| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57940 | ψηστικός | , ή, ό ψη-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για συσκευή) που ψήνει: ~ή περιστρεφόμενη σούβλα. ~ά μηχανήματα καφέ. | |
| 57941 | ψητοπωλείο | [ψητοπωλεῖο] ψη-το-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα όπου ψήνονται και σερβίρονται κυρ. κρεατικά. Βλ. σουβλατζίδικο, -πωλείο. ΣΥΝ. οβελιστήριο, ψησταριά (2) | |
| 57942 | ψητός | , ή, ό ψη-τός επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. που έχει ψηθεί, κυρ. στον φούρνο ή στα κάρβουνα: ~ό: κοτόπουλο/ψάρι. ~ές: μπριζόλες/πατάτες. ~ά: μήλα. Φέτα ~ή (βλ. μπουγιουρντί). Πβ. οφτός. Βλ. άψητος. ● Ουσ.: ψητό (το) 1. ψημένο κρέας: ~ στον φούρνο.|| ~ κατσαρόλας. 2. (μτφ.-προφ.) η ουσία ενός θέματος: Έρχομαι στο ~. Μπες γρήγορα/βουρ στο ~! Πβ. προκείμενο, ρεζουμέ. ΣΥΝ. ζουμί (3), ψαχνό (3) 3. (μτφ.-προφ.) κέρδος, όφελος, κυρ. οικονομικό· ενδιαφέρον: Η υπόθεση έχει πολύ ~! ΣΥΝ. ψαχνό (2) [< αρχ. ἑψητός ‘μαγειρεμένος, βρασμενος’] | |
| 57943 | ψηφαλάκι | ψη-φα-λά-κι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-ειρων.): ψήφος: (για υποψήφιους βουλευτές:) Τάζουν, για να μαζέψουν ~ια. | |
| 57944 | ψηφιακός | , ή, ό ψη-φι-α-κός επίθ. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΕΧΝΟΛ. 1. που λειτουργεί ή γίνεται με σήματα ή δεδομένα τα οποία αναπαρίστανται μέσω διακριτών αριθμητικών αξιών μιας φυσικής ποσότητας (συνήθ. των ψηφίων 0 και 1)· κυρ. που αποτελεί προϊόν της σχετικής τεχνολογίας ή αναφέρεται σε αυτή: ~ός: αναλυτής/αποκωδικοποιητής/δέκτης/ενισχυτής/εξοπλισμός/επεξεργαστής (σήματος)/μετατροπέας (εικόνας/ήχου)/σαρωτής/υπολογιστής. ~ή: κάμερα/φωτογραφική μηχανή. ~ά: μέσα (: κείμενο, εικόνες, βίντεο)/όργανα. ΑΝΤ. αναλογικός.|| ~ός: κόμβος/χώρος (πβ. ιστοχώρος, σάιτ). ~ή: (ΤΗΛΕΠ.) γραμμή. ~ό: δίκτυο/κανάλι/κύκλωμα/περιβάλλον/σύστημα (ελέγχου/πλοήγησης). ~ές: υπηρεσίες. ~ά: (τηλεφωνικά) κέντρα.|| ~ός: έλεγχος/μετασχηματισμός/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: αποθήκευση/εγγραφή/εκτύπωση/επεξεργασία/επικοινωνία/καταγραφή/καταχώριση/κωδικοποίηση/λήψη/μετάβαση/μετάδοση/πληροφορία/προσομοίωση/σχεδίαση.|| ~ός: χάρτης. ~ό: περιοδικό/πιστοποιητικό/υλικό. ~ά: αρχεία/εργαλεία/ίχνη/παιχνίδια. Κείμενο σε ~ή μορφή. Πβ. ηλεκτρονικός.|| ~ός: (αν)αλφαβητισμός/αποκλεισμός/κινηματογράφος/κόσμος/πολιτισμός. ~ή: ανάπτυξη/αυτοδιοίκηση/εποχή/τέχνη. ~ό: μέλλον/σχολείο. (Εθνική) ~ή πολιτική/στρατηγική. ~οί: πόροι.