| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 57981 | ψιλή | ψι-λή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. πνεύμα (σύμβ. ᾿) που μπαίνει πάνω από το αρχικό φωνήεν ορισμένων λέξεων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: π.χ. ἐκτός, ὀλιγαρκής. Βλ. δασεία. [< μτγν. ψιλή] | |
| 57982 | ψιλικά | ψι-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) & (επίσ.) ψιλικά είδη: αντικείμενα καθημερινής χρήσης και μικρής, σχετικά, αξίας, τα οποία πωλούνται λιανικά: κατάστημα (= ψιλικατζίδικο)/προμηθευτές ~ών. Βλ. μικρεμπόριο. | |
| 57983 | ψιλικατζής | ψι-λι-κα-τζής ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. ψιλικατζού} (προφ.): ιδιοκτήτης ψιλικατζίδικου. Βλ. εμποράκος, περιπτεράς, -τζής. 2. (μτφ.-αργκό) αυτός που ασχολείται με ψιλοπράγματα· που κερδίζει ψιλολόγια, συνήθ. από παράνομες δραστηριότητες: διαρρήκτες/κλέφτες (βλ. κλεφταράκος) ~ήδες. | |
| 57984 | ψιλικατζίδικο | ψι-λι-κα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα ψιλικών. Βλ. περίπτερο, -τζίδικο. | |
| 57985 | ψιλο- & ψιλό- | α' συνθετικό με τη σημασία του 1. λεπτού: ψιλό-κοκκος (ΑΝΤ. χοντρό-). 2. (μτφ.-προφ.) δύσκολου, απαιτητικού: ψιλο-δουλειά (πβ. λεπτο-· βλ. ψευτο-). 3. (σε ρήματα, μτφ.-προφ.) αργού, λίγου ή σχετικού· λιγάκι, κάπως: ψιλο-βρέχει (πβ. σιγο-).|| Ψιλο-νυστάζω. 4. (μτφ.-προφ.) μικρού, χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα: ψιλο-πράγματα (πβ. μικρο-). | |
| 57986 | ψιλοαλεσμένος | , η, ο ψι-λο-α-λε-σμέ-νος επίθ.: που, μετά την άλεσή του, αποτελείται από ψιλούς κόκκους: ~α: αμύγδαλα. Βλ. ψιλοκομμένος. ΑΝΤ. χοντροαλεσμένος | |
| 57987 | ψιλοανησυχώ | ψι-λο-α-νη-συ-χώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοανησυχ-είς ... | ψιλοανησύχ-ησα, -ήσει} (προφ.): ανησυχώ κάπως: Έχω αρχίσει και/να ~. Αυτό που με ~εί είναι ... | |
| 57988 | ψιλοαργώ | ψι-λο-αρ-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοάργ-ησα, -ήσει} (προφ.): αργώ λίγο: ~ησα να έρθω. Βλ. ψιλο~. | |
| 57989 | ψιλοαρέσει | ψι-λο-α-ρέ-σει ρ. (μτβ.) (προφ.): (συνήθ. προηγείται προσ. αντων.) αρέσει λιγάκι, κάπως: Μου ~ το νέο του σιντί. | |
| 57990 | ψιλοβρέχει | ψι-λο-βρέ-χει ρ. (αμτβ.) {ψιλοέβρεξε κ. ψιλόβρεξε} (προφ.): βρέχει λίγο, ψιχαλίζει. | |
| 57991 | ψιλόβροχο | ψι-λό-βρο-χο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λογοτ.) ψιλοβρόχι: σιγανή, ψιλή βροχή: Έπιασε/έχει/ρίχνει ~. Πβ. ψιχάλισμα. Βλ. νεροποντή. | |
