Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58480-58500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58021ψίχαψί-χα ουσ. (θηλ.) 1. το μαλακό κομμάτι του ψωμιού, το οποίο συνήθ. περιβάλλεται από την κόρα. 2. (κατ' επέκτ.) το μαλακό εσωτερικό μέρος ξηρών καρπών, φρούτων, λαχανικών ή θαλασσινών: ~ αμυγδάλου (= αμυγδαλόψιχα)/καρυδιού (= καρυδόψιχα).|| Η ~ της μελιτζάνας. ~ες από ντομάτες. ΣΥΝ. σάρκα.|| Η ~ του αστακού (= ψαχνό). Βλ. καβουρό-, καραβιδό-ψιχα.|| Η ~ του κορμού (πβ. εντεριώνη). 3. (σπάν.-μτφ.-λαϊκό) πολύ μικρή ποσότητα: μια ~ (= σταλιά) φαΐ. Πβ. ψιχίο.ψίχες (οι) (λαϊκό): ψίχουλα: ~ ψωμιού. [< μεσν. ψίχα]
58022ψιχάλαψι-χά-λα ουσ. (θηλ.): σταγόνα βροχής: αραιές/χοντρές ~ες. Άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ~ες. Πβ. σταλιά. Βλ. κατακρημνίσματα, ψεκάδες. [< μεσν. ψιχάλα]
58023ψιχαλίζειψι-χα-λί-ζει ρ. (αμτβ.) {ψιχάλι-σε, ψιχαλί-σει, ψιχαλίζ-οντας}: πέφτουν ψιχάλες, ψιλοβρέχει. [< μεσν. ψιχαλίζει]
58024ψιχάλισμαψι-χά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ψιχαλίζει. Πβ. ψιλόβροχο.
58025ψιχίοψι-χί-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): ψίχουλο ψωμιού. ● ψιχία (τα) (μτφ.-λόγ.): ελάχιστη ποσότητα: (συνήθ. για χρηματική αμοιβή:) Παίρνει ~ (= πενταροδεκάρες).|| ~ ελπίδας (= ψήγματα). ΣΥΝ. ψίχουλα [< μτγν. ψιχίον < ψίξ, γεν. ψιχός]
58026ψίχουλοψί-χου-λο ουσ. (ουδ.): πολύ μικρό κομμάτι ψωμιού, τρίμμα. Πβ. ψίχες. ΣΥΝ. ψιχίο ● ψίχουλα (τα) (μτφ.): πολύ μικρή ποσότητα: (συνήθ. για χρηματική αμοιβή:) Του δίνουν/παίρνει/πληρώνεται με ~ (= πενταροδεκάρες). Δουλεύει για ~ (= ξεροκόμματα).|| ~ ανθρωπιάς. ΣΥΝ. ψιχία [< μεσν. ψίχουλον]
58028ψιψίναψι-ψί-να ουσ. (θηλ.) (οικ.): γάτα.
58029ψόγοςψό-γος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατηγορία (εναντίον κάποιου), μομφή: Η κριτική/παρατήρησή μου δεν αποτελεί ~ο (για το εργο σου). Πβ. αποδοκιμασία, επί-, κατά-κριση. ΑΝΤ. έπαινος (1) ● ΦΡ.: ουδείς ψόγος: τίποτα το μεμπτό, το κατακριτέο (δεν υπάρχει): Για την τακτική που ακολουθούν/περί των αποφάσεών τους, ~ ~. Βλ. άψογος. [< αρχ. ψόγος]
58030ψοΐτηςψο-ΐ-της ουσ. (αρσ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: ψοΐτης μυς: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο μυς που εκφύονται από τον τελευταίο θωρακικό και τους πρώτους οσφυϊκούς σπονδύλους και καταφύονται στο μηριαίο οστό: ελάσσων/μείζων ~. [< μτγν. ψοΐτης, γαλλ.-αγγλ. psoas]
58031ψοφάωβλ. ψοφώ
58032ψοφίμιψο-φί-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πτώμα ζώου: Τα τσακάλια τρέφονται με ~ια. Πβ. θνησιμαίο, κουφάρι. ΣΥΝ. θρασίμι (1), λέσι (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) αδύναμος, εξουθενωμένος, χωρίς νεύρο.
