| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58042 | ψύκτης | ψύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή παροχής κυρ. κρύου πόσιμου νερού, η οποία τοποθετείται συνήθ. σε μαζικούς χώρους: επιτραπέζιος ~. ~ δαπέδου. Βλ. κατα~.|| (κατ' επέκτ.) ~ κρασιού/μπίρας/χυμών. [< αγγλ. cooler] | |
| 58043 | ψυκτικός | , ή, ό ψυ-κτι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που παράγει ψύχος ή σχετίζεται με την παραγωγή του: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: αέριο (βλ. φρέον, χλωροφθοράνθρακας)/κύκλωμα/μηχάνημα/υγρό. ~οί: θάλαμοι (συντήρησης και κατάψυξης). ΑΝΤ. θερμαντικός. ● Ουσ.: ψυκτικός (ο): τεχνικός ο οποίος είναι ειδικός στην εγκατάσταση και επιδιόρθωση ψυκτικών συσκευών και γενικότ. συστημάτων ψύξης. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυκτικό μέσο: ψυκτική ουσία, σε υγρή ή αέρια μορφή, η οποία χρησιμοποιείται σε συσκευές για να απορροφά τη θερμότητα μέσα από τη διαδικασία του ψυκτικού κύκλου. [< αγγλ. refrigerant, coolant, 1915] , ψυκτικός κύκλος: ο πλήρης κύκλος που κάνει το ψυκτικό μέσο, καθώς περνά από τα στάδια της εξάτμισης, συμπίεσης και υγροποίησης, και ο οποίος διακρίνεται από αλλαγές στη θερμοκρασία και την πίεση. [< αρχ. ψυκτικός ‘αυτός που δροσίζει’] | |
| 58044 | ψύκτρα | ψύ-κτρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. είδος ανεμιστήρα, συνήθ. από αλουμίνιο, ο οποίος μειώνει τη θερμοκρασία που αναπτύσσεται στο εσωτερικό μηχανήματος: αθόρυβη ~. ~ κάρτας γραφικών/μνήμης. ~ες επεξεργαστών. [< μτγν. ψύκτρα 'πλέγμα για την αποξήρανση των σύκων', αγγλ. cooler] | |
| 58045 | ψυλλιάζομαι | ψυλ-λιά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ψυλλιά-στηκα, -στεί, -σμένος} (προφ.): υποπτεύομαι, υποψιάζομαι: Το ~στηκα ότι ... Κάτι είχα ~στεί, αλλά δεν ήμουν σίγουρος. Πβ. μυρίζ-, οσμίζ-ομαι. ● ΦΡ.: την ψυλλιάστηκα (τη δουλειά): το κατάλαβα, το αντιλήφθηκα: Προσπάθησαν να τον ξεγελάσουν, αλλά την ~ηκε ~. Από την αρχή την ψυλλιάστηκα ότι ήταν απατεώνας. | |
| 58046 | ψύλλος | ψύλ-λος ουσ. (αρσ.): κοινή ονομασία άπτερων εντόμων τα οποία ζουν παρασιτικά στα ζώα και τους ανθρώπους και τρέφονται με το αίμα τους. ● ΦΡ.: για ψύλλου πήδημα (προφ.): για ασήμαντη αφορμή, με το παραμικρό: Εκνευρίζεται ~ ~., καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο (μτφ.-προφ.): για άτομο πανέξυπνο και πολύ πονηρό. , μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά (μτφ.-προφ.): έχω υποψίες για κάτι/με έκανε να υποψιαστώ: Μου μπήκαν ~ ότι πλαστογράφησε τα δικαιολογητικά. Το τηλεφώνημά του μου έβαλε ~., ούτε ψύλλος στον κόρφο του (προφ.): δεν θα ήθελα με τίποτα να είμαι στη δυσχερή θέση του, να μου συμβεί ό,τι συμβαίνει σε αυτόν., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο [< αρχ. ψύλλος] | |