~ές: δεξιότητες/δυνατότητες/ευκαιρίες.|| ~ή: ιθαγένεια/πολιτειότητα/υπηκοότητα. 2. (ειδικότ.) που έχει δημιουργηθεί, παραχθεί με ψηφιακή εγγραφή: ~ός: δίσκος (πβ. σιντί, ντιβιντί)/ήχος. ~ή: εικόνα/μουσική/ταινία. 3. (για συσκευή) που αναπαριστά πληροφορίες με ψηφία: ~ός: αισθητήρας/ελεγκτής (θέρμανσης/πίεσης)/μετρητής/παλμογράφος. ~ή: ζυγαριά/οθόνη. ~ό: ραδιόφωνο/ρολόι/χρονόμετρο.|| ~ές: ενδείξεις. ΑΝΤ. αναλογικός (1) ● επίρρ.: ψηφιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακά στοιχεία: που έχουν τη μορφή διακριτών ποσοτήτων (ψηφίων, συμβόλων)., Ασύμμετρη Ψηφιακή Συνδρομητική Γραμμή βλ. ασύμμετρος, ηλεκτρονική/ψηφιακή τάξη βλ. τάξη, ηλεκτρονικές/ψηφιακές αγορές βλ. αγορά, ηλεκτρονικό βιβλίο βλ. βιβλίο, ηλεκτρονικός/ψηφιακός αναγνώστης βλ. αναγνώστης, νέα/ψηφιακή οικονομία βλ. οικονομία, προσωπικός ψηφιακός βοηθός βλ. βοηθός, ψηφιακή αρχαιολογία βλ. αρχαιολογία, ψηφιακή επιμέλεια βλ. επιμέλεια, ψηφιακή πόλη βλ. πόλη, ψηφιακή τηλεόραση βλ. τηλεόραση, ψηφιακή/ηλεκτρονική βιβλιοθήκη βλ. βιβλιοθήκη, ψηφιακή/ηλεκτρονική κορνίζα βλ. κορνίζα, ψηφιακή/ηλεκτρονική υπογραφή βλ. υπογραφή, ψηφιακό μέρισμα βλ. μέρισμα, ψηφιακό στιλό βλ. στιλό, ψηφιακό χαρτί βλ. χαρτί, ψηφιακό χάσμα βλ. χάσμα, ψηφιακό χρήμα βλ. χρήμα, ψηφιακό/ηλεκτρονικό έντυπο βλ. έντυπο, ψηφιακοί νομάδες βλ. νομάδας, ψηφιακός Τύπος βλ. τύπος [< αγγλ. digital, 1938, γαλλ. ~, 1961] | |
| 57945 | ψηφίδα | ψη-φί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καθένα από τα μικρά κομμάτια πέτρας ή άλλου υλικού που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ψηφιδωτού: γυάλινες/ορυκτές/πολύχρωμες ~ες. Βλ. μαρμαρο~.|| ~ες κουζίνας/μπάνιου/πισίνας. Βλ. πλακάκι.|| (μτφ.) Μια ακόμη ~ στο παζλ της κρίσης. [< αρχ. ψηφίς 'βοτσαλάκι', μεσν. ~] | |
| 57946 | ψηφιδογραφία | ψη-φι-δο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη και τεχνική της κατασκευής ψηφιδωτών· συνεκδ. ψηφιδωτό. Πβ. ψηφοθέτηση. Βλ. -γραφία. | |
| 57947 | ψηφιδογράφος | ψη-φι-δο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που φτιάχνει ψηφιδωτά. ΣΥΝ. ψηφοθέτης | |
| 57948 | ψηφιδωτός | , ή, ό ψη-φι-δω-τός επίθ.: που κατασκευάζεται ή φιλοτεχνείται με ψηφίδες: ~ός: διάκοσμος (δαπέδου/ναού). ~ή: εικόνα. ~ές: παραστάσεις. ~ά: έργα. ΣΥΝ. μωσαϊκός1 ● Ουσ.: ψηφιδωτό (το): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. διακοσμητικό συνήθ. σχέδιο που σχηματίζεται με τη συγκόλληση ψηφίδων και η αντίστοιχη τεχνική: Το μνημείο/ο ναός φημίζεται για τα ~ά του.|| Η τέχνη του ~ού (= ψηφιδογραφία). ΣΥΝ. μωσαϊκό (1) | |