58033ψόφιος, ια, ιο ψό-φιος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.-εμφατ.) εξαντλημένος, εξουθενωμένος, κατάκοπος: ~ απ' την/στην κούραση. Γύρισε ~ απ' τη δουλειά. ΣΥΝ. πεθαμένος (3), πτώμα (2), ρετάλι (2) 2. (μτφ.) άνευρος, άτονος, νωθρός: Είναι εντελώς ~!|| ~ια τα πράγματα σήμερα (: δεν κινείται τίποτα). Πβ. νωχελικός. 3. (κυρ. για ζώο) νεκρός: ~ιο: σκυλί. ~ια: ψάρια. Πβ. θνησιμαίος. ● ΦΡ.: άσ' τα ψόφια! (προφ.): άφησε τις υπεκφυγές, μην προσπαθείς να με ξεγελάσεις, δεν με πείθεις: ~ ~ και πες μου την αλήθεια! Πβ. αλλού αυτά! ΣΥΝ. άσε τα σάπια!, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό βλ. κοριός
58034ψοφοδεων

, ής, ές ψο-φο-δε-ής επίθ. {ψοφοδε-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): φοβητσιάρης· κατ' επέκτ. άτολμος, δειλός. [< αρχ. ψοφοδεής]

58035ψοφόκρυοψο-φό-κρυ-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.): έντονο κρύο, παγωνιά: Έχει/κάνει (ένα) ~. ΣΥΝ. ψόφος (1)
58036ψοφολογώ[ψοφολογῶ] ψο-φο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {ψοφολογ-άει κ. -ά | ψοφολόγ-ησε} (λαϊκό) 1. (μειωτ.) είμαι ετοιμοθάνατος, χαροπαλεύω. || (κατ' επέκτ.) ~άνε απ' την πείνα (= ψωμολυσσάνε).|| (μτφ.) Σε μια χώρα που ~άει, ... 2. ξεπαγιάζω: ~ήσαμε απ' το κρύο (= ξυλιάσαμε, πουντιάσαμε).
58037ψόφοςψό-φος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-προφ.) έντονο κρύο, παγωνιά: Κάνει ~ο έξω. Πβ. ψύχος. ΣΥΝ. ψοφόκρυο 2. (λαϊκό-μειωτ.) θάνατος. || (ως κατάρα:) (Που) κακό ~ο να 'χει(ς)! ● ΦΡ.: κακό σκυλί ψόφο δεν έχει βλ. σκυλί [< αρχ. ψόφος]
58038ψοφώ[ψοφῶ] ψο-φώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ψοφ-άς ..., -ώντας | ψόφ-ησα, -ήσει} & ψοφάω (προφ.) 1. (για ζώο ή μειωτ. για άνθρωπο) πεθαίνω. 2. (μτφ.-εμφατ.) εξαντλούμαι, εξουθενώνομαι, ταλαιπωρούμαι: ~ησα (= είμαι ψόφιος) απ' την κούραση (πβ. κλατάρω). ~ησε στη δουλειά/στο κρύο (= ξεπάγιασε, ξύλιασε).|| Μας ~ησε (= ξεθέωσε, τάραξε, τρέλανε) στο περπάτημα. 3. (μτφ.-εμφατ.) επιθυμώ διακαώς κάτι, έχω πάθος, τρελαίνομαι για αυτό: ~άω να μάθω τι συνέβη! ~άει για γλυκά/δημοσιότητα/καβγά/κουβέντα. Πβ. λατρεύω, λαχταρώ. 4. (μτφ.-εμφατ.) κάνω ή νιώθω κάτι έντονα, υπερβολικά: ~ησα στα γέλια (= γέλασα πάρα πολύ).|| Πες μου, ~άω από περιέργεια! ● ΦΡ.: πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα βλ. πείνα, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε; βλ. έρμος [< μτγν. ψοφῶ, μεσν. ψοφώ, γαλλ. crever]