| 58047 | ψύξη | ψύ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα μείωσης της θερμοκρασίας σώματος ή χώρου με τεχνητό τρόπο· ειδικότ. η θερμοκρασία ψυκτικού θαλάμου· συνεκδ. ο ίδιος ο θάλαμος: βιομηχανική/ενδοδαπέδια/επαγγελματική/ηλιακή ~. Δίκτυο/κυκλώματα/πτερύγια/πύργοι/συσκευή/συστήματα ~ης. ~ με υγρό άζωτο/φρέον. Αντλίες νερού ~ης. Κλιματιστικό/μονάδα ~ης. ~ του κινητήρα. Ανεμιστήρας για ~ επεξεργαστών (πβ. ψύκτρα). ~ του κρέατος/του νερού (πβ. κατάψυξη, πάγωμα· ΑΝΤ. απόψυξη). Δεξαμενή ~ης γάλακτος (βλ. παγολεκάνη). ΑΝΤ. θέρμανση.|| Το μαγειρεμένο φαγητό διατηρείται στην ~. Πβ. συντήρηση. Βλ. υδρόψυξη. 2. (προφ.) διαταραχή των μυών ή των νεύρων, η οποία οφείλεται στην έκθεση του σώματος σε κρύο ή ψυχρό ρεύμα, με συμπτώματα τον πόνο, τη δυσκαμψία ή σπανιότ. την παραμόρφωση: ~ στον αυχένα/στην πλάτη. Κλείσε το παράθυρο, θα πάθω ~. Βλ. μυαλγία, πιάσιμο. [< αρχ. ψῦξις] | |
| 58048 | ψυχαγωγία | ψυ-χα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.): ευχαρίστηση που επιτυγχάνεται κυρ. μέσα από δημιουργικούς τρόπους αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου: διαδραστική/οικιακή/οπτικοακουστική ~. Το βιβλίο/το παιχνίδι/η πεζοπορία/το ποδήλατο/ο χορός ως μέσο ~ας (βλ. χόμπι). Αίθουσα/πάρκο (βλ. θεματικό πάρκο, λούνα παρκ) ~ας. Χώροι ~ας για παιδιά (βλ. παιδική χαρά, παιδότοπος). Ταξίδια για λόγους ~ας. Τα σπορ προσφέρουν γνήσια/ουσιαστική ~. Πβ. αναψυχή, διασκέδαση, τέρψη. [< μτγν. ψυχαγωγία ‘τέρψη της ψυχής, απόλαυση’] | |
| 58049 | ψυχαγωγικός | , ή, ό ψυ-χα-γω-γι-κός επίθ.: που ψυχαγωγεί ή σχετίζεται με την ψυχαγωγία: ~ή: εκπομπή (βλ. επιμορφωτικός). ~ό: θέαμα/(τηλεοπτικό) κανάλι/κέντρο/μαγκαζίνο. ~ές: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/παραστάσεις (για παιδιά)/υπηρεσίες. ~ά: αθλήματα/μέσα/παιχνίδια (βλ. επιτραπέζιο). Ενασχολήσεις ~ού χαρακτήρα. Εκπαιδευτική και ~ή χρήση του ίντερνετ. Ενημερωτικό και ~ό πρόγραμμα (βλ. ινφοτέινμεντ). Για ~ούς λόγους/σκοπούς. Πβ. διασκεδαστικός. [< αρχ. ψυχαγωγικός 'θελκτικός', γαλλ. psychagogique, αγγλ. psychagogic] | |
| 58050 | ψυχαγωγός | ψυ-χα-γω-γός ουσ. (αρσ.) 1. {κ. θηλ.} (λόγ.) επαγγελματίας που ψυχαγωγεί το κοινό: ~ παιδιών (βλ. κλόουν). Πβ. διασκεδαστής. Βλ. -αγωγός. ΣΥΝ. ανιματέρ, εμψυχωτής, εμψυχώτρια (3) 2. ΜΥΘ. (προσωνυμία του Ερμή) ψυχοπομπός. [< 2: αρχ. ψυχαγωγός, γαλλ.-αγγλ. psychagogue 1: γαλλ. animateur] | |
| 58051 | ψυχαγωγώ | [ψυχαγωγῶ] ψυ-χα-γω-γώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψυχαγωγ-εί, -ώντας | -ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: προσφέρω ψυχαγωγία: ~εί τους θεατές/το κοινό (βλ. ανιματέρ, εμψυχωτής, ψυχαγωγός). Επιτραπέζια παιχνίδια που ~ούν. Πβ. διασκεδάζω, τέρπω. [< μτγν. ψυχαγωγῶ ‘οδηγώ τις ψυχές των νεκρών στον Άδη, θέλγω’] | |
| 58052 | ψυχάκιας | ψυ-χά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό): ψυχανώμαλος. Βλ. -άκιας. | |
