| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58082 | ψυχοβγάλτης | ψυ-χο-βγάλ-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ψυχοβγάλτρα} (προφ.): που παιδεύει, ταλαιπωρεί πολύ κάποιον, μέχρι να κάνει κάτι: Είναι μεγάλος ~. Βλ. μου έβγαλε την ψυχή. | |
| 58083 | ψυχοβγαλτικός | , ή, ό ψυ-χο-βγαλ-τι-κός επίθ. (προφ.): που ταλαιπωρεί αφάνταστα κάποιον, μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα: ~ή: νίκη. ~ό: παιχνίδι. ● επίρρ.: ψυχοβγαλτικά | |
| 58084 | ψυχοβιολογία | ψυ-χο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. βιοψυχολογία. [< αγγλ. psychobiology, γαλλ. psychobiologie, 1903] | |
| 58085 | ψυχογενής | , ής, ές ψυ-χο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ψυχολογικά αίτια: ~ής: ανορεξία/βουλιμία. ~είς: παράγοντες. ~είς: διαταραχές. Βλ. οργανικός, -γενής. [< γαλλ. psychogène, 1908, αγγλ. psychogenic, 1915] | |
| 58086 | ψυχογεωγραφία | ψυ-χο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΓΡ. μελέτη της επίδρασης που έχει το περιβάλλον, φυσικό ή τεχνητό, στον ψυχισμό και τη συμπεριφορά του ατόμου. Βλ. Καταστασιακή Διεθνής. [< αγγλ. psychogeography, 1953] | |
| 58087 | ψυχογηριατρική | ψυ-χο-γη-ρι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της γηριατρικής με αντικείμενο τις ψυχιατρικές διαταραχές των ηλικιωμένων. Βλ. γεροντική άνοια, μαλάκυνση (του) εγκεφάλου, (νόσος του) Αλτσχάιμερ. [< αγγλ. psychogeriatrics, 1967, geriatric psychiatry, geropsychiatry, γαλλ. psychogériatrie] | |
| 58088 | ψυχογιός | ψυ-χο-γιός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): θετός γιος· αγόρι που είχε πάρει κάποιος υπό την προστασία του και μαθήτευε δίπλα του ή τον βοηθούσε στη δουλειά του. || Πβ. μαστορόπουλο, τσιράκι. ΣΥΝ. παραγιός, ψυχοπαίδι | |
| 58089 | ψυχογλωσσολογία | ψυ-χο-γλωσ-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & ψυχολογία της γλώσσας: ΓΛΩΣΣ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις νοητικές-ψυχικές διεργασίες και την κατάκτηση, παραγωγή και κατανόηση της γλώσσας. [< αγγλ. psycholinguistics, 1936, γαλλ. psycholinguistique, 1963] | |
| 58090 | ψυχογλωσσολογικός | , ή, ό ψυ-χο-γλωσ-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την ψυχογλωσσολογία: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση. [< αγγλ. psycholinguistic, 1936, γαλλ. psycholinguistique, 1929] | |
| 58091 | ψυχογλωσσολόγος | ψυ-χο-γλωσ-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στην ψυχογλωσσολογία. [< αγγλ. psycholinguist, 1953, γαλλ. psycholinguiste, 1971] | |
| 58092 | ψυχογράφημα | ψυ-χο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): περιγραφή του ψυχικού κόσμου ενός ατόμου ή μιας ομάδας: Βιβλίο που αποτελεί ένα ~ της κοινωνίας/του σύγχρονου ανθρώπου. Προσπάθησε να κάνει το ~ του μεγάλου συνθέτη (: να τον ψυχογραφήσει). Βλ. -γράφημα. [< γερμ. Psychogramm, 1911, αγγλ. psychograph, 1916, psychogram, 1918, γαλλ. psychogramme] | |