58039ψυγείο[ψυγεῖο] ψυ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή με τη μορφή θαλάμου εξοπλισμένου με ψυκτικό μηχανισμό, για τη συντήρηση και κατάψυξη προϊόντων, κυρ. τροφίμων και ποτών: δίπορτο/εντοιχιζόμενο/επαγγελματικό/οικιακό/οικολογικό ~. ~ με καταψύκτη (= ψυγειοκαταψύκτης). ~-βιτρίνα/ντουλάπα. ~ ενεργειακής κλάσης Α/υγραερίου/χωρητικότητας ... λίτρων. Ο θερμοστάτης/τα ράφια του ~ου. Μαγνητάκια ~ου. Γλυκά/είδη ~ου (: διατηρούνται εντός ~ου). Βάζω το κρέας/τα λαχανικά/το τυρί στο ~ (: για να μη χαλάσει). Βάζω νερό από το ~ (= κρύο). Αφήνουμε το μείγμα στο ~, να παγώσει. (παλαιότ.) ~ πάγου (= παγωνιέρα). Βλ. από-, κατά-ψυξη, λευκές συσκευές, ψυκτήρας.|| (συνεκδ., το περιεχόμενό του:) Έφαγε όλο το ~!|| (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) Θέματα ~ου (= ανεπίκαιρα· ΑΝΤ. φρέσκος). 2. (μτφ.-προφ.) ψυχρός χώρος: Κλείσε κανένα παράθυρο, το δωμάτιο είναι ~! ΑΝΤ. φούρνος. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ψυκτικός θάλαμος για τη συντήρηση και συνήθ. μεταφορά προϊόντων που αλλοιώνονται εύκολα: αυτοκίνητο/φορτηγό-~. Πλοίο-~.|| Αποθήκες-~α (κρεάτων). 4. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή σύστημα ψύξης, που προστατεύει τις μηχανές εσωτερικής καύσης από την ανάπτυξη υψηλών θερμοκρασιών: το ~ του αυτοκινήτου. Ανεμιστήρας/(αντιψυκτικό) υγρό (= παραφλού) ~ου. ~α λαδιού/νερού. Βλ. εναλλάκτης, συμπυκνωτής. ● Υποκ.: ψυγειάκι (το): συνήθ. στη σημ. 1: μίνι/φορητό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάμι ψυγείου βλ. σαλάμι ● ΦΡ.: στο ψυγείο/στην κατάψυξη & σε βαθιά κατάψυξη (μτφ.-προφ.) 1. για κάτι που παραμένει στάσιμο· για πρόσωπο που τίθεται στο περιθώριο: Το θέμα έχει μπει ~ ~ (: στο αρχείο/ντουλάπι).|| Τον έχουν βάλει ~ ~.|| ~ ~ οι σχέσεις των δύο χωρών (= παγωμένες, ψυχραμένες). ΣΥΝ. στον πάγο 2. για επικράτηση πολύ χαμηλών θερμοκρασιών: ~ ~ η χώρα λόγω του χιονιά. [< 1: γαλλ. au réfrigérateur] [< μτγν. ψυγεῖον 'αγγείο για την ψύξη του νερού' 1: γαλλ. réfrigérateur, frigo, 1915, frigidaire, 1920, αγγλ. refrigerator, fridge, 1926 4: αγγλ. radiator, γαλλ. radiateur]
58040ψυγειοκαταψύκτηςψυ-γει-ο-κα-τα-ψύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ψυγείο με ξεχωριστούς θαλάμους για την ψύξη και κατάψυξη τροφίμων: εντοιχιζόμενος ~. [< αγγλ. refrigerator/freezer, γαλλ. réfrigérateur-congélateur]
58041ψυκτήραςψυ-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για την ψύξη υγρών· ο θάλαμος ψύξης του ψυγείου. Βλ. -τήρας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επιστημονικό όργανο που αποτελείται από έναν εσωτερικό κύλινδρο, στον οποίο εισέρχονται και υγροποιούνται οι ατμοί, και έναν εξωτερικό με δύο ανοίγματα για την είσοδο και έξοδο του ψυκτικού μέσου· λειτουργεί ως εναλλάκτης θερμότητας: κάθετος ~. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. αγγείο με σφαιρικό σώμα, ψηλή και σχετικά λεπτή κυλινδρική βάση, μέσα στο οποίο διατηρούσαν κρύο το κρασί. [< 1: γαλλ. (appareil) réfrigérant, αγγλ. refrigerator 2: αγγλ. reflux condenser, γαλλ. réfrigérant à reflux 3: αρχ. ψυκτήρ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.