| 58053 | ψυχαναγκασμός | ψυ-χα-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. επίμονα επαναλαμβανόμενες πράξεις ή συμπεριφορές, οι οποίες απαιτούν πολύ χρόνο και στις οποίες προβαίνει ακούσια ένα άτομο, παρά το γεγονός ότι του προκαλούν δυσφορία και τις αναγνωρίζει ως παράλογες και υπερβολικές, επειδή με αυτόν τον τρόπο εκτονώνεται από το άγχος που του προκαλούν επίμονες σκέψεις (ιδεοληψίες): ο ~ του συνεχούς ελέγχου (: αν είναι κλειστή η ηλεκτρική κουζίνα, η πόρτα)/της καθαριότητας/του εντατικού πλυσίματος των χεριών (βλ. τελετουργία). Πβ. εμμονή. Βλ. ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.|| (προφ.) Τι ~ είναι αυτός να ταλαιπωρείς έτσι τον εαυτό σου; ΣΥΝ. καταναγκασμός (2) [< αγγλ. compulsion, 1913, γαλλ. ~, γερμ. Zwang] | |
| 58054 | ψυχαναγκαστικός | , ή, ό ψυ-χα-να-γκα-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον ψυχαναγκασμό: ~ή: διαταραχή (= ιδεοψυχαναγκαστική)/νεύρωση/συμπεριφορά (: έμμονη)/τάση (βλ. μονομανία)/υπερφαγία. ~ές: πράξεις. ΣΥΝ. καταναγκαστικός. Βλ. ιδεοληπτικός.|| (για πρόσ.) Είναι ~. ● επίρρ.: ψυχαναγκαστικά [< αγγλ. compulsive, 1902, γαλλ. compulsive, πριν από το 1929, γερμ. zwangs-] | |
| 58055 | ψυχανάλυση | ψυ-χα-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ψυχοθεραπείας η οποία αναπτύχθηκε από τον Φρόυντ και βασίζεται στην τεχνική των ελεύθερων συνειρμών και των γλωσσικών παραδρομών, αλλά και στη συμβολική ανάλυση των ονείρων, προκειμένου ο ψυχοθεραπευτής να διερευνήσει κυρ. τους ασυνείδητους μηχανισμούς που θεωρούνται ότι αποτελούν τα βασικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς: Κάνει ~. Πβ. ψυχολογία του βάθους. Βλ. αντιψυχιατρική, αυτοανάλυση, ψυχοσύνθεση. [< γερμ. Psychoanalyse, γαλλ. psychanalyse, 1909, αγγλ. psych(o)analysis, 1906] | |
| 58056 | ψυχαναλυτής, ψυχαναλύτρια | ψυ-χα-να-λυ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην ψυχανάλυση: το ντιβάνι του ~ή. Πβ. ψυχοθεραπευτής. Βλ. ψυχίατρος. [< γερμ. Psychoanalytiker, γαλλ. psychanalyste, 1912, αγγλ. psychoanalyst, 1911] | |
| 58057 | ψυχαναλυτικός | , ή, ό ψυ-χα-να-λυ-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΑΝ. που σχετίζεται με την ψυχανάλυση ή αναφέρεται σε αυτήν: ~ός: θεραπευτής (= ψυχαναλυτής). ~ή: θεωρία/μέθοδος/μελέτη/προσέγγιση/σκέψη. ~ό: κίνημα/ντιβάνι.|| ~ή: ανάγνωση/ερμηνεία/κριτική (του κειμένου). ● επίρρ.: ψυχαναλυτικά [< γερμ. psychoanalytisch, γαλλ. psychanalytique, 1909] | |
| 58058 | ψυχαναλύω | ψυ-χα-να-λύ-ω ρ. (μτβ.) {ψυχαναλύ-σει, -θεί, -όμενος} (λόγ.): παρακολουθώ ασθενή, εφαρμόζοντας την ψυχαναλυτική μέθοδο. | |
| 58059 | ψυχανεμίζομαι | ψυ-χα-νε-μί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {ψυχανεμί-στηκα, -στεί} (προφ.): υποψιάζομαι κάτι διαισθητικά, προαισθάνομαι: ~στηκε το αρνητικό κλίμα και αποχώρησε. Πβ. διαισθάνομαι, μαντεύω. | |
| 58060 | ψυχανέμισμα | ψυ-χα-νέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαίσθηση, προαίσθημα. | |
| 58061 | ψυχανθή | [ψυχανθῆ] ψυ-χαν-θή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψυχανθές, -ούς}: ΒΟΤ. οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Papillionaceae), τα άνθη των οποίων μοιάζουν με πεταλούδα. Βλ. βίκος, κουκιά, λαθούρι, λούπινο, μπιζελιά, ρεβιθιά, ρόβι, σόγια, τριφύλλι, φακή, φασολιά. [< γαλλ. papilionacées] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