| 58093 | ψυχογραφία | ψυ-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ψυχογράφημα. 2. ΨΥΧΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τη συστηματική εμπειρική εξέταση των ψυχικών χαρακτηριστικών ενός ατόμου· συνεκδ. η γραφική παράσταση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν. Βλ. -γραφία. [< 2: πβ. γερμ. Psychographie, 1911, γαλλ. psychographie, αγγλ. psychography, 1921] | |
| 58094 | ψυχογράφος | ψυ-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): που ψυχογραφεί: (κυρ. για λογοτέχνη:) Υπήρξε εξαίρετος/μέγας ~. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. psychographe, αγγλ. psychographer, 1912] | |
| 58095 | ψυχογραφώ | [ψυχογραφῶ] ψυ-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ψυχογραφ-εί, -ώντας | ψυχογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ημένος} (λόγ.): παρουσιάζω, περιγράφω τον ψυχισμό ενός ατόμου, κάνω το ψυχογράφημά του: (για συγγραφέα ή σκηνοθέτη:) ~εί εύστοχα/με διεισδυτικό τρόπο/σε βάθος τους ήρωες του έργου. Πβ. προσωπογραφώ. Βλ. -γραφώ. | |
| 58096 | ψυχοδιαγνωστική | ψυ-χο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ψ): ΨΥΧΟΛ. αξιολόγηση των νοητικών ικανοτήτων, της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς ενός ατόμου, με τη χρήση κυρ. προβολικών τεστ. Βλ. ψυχομετρία. [< γερμ. Psychodiagnostik, 1921, αγγλ. psychodiagnostics, 1932] | |
| 58097 | ψυχοδιαγνωστικός | , ή, ό ψυ-χο-δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τη ψυχοδιαγνωστική: ~ή: αξιολόγηση/εξέταση. ~ές: μέθοδοι. ~ά: μέσα/τεστ. [< γαλλ. psychodiagnostique, αγγλ. psychodiagnostic] | |
| 58098 | ψυχοδιανοητικός | , ή, ό ψυ-χο-δι-α-νο-η-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αφορά εξίσου τις ψυχικές και διανοητικές λειτουργίες: ~ή: κατάσταση/υγεία. ~ά: προβλήματα/τεστ. [< αγγλ. psychomental] | |
| 58099 | ψυχοδιεγερτικός | , ή, ό ψυ-χο-δι-ε-γερ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που ενισχύει την εγκεφαλική λειτουργία και καταπολεμά την κούραση, προκαλώντας συνήθ. αίσθημα ευφορίας: ~ές: ουσίες (βλ. αμφεταμίνη, καφεΐνη). Οι ~ές ιδιότητες της σοκολάτας. ● Ουσ.: ψυχοδιεγερτικά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ενν. φάρμακα. Βλ. ψυχοληπτικά. [< γαλλ. psychotonique, 1946] | |
| 58100 | ψυχόδραμα | ψυ-χό-δρα-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ψυχοδράμα 1. ΨΥΧΟΛ. μέθοδος ομαδικής ψυχοθεραπείας η οποία ενθαρρύνει τη συναισθηματική έκφραση των συμμετεχόντων μέσω της χρήσης θεατρικών τεχνικών (δραματοποίηση, παιχνίδι ρόλων), προτρέποντάς τους δηλαδή να αναπαραστήσουν επί σκηνής ένα βίωμα, μια ανησυχία, δυσκολία ή εσωτερική τους σύγκρουση. Πβ. δραματοθεραπεία, κοινωνιόδραμα. Βλ. εκδραμάτιση, θεατρικό/δραματικό παιχνίδι, κάθαρση, παιγνιοθεραπεία. 2. ΘΕΑΤΡ. -ΚΙΝΗΜ. ψυχολογικό δράμα. [< 1: γερμ. Psychodrama, γαλλ. psychodrame, 1911, αγγλ. psychodrama, 1937, 2: αγγλ. ~, 1963] | |
| 58101 | ψυχοδραματικός | , ή, ό ψυ-χο-δρα-μα-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με το ψυχόδραμα: ~ή: συνεδρία. ~ές: τεχνικές. [< αγγλ. psychodramatic, 1937, γαλλ. psychodramatique, 1951] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