Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5840-5860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4921άντωση[ἄντωση] ά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. δύναμη που αναπτύσσεται σε επιφάνειες που κινούνται στον αέρα· δυναμική άνωση: αεροδυναμική ~. Συντελεστής ~ης. Βλ. πλευστότητα. [< αρχ. ἄντωσις]
4922ανυδρία[ἀνυδρία] α-νυ-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) έλλειψη νερού, βροχής· κατ' επέκτ. ξηρασία: καλοκαιρινή ~. Αφόρητη ζέστη και ~. Πβ. ανομβρία, λειψυδρία, ξεραΐλα. 2. (μτφ.) απουσία, έλλειψη: γλωσσική/πολιτιστική ~. [< 1:  αρχ. ἀνυδρία]
4923ανυδρίτης[ἀνυδρίτης] α-νυ-δρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. κάθε χημική ένωση που σχηματίζει οξύ, όταν αντιδράσει με το νερό: ανθρακικός/φωσφορικός ~. 2. ΟΡΥΚΤ. άνυδρο θειικό ασβέστιο. Πβ. γύψος. Βλ. εβαπορίτες, -ίτης2. [< 1: γερμ. Anhydride, γαλλ.-αγγλ. anhydride 2: γαλλ.-αγγλ. anhydrite]
4924άνυδρος, η, ο [ἄνυδρος] ά-νυ-δρος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει νερό, υγρασία ή (πολλές) βροχές: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ος: μήνας (ΑΝΤ. υγρός). ~η: περίοδος. Θερμό και ~ο καλοκαίρι.|| ~η: γη. ~ο: νησί. ~ες: περιοχές. ~ο και βραχώδες τοπίο. Πβ. ξερός, ξηρός, στεγνός. 2. ΧΗΜ. που δεν περιέχει μόρια νερού: ~ος: ασβέστης. ~η: αμμωνία. ~ο: άλας/θειικό νάτριο.|| ~η: πυρόλυση. ΑΝΤ. ένυδρος (1) 3. ΓΕΩΠ. που δεν χρειάζεται νερό για να αναπτυχθεί: ~α: κηπευτικά. ~α: δέντρα.|| Ξηρή καλλιέργεια και ~η γεωργία. Πβ. ξερικός. ΑΝΤ. ποτιστικός (2) 4. (μτφ.) που στερείται πνευματικότητας, δημιουργικής πνοής: ~οι: καιροί. Μουσικά/ποιητικά ~η εποχή. [< αρχ. ἄνυδρος 2: γαλλ. anhydre, αγγλ. anhydrous]
4925ΑΝΥΕ(η): Ανώτατη Ναυτική Υγειονομική Επιτροπή.
4926ανυμνώ[ἀνυμνῶ] α-νυ-μνώ ρ. (μτβ.) {ανυμν-είς ... | ανύμν-ησε}: ΕΚΚΛΗΣ. δοξολογώ, υμνολογώ. Πβ. (εξ)υμνώ. [< μτγν. ἀνυμνῶ]
4927ανύμφευτος, η/ος, ο [ἀνύμφευτος] α-νύμ-φευ-τος επίθ. (λόγ.): ανύπαντρος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: Χαίρε νύμφη ανύμφευτε: ΕΚΚΛΗΣ. προσφώνηση της Θεοτόκου στον Ακάθιστο Ύμνο. [< αρχ. ἀνύμφευτος]
4928ανυπαίτιος, α/ος, ο [ἀνυπαίτιος] α-νυ-παί-τι-ος επίθ. (λόγ.): ΝΟΜ. που δεν φέρει ευθύνη για κάτι, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη υπαιτιότητας: ~ος: οδηγός (σε ατύχημα)/συμβαλλόμενος. Πβ. αθώος. ΑΝΤ. ένοχος, υπεύθυνος.|| ~α: αδυναμία (παροχής εργασίας). ~ο: κώλυμα (π.χ. ασθένεια-ατύχημα). ΑΝΤ. υπαίτιος ● επίρρ.: ανυπαίτια [< μτγν. ἀνυπαίτιος]
4929ανυπαιτιότητα[ἀνυπαιτιότητα] α-νυ-παι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. έλλειψη υπαιτιότητας.