| 57949 | ψηφίζω | ψη-φί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ψήφι-σα (λόγ. μτχ. ψηφί-σαντες), ψηφί-σει, -στηκε (λόγ. -σθηκε, μτχ. -σθείς, -σθείσα, -σθέν), -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, ψηφίζ-οντας} 1. εκφράζω τη γνώμη, την προτίμησή μου με την ψήφο μου· ειδικότ. έχω ή ασκώ το δικαίωμα ψήφου: ~ κατά συνείδηση. ~ουν, για να εκλέξουν νέα κυβέρνηση. ~ εναντίον/κατά/ναι/όχι/υπέρ. ~σαν με ανάταση της χειρός/διά βοής.|| ~ στις βουλευτικές/δημοτικές/εθνικές/περιφερειακές εκλογές. Πού/σε ποιο εκλογικό τμήμα ~εις; Οι ~σαντες στις ευρωεκλογές ανέρχονται σε ... 2. επιδοκιμάζω, υποστηρίζω, εγκρίνω κάποιον ή κάτι σε μια ψηφοφορία: ~ έναν βουλευτή/ένα κόμμα/τον νόμο/μια πρόταση/τον προϋπολογισμό/έναν υποψήφιο. ~ει παραδοσιακά την Αριστερά/Δεξιά. ~ λευκό (: ρίχνω λευκό ψηφοδέλτιο). Ποιον/τι ψήφισες; ~στηκε επί της αρχής/κατά πλειοψηφία/ομόφωνα η διάταξη/ο ισολογισμός/το νομοσχέδιο. Η ~σθείσα τροπολογία. Τα ~σθέντα μέτρα. ΣΥΝ. υπερψηφίζω ΑΝΤ. καταψηφίζω ● ΦΡ.: ψηφίζω κάποιον και με τα δύο χέρια & ψηφίζω με χέρια και με πόδια: υποστηρίζω ένθερμα κάποιο κόμμα ή υποψήφιο, το(ν) ψηφίζω με πολλή προθυμία., ρίχνω/ψηφίζω (μαύρο) δαγκωτό βλ. δαγκωτός, ψηφίζω κάποιον/κάτι μονοκούκι βλ. μονοκούκι, ψηφίζω παρών βλ. παρών [< αρχ. ψηφίζω] | |
| 57950 | ψηφίο | ψη-φί-ο ουσ. (ουδ.) 1. γραφικό σύμβολο αραβικού αριθμού: Το 25 είναι αριθμός με δύο ~α (= διψήφιος).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δυαδικό ~ (= μπιτ). 2. (παλαιότ.) γράμμα: τα ~α του αλφαβήτου. 3. ΤΥΠΟΓΡ. στοιχείο: μαύρα ~α σε λευκό φόντο. ● ΣΥΜΠΛ.: δεκαδικό (ψηφίο) βλ. δεκαδικός [< μτγν. ψηφίον 'πετραδάκι, ψηφιδωτό', αγγλ. digit, γαλλ. ~, 1968] | |
| 57951 | ψηφιοθήκη | ψη-φι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): ψηφιακή βιβλιοθήκη. | |
| 57952 | ψηφιολέξη | ψη-φι-ο-λέ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΠΛΗΡΟΦ. μπάιτ. | |
| 57953 | ψηφιοποίηση | ψη-φι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή δεδομένων σε ψηφιακή μορφή: ~ αρχείων/βιβλίων/εγγράφων/εικόνας/έργων τέχνης/ήχου (βλ. διακωδικοποίηση)/(έντυπου) υλικού/χειρογράφων. Τρισδιάστατη ~ μνημείων/μουσειακών αντικειμένων. Βλ. -ποίηση, σκανάρισμα. [< αγγλ. digitization, 1954, digitalization, 1959] | |
| 57954 | ψηφιοποιητής | ψη-φι-ο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή ψηφιοποίησης. Βλ. σαρωτής. [< αγγλ. digitizer, 1953, γαλλ. digitaliseur, 1975] | |
