόδιο/κτίριο/ποτήρι (βλ. κολονάτος)/σπίτι/τείχος/τραπέζι/φυτό. ~ές: μπότες. ~ά: τακούνια. Καρέκλα με ~ή πλάτη. Η ομάδα έπαιξε με ~ό σχήμα (: με ψηλούς παίκτες). 2. που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος ή υψόμετρο: ~ό: παράθυρο/ταβάνι (βλ. ψηλοτάβανος). ~ά: κλαδιά/ντουλάπια/ράφια.|| ~ή: κορυφή. Το πιο ~ό σημείο. 3. που βρίσκεται στα ανώτερα επίπεδα μιας κλίμακας, υψηλός: ~ή: βαθμολογία/θερμοκρασία/περιεκτικότητα/πίεση (= υπέρταση)/τάση/χοληστερίνη. ~ό: κόστος. ~ές: συχνότητες/τιμές. ~ά: εισοδήματα/επιτόκια/ποσοστά. ● Ουσ.: ψηλά (τα): σημείο που είναι σε αρκετά μεγάλο υψόμετρο: Χιονίζει στα ~ της πόλης.|| (μτφ.) Η ομάδα θέλει να διατηρηθεί στα ~ της βαθμολογίας. Πβ. ρετιρέ. ● Υποκ.: ψηλούτσικος , η, ο: συνήθ. στις σημ. 1, 3: γεματούλης και ~ (ΑΝΤ. κοντούτσικος). ● ΣΥΜΠΛ.: το πιο ψηλό/το κορυφαίο σκαλί βλ. σκαλί ● ΦΡ.: απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) (παροιμ.): σε περιπτώσεις μετάβασης από μια κατάσταση ευημερίας, ευτυχίας ή ισχύος σε μια ακριβώς αντίθετη: Έτσι είναι η ζωή, ~ ~! Πβ. από δήμαρχος κλητήρας., στο ψηλό παιχνίδι: (στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) στην περίπτωση που η μπάλα παίζεται στον αέρα, οπότε πλεονέκτημα έχουν συνήθ. οι ψηλοί ή αλτικοί παίκτες: Η ομάδα είναι δυνατή ~ ~ (: διαθέτει ψηλούς παίκτες). Αρκετά καλός ~ ~ και εξίσου επικίνδυνος με την μπάλα στα πόδια. ΑΝΤ. στο χαμηλό παιχνίδι, τα ψηλά σκαλοπάτια {σπανιότ. στον εν.} (μτφ.): οι ανώτερες θέσεις: ~ ~ της ιεραρχίας. Αναρριχήθηκε/διατηρήθηκε/παρέμεινε στα ~ ~ του πίνακα. Θέλει να φτάσει στο πιο ~ό ~ι., (να ζήσεις) σαν τα ψηλά βουνά! βλ. βουνό, τα ψηλά καπέλα βλ. καπέλο ● βλ. ψηλά [< μεσν. ψηλός] | |
| 57928 | ψηλόσωμος | , η, ο βλ. υψηλόσωμος | |
| 57929 | ψηλοτάβανος | , η, ο ψη-λο-τά-βα-νος επίθ. (προφ.): που έχει ψηλό ταβάνι: ~ο: διαμέρισμα/δωμάτιο/σπίτι. ΑΝΤ. χαμηλοτάβανος | |
| 57930 | ψηλοτάκουνος | , η, ο ψη-λο-τά-κου-νος επίθ.: με ψηλό τακούνι: ~ες: γόβες.|| (ως ουσ.) Φορά ~α (ενν. παπούτσια). ΑΝΤ. χαμηλοτάκουνος | |
| 57931 | ψήλωμα | ψή-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ύψωμα: σπίτι χτισμένο πάνω σε ~. 2. αύξηση του ύψους: ελατήρια ~ώματος του αυτοκινήτου. ΑΝΤ. χαμήλωμα. [< μεσν. ψήλωμα] | |
| 57932 | ψηλώνω | ψη-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ψήλω-σα, ψηλώ-σει, ψηλών-οντας} 1. γίνομαι πιο ψηλός από όσο ήμουν: Μέσα σε ένα καλοκαίρι ~σε πολύ. ΑΝΤ. κονταίνω.|| ~σε το φυτό. ΣΥΝ. παίρνω ύψος (1), παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι 2. αυξάνω το ύψος σε κάποιον ή κάτι: Αυτά τα παπούτσια σε ~ουν (: σε κάνουν να φαίνεσαι ψηλός).|| Πρέπει να ~σουμε τον φράχτη. Πβ. υψώνω. ΑΝΤ. χαμηλώνω. ● ΦΡ.: ψήλωσε ο νους (κάποιου) βλ. νους [< μεσν. ψηλώνω] | |