4930ανυπακοή[ἀνυπακοή] α-νυ-πα-κο-ή ουσ. (θηλ.): έλλειψη ή άρνηση υπακοής: αστική/δημόσια/κοινωνική ~. ~ στις εντολές/προς τους κανονισμούς. Πράξη ~ής. Η ~ στο Σύνταγμα και τους νόμους διώκεται ποινικά. Δείχνω/επιδεικνύω ~. Κατηγορείται για ~ και αντίσταση κατά της Αρχής. Πβ. απειθαρχία, απείθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική ανυπακοή βλ. πολιτικός [< μεσν. ανυπακοή, γαλλ. désobéissance]
4931ανυπάκουος, η, ο [ἀνυπάκουος] α-νυ-πά-κου-ος επίθ.: που δεν υπακούει: ~ος: μαθητής (πβ. άτακτος, ατίθασος, ζωηρός). ~η: συμπεριφορά (στο σχολείο). ~ο: πνεύμα (πβ. ανυπότακτο). Πβ. απείθαρχος. ΑΝΤ. υπάκουος
4932ανύπαντρος, η, ο [ἀνύπαντρος] α-νύ-πα-ντρος επίθ.: που δεν έχει παντρευτεί: ~η: κοπέλα/μητέρα. ~α: ζευγάρια. Έμεινε ~/~η (βλ. εργένης, γεροντοκόρη).|| (ως ουσ.-ευχετ.) Και στα δικά σας οι ~οι/~ες! Πβ. άγαμος, απάντρευτος, ελεύθερος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< μεσν. ανύπαντρος]
4933ανύπαρκτος, η, ο [ἀνύπαρκτος] α-νύ-παρ-κτος επίθ. 1. που δεν υπήρξε ή δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται: ~η: διεύθυνση. ~ο: ζήτημα. ~οι: κίνδυνοι (ΣΥΝ. υποθετικοί, φανταστικοί, ΑΝΤ. πραγματικοί). ~α: ζητήματα/προβλήματα. Το πέναλτι/το φάουλ που δόθηκε ήταν ~ο. Προέβη σε αγωγή για συκοφαντική δυσφήμιση με ψευδή και ~α στοιχεία. Διαγραφή ~ων (ενν. προσώπων) από το μητρώο. ΑΝΤ. υπαρκτός 2. ανεπαρκής, ελλιπής: ~ος: προγραμματισμός/σχεδιασμός/φωτισμός (ΣΥΝ. αμυδρός). ~η: ενημέρωση/σήμανση. ~ες: υποδομές (ΣΥΝ. υποτυπώδεις). ~α: μέτρα ασφαλείας. Ομάδα με ~ες (= ελάχιστες) πιθανότητες πρόκρισης. ΑΝΤ. επαρκής 3. (προφ.-μειωτ.) (για πρόσ.) μηδαμινός, ανάξιος λόγου. [< μτγν. ἀνύπαρκτος]
4934ανυπαρξία[ἀνυπαρξία] α-νυ-παρ-ξί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ύπαρξη 1. το να μην υπάρχει, να μην υφίσταται κάποιος ή κάτι· απουσία: νομική/πολιτική ~. (για μητρώο:) Πιστοποιητικό ~ας προσώπου.|| ~ ελέγχου/ιδεών/οργάνωσης/προγραμματισμού/προτάσεων/στόχων/υποδομών. Παντελής/πλήρης ~ μέτρων ασφαλείας (πβ. ανεπάρκεια). 2. ΦΙΛΟΣ. έλλειψη υπόστασης, οντότητας. [< μτγν. ἀνυπαρξία]
