Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58460-58480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58001ψιλοκοσκινίζωψι-λο-κο-σκι-νί-ζω ρ. (μτβ.) 1. (μτφ.-προφ.) εξετάζω κάτι με πολύ σχολαστικό τρόπο, ψειρίζω: Μην ~εις άλλο το θέμα! Πβ. λεπτολογώ. 2. κοσκινίζω με κόσκινο που έχει πολύ μικρές τρύπες.
58002ψιλοκουβένταψι-λο-κου-βέ-ντα ουσ. (θηλ.): κουβέντα χωρίς σοβαρό περιεχόμενο: Πιάσαμε ~, για να περάσει η ώρα. Πβ. κουβεντολόι. ΣΥΝ. μπίρι-μπίρι, ψιλή κουβέντα/κουβεντούλα ● Υποκ.: ψιλοκουβεντούλα
58003ψιλοκυβίνηψι-λο-κυ-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. συνθετικό παραισθησιογόνο ναρκωτικό (σύμβ. C12H17N2O4P)που λαμβάνεται από μανιτάρια του είδους Psilocybe mexicana, P. cubensis. Βλ. έκστασι, ελ ες ντι, -ίνη. [< γερμ. Psilocybin, αγγλ. psilocybin, 1958]
58004ψιλολέειψι-λο-λέ-ει ρ. (αμτβ.) (νεαν. αργκό): αξίζει ως έναν βαθμό: Κάτι ~ αυτό το κομπιούτερ.
58005ψιλολόγιαψι-λο-λό-για ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.) ΣΥΝ. ψιλοπράγματα 1. πράγματα χωρίς μεγάλη αξία: Αγόρασα κάτι ~. Η τσάντα μου είναι γεμάτη ~. 2. (μτφ.) ασήμαντες υποθέσεις: Δεν μπορώ ν' ασχολούμαι με ~.
58006ψιλομετανιώνωψι-λο-με-τα-νιώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλομετάνιω-σα, ψιλομετανιώ-σει} (προφ.): μετανιώνω ως έναν βαθμό: ~σα που δεν του μίλησα.
58007ψιλομοιάζωψι-λο-μοιά-ζω ρ. (αμτβ.) (προφ.): μοιάζω λιγάκι με κάποιον ή κάτι: ~εις με την αδελφή σου. Τα δύο τραγούδια ~ουν στη μελωδία.
58008ψιλοξεχνάωψι-λο-ξε-χνά-ω ρ. (μτβ.) {ψιλοξέχ-ασα, -άσει} (προφ.): δεν θυμάμαι πολύ καλά.
58009ψιλοπονάωψι-λο-πο-νά-ω ρ. (αμτβ. κ.μτβ.) (προφ.): πονώ λίγο.
58010ψιλοπράγματαψι-λο-πράγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) & ψιλοπράματα (τα) (προφ.) ΣΥΝ. ψιλολόγια 1. αντικείμενα μικρά σε μέγεθος ή αξία: συρτάρια γεμάτα ~. 2. (μτφ.) κατάσταση που δεν είναι άξια λόγου: Τράκαρε, αλλά, ευτυχώς, η ζημιά ήταν ~. Παραπονιέται συνεχώς για ~. Πβ. μικροπράγματα, χαζόπραμα.
58011ψιλός, ή, ό ψι-λός επίθ. 1. (για πράγμα) που έχει ελάχιστο πάχος, που είναι εξαιρετικά λεπτός: ~ή: βέργα/γραμμή/κλωστή/λαμαρίνα/λίμα/μαρίδα/πετονιά/σίτα (: με πολύ μικρές τρύπες). ~ό: γυαλόχαρτο/καλώδιο/κατσαβίδι/παραγάδι/σύρμα/ύφασμα/χαρτί. ~ές: φέτες. (εμφατ.) Κόβω το κρεμμύδι ~ό-~ό (= ψιλοκόβω).|| (μτφ.) ~ό: βότσαλο (= πολύ μικρό). ΑΝΤ. χοντρός. 2. που αποτελείται από λεπτούς κόκκους: ~ή: σκόνη. ~ό: αλεύρι/σιμιγδάλι (= ψιλοαλεσμένο). Ζάχαρη ~ή. Αλάτι ~ό. Παραλία με ~ή άμμο. Πβ. λεπτόκοκκος. ΑΝΤ. χοντρός (2) 3. (για φωνή) λεπτή, διαπεραστική. ● Ουσ.: ψιλές (οι) (αργκό): χτυπήματα με το χέρι, όχι πολύ δυνατά: Έφαγε/πέσανε κάτι ~. Του 'ριξε μερικές ~., ψιλό (το) (προφ.) 1. μικρό χρηματικό ποσό (που δεν προσδιορίζεται): Πάρε και κανένα ~ μαζί σου! 2. ούρηση, ούρα. Πβ. τσίσα. Βλ. χοντρό. ● Υποκ.: ψιλούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: ψιλά (σύμφωνα): ΓΡΑΜΜ. (στην Αρχαία Ελληνική) τα κ, π, τ. Βλ. δασέα (σύμφωνα)., ψιλά γράμματα 1. (μτφ.) για κάτι που θεωρείται ασήμαντο, επουσιώδες: Μην ασχολείσαι με τέτοια πράγματα, είναι ~ ~!