Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58440-58460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
57981ψιλήψι-λή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. πνεύμα (σύμβ. ᾿) που μπαίνει πάνω από το αρχικό φωνήεν ορισμένων λέξεων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: π.χ. ἐκτός, ὀλιγαρκής. Βλ. δασεία. [< μτγν. ψιλή]
57982ψιλικάψι-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) & (επίσ.) ψιλικά είδη: αντικείμενα καθημερινής χρήσης και μικρής, σχετικά, αξίας, τα οποία πωλούνται λιανικά: κατάστημα (= ψιλικατζίδικο)/προμηθευτές ~ών. Βλ. μικρεμπόριο.
57983ψιλικατζήςψι-λι-κα-τζής ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. ψιλικατζού} (προφ.): ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου. Βλ. εμποράκος, περιπτεράς, -τζής. 2. (μτφ.-αργκό) αυτός που ασχολείται με ψιλοπράγματα· που κερδίζει ψιλολόγια, συνήθ. από παράνομες δραστηριότητες: διαρρήκτες/κλέφτες (βλ. κλεφταράκος) ~ήδες.
57984ψιλικατζίδικοψι-λι-κα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ψιλικών. Βλ. περίπτερο, -τζίδικο.
57985ψιλο- & ψιλό-α' συνθετικό με τη σημασία του 1. λεπτού: ψιλό-κοκκος (ΑΝΤ. χοντρό-). 2. (μτφ.-προφ.) δύσκολου, απαιτητικού: ψιλο-δουλειά (πβ. λεπτο-· βλ. ψευτο-). 3. (σε ρήματα, μτφ.-προφ.) αργού, λίγου ή σχετικού· λιγάκι, κάπως: ψιλο-βρέχει (πβ. σιγο-).|| Ψιλο-νυστάζω. 4. (μτφ.-προφ.) μικρού, χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα: ψιλο-πράγματα (πβ. μικρο-).
57986ψιλοαλεσμένος, η, ο ψι-λο-α-λε-σμέ-νος επίθ.: που, μετά την άλεσή του, αποτελείται από ψιλούς κόκκους: ~α: αμύγδαλα. Βλ. ψιλοκομμένος. ΑΝΤ. χοντροαλεσμένος
57987ψιλοανησυχώψι-λο-α-νη-συ-χώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοανησυχ-είς ... | ψιλοανησύχ-ησα, -ήσει} (προφ.): ανησυχώ κάπως: Έχω αρχίσει και/να ~. Αυτό που με ~εί είναι ...
57988ψιλοαργώψι-λο-αρ-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοάργ-ησα, -ήσει} (προφ.): αργώ λίγο: ~ησα να έρθω. Βλ. ψιλο~.
57989ψιλοαρέσειψι-λο-α-ρέ-σει ρ. (μτβ.) (προφ.): (συνήθ. προηγείται προσ. αντων.) αρέσει λιγάκι, κάπως: Μου ~ το νέο του σιντί.
57990ψιλοβρέχειψι-λο-βρέ-χει ρ. (αμτβ.) {ψιλοέβρεξε κ. ψιλόβρεξε} (προφ.): βρέχει λίγο, ψιχαλίζει.
57991ψιλόβροχοψι-λό-βρο-χο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λογοτ.) ψιλοβρόχι: σιγανή, ψιλή βροχή: Έπιασε/έχει/ρίχνει ~. Πβ. ψιχάλισμα. Βλ. νεροποντή.
57992ψιλοδιαβάζωψι-λο-δια-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ψιλοδιάβα-σα, ψιλοδιαβά-σει} (προφ.): διαβάζω λίγη ώρα ή χωρίς μεγάλη προσοχή: ~σα το κείμενο, αλλά δεν πρόσεξα αυτό που μου λες. Έχω ~σει κάποια πράγματα πάνω στο θέμα.
57993ψιλοδουλειάψι-λο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. εργασία που εκτελείται με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες και χρειάζεται επιδεξιότητα· λεπτοδουλειά: εργαλεία κατάλληλα για ~ές. Θα μου πάρει καμιά ώρα να το φτιάξω, γιατί έχει ~. ΑΝΤ. χοντροδουλειά (2) 2. απασχόληση, εργασία χωρίς μεγάλες απαιτήσεις ή χωρίς ιδιαίτερη αξία: Τελειώνω με κάτι ~ές κι έρχομαι. Πβ. ψευτοδουλειά. ΣΥΝ. μικροδουλειά
57994ψιλοδουλεμένος, η, ο ψι-λο-δου-λε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει κατασκευαστεί με επιμέλεια και λεπτότητα: ~ο ξύλο. Πβ. καλο-, λεπτο-δουλεμένος. ΑΝΤ. χοντροδουλεμένος.
57995ψιλοδουλεύωψι-λο-δου-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοδούλ-εψα} (προφ.) 1. ασχολούμαι με κάτι για λίγη ώρα ή επιφανειακά· κατ' επέκτ. κάνω περιστασιακή δουλειά, απασχολούμαι μερικώς: Σήμερα θα ~έψω απ' το σπίτι.|| ~ει σ' ένα μαγαζί με ρούχα. 2. (στο γ' πρόσ., κυρ. για συσκευή) λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο, όχι πλήρως: Μετά την επισκευή, το μηχάνημα έχει αρχίσει να ~ει. 3. (μτφ.) κοροϊδεύω: Μας ~ει (= δουλεύει ψιλό γαζί), μου φαίνεται!
57996ψιλοζηλεύωψι-λο-ζη-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοζήλ-εψα, -έψει} (προφ.): ζηλεύω λίγο: ~εψα όταν μου είπε ότι πάει διακοπές.
57997ψιλοκαταλαβαίνωψι-λο-κα-τα-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {ψιλοκατάλ-αβα, -άβει} (προφ.): κατανοώ κάτι αμυδρά, δεν έχω πλήρη γνώση: Κάτι ~αβα από αυτά που είπε.
57998ψιλοκαταφέρνωψι-λο-κα-τα-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {ψιλοκατάφερ-α} (προφ.): καταφέρνω κάπως, όχι εντελώς: Τελικά ~α να επισκευάσω την τηλεόραση. ● ΦΡ.: τα κουτσοκαταφέρνω/ψιλοκαταφέρνω βλ. κουτσοκαταφέρνω
57999ψιλοκόβωψι-λο-κό-βω ρ. (μτβ.) {ψιλόκο-ψα, -ψει, -πεί, ψιλοκόβ-οντας, ψιλοκο-μμένος}: κόβω σε πολύ μικρά κομμάτια: (σε συνταγή:) Ψιλοκόψτε το κρεμμύδι/μπέικον. Πβ. λιανίζω, τρίβω. ● Μτχ.: ψιλοκομμένος , η, ο: ~ος: άνηθος/μαϊντανός. ~ο: κρέας/σκόρδο. ~ες: πατάτες. Βλ. ζουλιέν.|| ~ος: καπνός (πβ. τουμπεκί). Βλ. ψιλοαλεσμένος. ΑΝΤ. χοντροκομμένος (1)
58000ψιλοκοιμάμαιψι-λο-κοι-μά-μαι (αμτβ.) {ψιλοκοιμ-ήθηκα, -ηθεί} (προφ.): κοιμάμαι λίγο· κατ' επέκτ. αδρανώ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.