| 57992 | ψιλοδιαβάζω | ψι-λο-δια-βά-ζω ρ. (μτβ.) {ψιλοδιάβα-σα, ψιλοδιαβά-σει} (προφ.): διαβάζω λίγη ώρα ή χωρίς μεγάλη προσοχή: ~σα το κείμενο, αλλά δεν πρόσεξα αυτό που μου λες. Έχω ~σει κάποια πράγματα πάνω στο θέμα. | |
| 57993 | ψιλοδουλειά | ψι-λο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. εργασία που εκτελείται με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες και χρειάζεται επιδεξιότητα· λεπτοδουλειά: εργαλεία κατάλληλα για ~ές. Θα μου πάρει καμιά ώρα να το φτιάξω, γιατί έχει ~. ΑΝΤ. χοντροδουλειά (2) 2. απασχόληση, εργασία χωρίς μεγάλες απαιτήσεις ή χωρίς ιδιαίτερη αξία: Τελειώνω με κάτι ~ές κι έρχομαι. Πβ. ψευτοδουλειά. ΣΥΝ. μικροδουλειά | |
| 57994 | ψιλοδουλεμένος | , η, ο ψι-λο-δου-λε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει κατασκευαστεί με επιμέλεια και λεπτότητα: ~ο ξύλο. Πβ. καλο-, λεπτο-δουλεμένος. ΑΝΤ. χοντροδουλεμένος. | |
| 57995 | ψιλοδουλεύω | ψι-λο-δου-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοδούλ-εψα} (προφ.) 1. ασχολούμαι με κάτι για λίγη ώρα ή επιφανειακά· κατ' επέκτ. κάνω περιστασιακή δουλειά, απασχολούμαι μερικώς: Σήμερα θα ~έψω απ' το σπίτι.|| ~ει σ' ένα μαγαζί με ρούχα. 2. (στο γ' πρόσ., κυρ. για συσκευή) λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο, όχι πλήρως: Μετά την επισκευή, το μηχάνημα έχει αρχίσει να ~ει. 3. (μτφ.) κοροϊδεύω: Μας ~ει (= δουλεύει ψιλό γαζί), μου φαίνεται! | |
| 57996 | ψιλοζηλεύω | ψι-λο-ζη-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοζήλ-εψα, -έψει} (προφ.): ζηλεύω λίγο: ~εψα όταν μου είπε ότι πάει διακοπές. | |
| 57997 | ψιλοκαταλαβαίνω | ψι-λο-κα-τα-λα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {ψιλοκατάλ-αβα, -άβει} (προφ.): κατανοώ κάτι αμυδρά, δεν έχω πλήρη γνώση: Κάτι ~αβα από αυτά που είπε. | |
| 57998 | ψιλοκαταφέρνω | ψι-λο-κα-τα-φέρ-νω ρ. (μτβ.) {ψιλοκατάφερ-α} (προφ.): καταφέρνω κάπως, όχι εντελώς: Τελικά ~α να επισκευάσω την τηλεόραση. ● ΦΡ.: τα κουτσοκαταφέρνω/ψιλοκαταφέρνω βλ. κουτσοκαταφέρνω | |
| 57999 | ψιλοκόβω | ψι-λο-κό-βω ρ. (μτβ.) {ψιλόκο-ψα, -ψει, -πεί, ψιλοκόβ-οντας, ψιλοκο-μμένος}: κόβω σε πολύ μικρά κομμάτια: (σε συνταγή:) Ψιλοκόψτε το κρεμμύδι/μπέικον. Πβ. λιανίζω, τρίβω. ● Μτχ.: ψιλοκομμένος , η, ο: ~ος: άνηθος/μαϊντανός. ~ο: κρέας/σκόρδο. ~ες: πατάτες. Βλ. ζουλιέν.|| ~ος: καπνός (πβ. τουμπεκί). Βλ. ψιλοαλεσμένος. ΑΝΤ. χοντροκομμένος (1) | |
| 58000 | ψιλοκοιμάμαι | ψι-λο-κοι-μά-μαι (αμτβ.) {ψιλοκοιμ-ήθηκα, -ηθεί} (προφ.): κοιμάμαι λίγο· κατ' επέκτ. αδρανώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