|| (ειρων.) Περίμενα να δείξουν λίγη ευγένεια, αλλά, θα μου πεις, αυτά είναι ~ ~ (γι' αυτούς)! 2. υποσημειώσεις συμβολαίου οι οποίες συνήθ. δεν διαβάζονται πριν από την υπογραφή του, επειδή θεωρούνται ασήμαντες, αλλά, στην πραγματικότητα, μπορεί να κρύβουν κάποια παγίδα: Προσοχή στα ~ ~!, ψιλή κουβέντα/κουβεντούλα (προφ.): ψιλοκουβέντα., ψιλή κυριότητα: ΝΟΜ. το εμπράγματο δικαίωμα που απομένει όταν η πλήρης κυριότητα (περιουσιακού στοιχείου) έχει στερηθεί του δικαιώματος της επικαρπίας και έχει περιοριστεί μόνο στην εξουσία διάθεσής του: μεταβίβαση της ~ής ~ας (οικοπέδου). Ο γιος τους έχει την ~ ~ του διαμερίσματος. Το ακίνητο ανήκει κατά ~ ~ στην κόρη τους. [< γαλλ. nue-propriété] , ψιλός κύριος: ΝΟΜ. ο κάτοχος της ψιλής κυριότητας. ● ΦΡ.: με την ψιλή (μηχανή) (προφ.): (για κόψιμο μαλλιών) σύρριζα: κούρεμα ~ ~., ψιλώ ονόματι (σπάν.-αρχαιοπρ.): κατ' όνομα., κάτι περνάει στα ψιλά (γράμματα) βλ. ψιλά, μας δουλεύει ψιλό γαζί βλ. γαζί, παίρνω κάποιον στο ψιλό βλ. παίρνω, περνάω από (ψιλή) κρησάρα βλ. κρησάρα, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο ● βλ. ψιλά [< αρχ. ψιλός]
58012ψιλοτρομάζωψι-λο-τρο-μά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοτρόμα-ξε, ψιλοτρομά-ξει} (προφ.): τρομάζω λιγάκι: Με ~ξες! Μ' έχετε ~ξει μ' αυτά που μου λέτε!
58013ψιλοφοβάμαιψι-λο-φο-βά-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψιλοφοβ-ήθηκα, -ηθεί} (προφ.): φοβάμαι λιγάκι: Έκανε έναν μικρό σεισμό και ~ήθηκα.
58014ψιλοχάλιαψι-λο-χά-λια επίρρ. (προφ.): όχι και πολύ καλά: Νιώθω ~ (= λίγο χάλια).
58015ψιμύθιοψι-μύ-θι-ο ουσ. (ουδ.) {ψιμυθίου | συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. προϊόν μακιγιάζ, καλλυντικό για το πρόσωπο· (ΑΡΧ.) λευκή πούδρα από ανθρακικό μόλυβδο. 2. (μτφ.) καθετί που αποβλέπει στον εξωραϊσμό, την ωραιοποίηση: αφήγηση λιτή, χωρίς ~α (= στολίδια, φτιασίδια). [< 1: αρχ. ψιμύθιον]
58016ψιμυθιολόγοςψι-μυ-θι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): μακιγιέρ, μακιγιέζ.
58017ψιμυθίωσηψι-μυ-θί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): μακιγιάζ.
58018ψιτεπιφών. & (σπάν.) πσστ: για προσέλκυση της προσοχής κάποιου, συνήθ. άγνωστου: Ε, ~, εσύ, να σου πω! [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. psitt, psst, αγγλ. psst]
58019ψιττακόςψιτ-τα-κός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΟΡΝΙΘ. παπαγάλος. [< μτγν. ψιττακός]
58020ψιττάκωσηψιτ-τά-κω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ψιττακίαση: ΙΑΤΡ. οξεία λοιμώδης νόσος των πτηνών (συντροφιάς), η οποία μπορεί να μεταδοθεί και στον άνθρωπο: το χλαμύδιο της ~ης (Chlamydia psittaci). Βλ. ζωονόσος. [< γαλλ. psittacose, αγγλ. psittacosis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.