| 57933 | ψήνω | ψή-νω ρ. (μτβ.) {έψη-σα, ψή-σει, -θηκε, -θεί, ψήν-οντας, ψημένος} & (λαϊκό) ψένω 1. υποβάλλω σε υψηλή θερμοκρασία μια τροφή, ώστε να είναι κατάλληλη για κατανάλωση, ή ένα υλικό, για να στερεοποιηθεί: ~ το φαγητό στον φούρνο (πβ. μαγειρεύω· βλ. βράζω, τηγανίζω). Ψήσε (= φτιάξε) μου έναν καφέ! Κρέας/ψάρι/ψωμί ψημένο στα κάρβουνα. Αρνί ψημένο στη σούβλα. Πατάτες ψημένες στη θράκα. Μπιφτέκια ψημένα στη σχάρα. Πβ. ψητός. Βλ. ξερο~, κακο-, καλο-, μισο-ψημένος.|| Ψημένος πηλός (= τερακότα). Ψημένη ώχρα. Ψημένες πλίνθοι (= οπτόπλινθοι). Ψημένα τούβλα. 2. (μτφ.-προφ.) κάνω κάποιον να υποφέρει, συνήθ. λόγω αυξημένης θερμοκρασίας: Μας ~σε (= έκαψε) ο ήλιος. ~θήκαμε απ' τη ζέστη! Πβ. τσουρουφλίζω.|| ~εται (= φλέγεται) στον πυρετό. 3. (μτφ.-προφ.) καταφέρνω να πείσω κάποιον να κάνει κάτι: Ξέρει πώς να ~ει τον πελάτη. Με ~σε ν' αρχίσω γυμναστική. Πάνω που την είχα ~σει (= καταφέρει), με παράτησε. 4. (μτφ.-προφ.) ετοιμάζω, προγραμματίζω, σχεδιάζω, συνήθ. στα κρυφά, στο παρασκήνιο: ~ουν λύση για ... (= μαγειρεύουν). Μου φαίνεται ότι κάτι ~εται! ● Παθ.: ψήνομαι (μτφ.) 1. (νεαν. αργκό) έχω όρεξη, επιθυμώ να κάνω κάτι, συνήθ. μετά από παρότρυνση: ~εσαι για καμιά βόλτα; ~ πολύ να έρθω. 2. (προφ.) ωριμάζω, αποκτώ εμπειρίες, σκληραγωγούμαι: Έχει ~θεί στη ζωή. Ψημένος στη δουλειά (= έμπειρος, πεπειραμένος· ΑΝΤ. άψητος). 3. (λαϊκό, για καρπό) μεστώνει: ψημένο στάρι (= ψωμωμένο). Ψημένα σταφύλια. ● ΦΡ.: τα ψήνω με κάποιον: συμφωνώ μαζί του για κάτι, συνήθ. παράνομο, ή για σύναψη ερωτικού δεσμού., του έψησε/του έχει ψήσει το ψάρι στα χείλη βλ. ψάρι [< μεσν. (ε)ψήνω < αρχ. ἕψω ‘μαγειρεύω, βράζω’] | |
| 57934 | ψήσιμο | ψή-σι-μο ουσ. (ουδ.) {ψησίμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. τρόπος μαγειρέματος φαγητού σε υψηλή θερμοκρασία, συνήθ. σε φούρνο: ~ του αρνιού/ψωμιού. ~ καστάνων. ~ στα κάρβουνα/στη σχάρα. Πλάκα/σκεύος/φόρμα για ~. Το κέικ θέλει κι άλλο ~. Το φαγητό είναι καλό στο ~ (: ψήθηκε όσο χρειαζόταν). (ευχετ.) Καλά ~ατα! Βλ. βράσιμο, τηγάνισμα. 2. (μτφ.) ψηστήρι. 3. ΤΕΧΝΟΛ. κατεργασία υλικού, συνήθ. σκεύους, σε υψηλή θερμοκρασία, προκειμένου να αποκτήσει συγκεκριμένες ιδιότητες: ~ του αγγείου. ΣΥΝ. όπτηση | |
| 57935 | ψησταριά | ψη-στα-ριά ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για ψήσιμο κυρ. κρεατικών: ~ με κάρβουνα/υγραερίου. Πβ. μπάρμπεκιου. Βλ. γκριλ. 2. (συνεκδ.) ψητοπωλείο. ΣΥΝ. οβελιστήριο | |
| 57936 | ψηστήρι | ψη-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): επίμονη επιχειρηματολογία προκειμένου να επιτύχει κάποιος τον σκοπό του, κυρ. να συνάψει ερωτική σχέση: Κατάφερε να τη ρίξει με πολύ ~. Πβ. φλερτ. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. ψήσιμο (2) | |
| 57937 | ψήστης | ψή-στης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): υπεύθυνος για το ψήσιμο κρεατικών ή ψαρικών, συνήθ. σε ψησταριά ή εστιατόριο. Βλ. -της. | |
| 57938 | ψηστιέρα | ψη-στιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικρή συνήθ. συσκευή ψησίματος φαγητού: επιτραπέζια/ηλεκτρική ~. ~ υγραερίου. ~ με αντικολλητική επιφάνεια. Σχάρα ~ας. ~-γκριλιέρα/μπάρμπεκιου/τοστιέρα. Βλ. βαφλιέρα, -ιέρα. | |
| 57939 | ψηστικά | ψη-στι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): αμοιβή του φούρναρη για το ψήσιμο φαγητών ή γλυκισμάτων. Βλ. εργατικά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