| 57955 | ψηφιοποιώ | [ψηφιοποιῶ] ψη-φι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ψηφιοποι-εί, -ώντας | ψηφιοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος}: ΠΛΗΡΟΦ. μετατρέπω σε ψηφιακή μορφή: ~ήθηκαν ιστορικά αρχεία. ~ημένες: εφημερίδες. ~ημένα: άρθρα/βιβλία/γλωσσικά δεδομένα (= γλωσσικοί πόροι). Βλ. αποδιαμορφωτής, -ποιώ, σκανάρω. [< αγγλ. digitize, 1953, digitalize, 1955, γαλλ. digitaliser, 1970] | |
| 57957 | ψήφιση | ψή-φι-ση ουσ. (θηλ.): εκλογή με τη διαδικασία της ψηφοφορίας· κατ' επέκτ. υπερψήφιση: ~ από τη Βουλή. Η ~ του προϋπολογισμού θα γίνει τα μεσάνυχτα.|| Η ~ του νόμου προκάλεσε αντιδράσεις (ΑΝΤ. καταψήφιση). ● ΦΡ.: για/προς ψήφιση: που πρόκειται να υποβληθεί σε ψηφοφορία για να εγκριθεί: κείμενο ~ ~. Η κυβέρνηση έφερε/κατέθεσε/προωθεί ~ ~ το νέο νομοσχέδιο. [< αρχ. ψήφισις] | |
| 57958 | ψήφισμα | ψή-φι-σμα ουσ. (ουδ.) {ψηφίσμ-ατος | -ατα, -άτων}: κείμενο που έχει επικυρωθεί από ένα σύνολο προσώπων ύστερα από ψηφοφορία· ειδικότ. νόμος ή πολιτειακό κείμενο με αυξημένη τυπική ισχύ: ηλεκτρονικό/ομόφωνο/προτεινόμενο ~. ~ γενικής συνέλευσης/της επιτροπής/της ομοσπονδίας/του συλλόγου/του Συμβουλίου Ασφαλείας/του συνεδρίου. ~ αλληλεγγύης/διαμαρτυρίας/καταδίκης/συμπαράστασης. Έγκριση/έκδοση/εφαρμογή/προτάσεις/(προ)σχέδιο/υιοθέτηση/υπογραφή του ~ατος. Επίδοση ~άτων. Το ~ κατατέθηκε από ... Οι απεργοί παρέδωσαν ~ με τα αιτήματά τους. Με ~ά του το σωματείο ζητά/καταγγέλλει/καταδικάζει/καλεί ...|| Νομοθετικό ~. ~ της Βουλής/του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.|| (σπάν.) Το ~ του νομοσχεδίου. Πβ. (υπερ)ψήφιση. [< αρχ. ψήφισμα] | |
| 57959 | ψηφοδέλτιο | ψη-φο-δέλ-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: μικρό δελτίο με τα ονόματα των υποψηφίων κόμματος ή συλλόγου, το οποίο ρίχνει ο εκλογέας στην κάλπη, κλεισμένο σε φάκελο, αφού σημειώσει, συνήθ. με σταυρό, την προτίμησή του· συνεκδ. η λίστα των υποψηφίων: άκυρα/έγκυρα/λευκά ~α. Διαλογή/καταμέτρηση ~ίων.|| Ενιαίο/ενωτικό/πολυσυλλεκτικό/υπερκομματικό ~. Κατάρτιση του ~ίου. Επικεφαλής στο ~ επικρατείας ο ... Ανακοινώθηκε/συγκροτήθηκε το ~ της παράταξης (βλ. συνδυασμός). Βλ. ευρω~. [< γερμ. Stimmzettel, Wahlzettel, γαλλ. bulletin de vote] | |
| 57960 | ψηφοδόχος | ψη-φο-δό-χος ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλπη. Βλ. -δόχος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