4935ανυπεράσπιστος, η, ο [ἀνυπεράσπιστος] α-νυ-πε-ρά-σπι-στος επίθ.: που δεν έχει προστασία, υπεράσπιση: ~ος: άμαχος πληθυσμός. ~ο: ζώο/παιδί. ~οι: πολίτες. ~α: θύματα/πλάσματα. ~ και μόνος απέναντι ... Αφήνω κάποιον ~ο.|| Έστειλε την μπάλα στα δίχτυα της ~ης εστίας των αντιπάλων του (πβ. ακάλυπτος). ΣΥΝ. αβοήθητος, απροστάτευτος [< γερμ. unbeschützt]
4936ανυπέρβλητος, η, ο [ἀνυπέρβλητος] α-νυ-πέρ-βλη-τος επίθ. ΣΥΝ. αξεπέραστος 1. που δεν μπορεί κανείς να τον αντιμετωπίσει, κατανικήσει, ξεπεράσει: ~η: ανάγκη. ~ο: εμπόδιο (= απροσπέλαστο)/πρόβλημα (πβ. δυσεπίλυτο). ~ες: δυσχέρειες. ~α: όρια. Ο θάνατός του μας άφησε ένα ~ο κενό (= δυσαναπλήρωτο). Η υλοποίηση του σχεδίου συνάντησε ~ες δυσκολίες. Διακοπή της συνεδρίασης λόγω ~ου κωλύματος. 2. ασύγκριτος, άφθαστος: ~ος: καλλιτέχνης (πβ. αμίμητος). ~η: γοητεία/δύναμη/ομορφιά (πβ. μοναδική). Προϊόν ~ο σε ποιότητα. ΣΥΝ. απαράμιλλος, ασυναγώνιστος [< 1: αρχ. ἀνυπέρβλητος]
4937ανυπερθέτως[ἀνυπερθέτως] α-νυ-περ-θέ-τως επίρρ. (λόγ.): οπωσδήποτε, αμέσως, χωρίς αναβολή: Οι αιτήσεις πρέπει να υποβληθούν ~ εντός δύο ημερών. Πβ. αμελλητί, επειγόντως, (το) δίχως άλλο/χωρίς άλλο. [< μτγν. ἀνυπερθέτως]
4938ανυπόγραφος, η, ο [ἀνυπόγραφος] α-νυ-πό-γρα-φος επίθ.: για κείμενο, έγγραφο ή δημιούργημα που δεν φέρει την υπογραφή, το ονοματεπώνυμο του συντάκτη, του αρμόδιου προσώπου ή του δημιουργού του: ~η: ανακοίνωση/επιστολή. ~ο: άρθρο/δημοσίευμα/κείμενο (= ανώνυμο)/σημείωμα/σχόλιο. Έργο ~ο και αχρονολόγητο.|| (κατ' επέκτ. για ενέργεια) ~η: καταγγελία. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. ενυπόγραφος, υπογεγραμμένος ● επίρρ.: ανυπόγραφα [< μτγν. ἀνυπόγραφος]
4939ανυπόδητος, η, ο [ἀνυπόδητος] α-νυ-πό-δη-τος επίθ. (λόγ.): ξυπόλυτος. [< αρχ. ἀνυπόδητος]
4940ανυπόκριτος, η, ο [ἀνυπόκριτος] α-νυ-πό-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που διακρίνεται από ειλικρίνεια, αυθορμητισμό: ~ος: ενθουσιασμός/θαυμασμός. ~η: αγάπη (πβ. ανιδιοτελής)/συγκίνηση/φιλία. ~ο: ενδιαφέρον. Πβ. αγνός, αληθινός, γνήσιος, πηγαίος. ΣΥΝ. απροσποίητος, ειλικρινής ΑΝΤ. προσποιητός, υποκριτικός (1) ● επίρρ.: ανυπόκριτα [< μτγν. ἀνυπόκριτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.