Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5840-5860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4914αντρώνομαιβλ. ανδρώνομαι
4915αντσούγια[ἀντσούγια] αν-τσού-για ουσ. (θηλ.) & αντζούγια: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαύρος ή σαρδέλα που συντηρείται συνήθ. σε άλμη ή λάδι: ~ σε κονσέρβα. Παστές ~ιες. Πίτσα με ~ιες. [< ιταλ. acciuga]
4916άντυγα[ἄντυγα] ά-ντυ-γα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. είδος ή τμήμα πλαισίου, περιβλήματος, σε καμπυλωτό συνήθ. σχήμα: ~ αγωγού.|| ~ ασπίδας (: μεταλλικό έλασμα που περιέβαλλε την ασπίδα). Πβ. στεφάνη, χείλος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το κυκλικό ή ημικυκλικό τμήμα των γωνιομετρικών οργάνων που υποδιαιρείται σε μοίρες. [< 1: αρχ. ἄντυξ, γαλλ. limbe]
4917άντυτος, η, ο [ἄντυτος] ά-ντυ-τος επίθ. 1. που δεν έχει ντυθεί (ακόμα)· πρόχειρα ή ακατάλληλα ντυμένος: Ο κόσμος ήρθε και εσύ είσαι ακόμη ~η. Βλ. γδυτός, γυμνός. 2. (προφ., για βιβλίο) άδετος.
4918αντωνυμία[ἀντωνυμία] α-ντω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) {αντωνυμιών} 1. ΓΡΑΜΜ. όρος που χρησιμοποιείται στη γραμματική ταξινόμηση των λέξεων (μέρη του λόγου) και αναφέρεται σε κλιτή λέξη που αντικαθιστά ή συνοδεύει ονοματική φράση (κυρ. ουσιαστικό, επίθετο): αλληλοπαθείς (ο ένας τον άλλο)/αναφορικές (ο οποίος, που, ό,τι, όσος)/αόριστες (κάποιος, κανένας)/αυτοπαθείς (ο εαυτός μου, σου, του)/δεικτικές (αυτό, εκείνο, τόσο)/επιμεριστικές (κάθε, έκαστος)/ερωτηματικές (ποιος, τι, πόσος)/κτητικές (μου, σου, του, δικός μου)/οριστικές (αυτός, ο ίδιος)/προσωπικές (εγώ, εσύ, αυτός)/συσχετικές ~ες. Βλ. -ωνυμία. 2. ΓΛΩΣΣ. η αντίθεση της σημασίας μεταξύ αντωνύμων: σχέση ~ας (άσπρο-μαύρο). ΑΝΤ. συνωνυμία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: αδύνατος τύπος βλ. αδύνατος, αοριστολογικές αντωνυμίες βλ. αοριστολογικός, δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός [< 1: μτγν. ἀντωνυμία 2: γαλλ. antonymie, αγγλ. antonymy]
4919αντωνυμικός, ή, ό [ἀντωνυμικός] α-ντω-νυ-μι-κός επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τις αντωνυμίες: ~ό: σύστημα. 2. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στα αντώνυμα: ~ές: σχέσεις (π.χ. άσπρος-μαύρος). Βλ. -ωνυμικός. ΑΝΤ. συνωνυμικός [< 1: μτγν. ἀντωνυμικός 2: αγγλ. antonymic]
4920αντώνυμο[ἀντώνυμο] α-ντώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.) {αντωνύμ-ου | -ων}: ΓΡΑΜΜ. λέξη ή φράση με αντίθετη σημασία σε σχέση με κάποια άλλη: Το ~ του "αγαπώ" είναι το "μισώ". ΣΥΝ. αντίθετο ΑΝΤ. συνώνυμο [< μτγν. ἀντώνυμον 'αντί ονόματος', γαλλ. antonyme, αγγλ. antonym]
4921άντωση[ἄντωση] ά-ντω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. δύναμη που αναπτύσσεται σε επιφάνειες που κινούνται στον αέρα· δυναμική άνωση: αεροδυναμική ~. Συντελεστής ~ης. Βλ. πλευστότητα. [< αρχ. ἄντωσις]
4922ανυδρία[ἀνυδρία] α-νυ-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) έλλειψη νερού, βροχής· κατ' επέκτ. ξηρασία: καλοκαιρινή ~. Αφόρητη ζέστη και ~. Πβ. ανομβρία, λειψυδρία, ξεραΐλα. 2. (μτφ.) απουσία, έλλειψη: γλωσσική/πολιτιστική ~. [< 1:  αρχ. ἀνυδρία]
4923ανυδρίτης[ἀνυδρίτης] α-νυ-δρί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. κάθε χημική ένωση που σχηματίζει οξύ, όταν αντιδράσει με το νερό: ανθρακικός/φωσφορικός ~. 2. ΟΡΥΚΤ. άνυδρο θειικό ασβέστιο. Πβ. γύψος. Βλ. εβαπορίτες, -ίτης2. [< 1: γερμ. Anhydride, γαλλ.-αγγλ. anhydride 2: γαλλ.-αγγλ. anhydrite]
4924άνυδρος, η, ο [ἄνυδρος] ά-νυ-δρος επίθ. (λόγ.) 1. που δεν έχει νερό, υγρασία ή (πολλές) βροχές: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ος: μήνας (ΑΝΤ. υγρός). ~η: περίοδος. Θερμό και ~ο καλοκαίρι.|| ~η: γη. ~ο: νησί. ~ες: περιοχές. ~ο και βραχώδες τοπίο. Πβ. ξερός, ξηρός, στεγνός. 2. ΧΗΜ. που δεν περιέχει μόρια νερού: ~ος: ασβέστης. ~η: αμμωνία. ~ο: άλας/θειικό νάτριο.|| ~η: πυρόλυση. ΑΝΤ. ένυδρος (1) 3. ΓΕΩΠ. που δεν χρειάζεται νερό για να αναπτυχθεί: ~α: κηπευτικά. ~α: δέντρα.|| Ξηρή καλλιέργεια και ~η γεωργία. Πβ. ξερικός. ΑΝΤ. ποτιστικός (2) 4. (μτφ.) που στερείται πνευματικότητας, δημιουργικής πνοής: ~οι: καιροί. Μουσικά/ποιητικά ~η εποχή. [< αρχ. ἄνυδρος 2: γαλλ. anhydre, αγγλ. anhydrous]
4925ΑΝΥΕ(η): Ανώτατη Ναυτική Υγειονομική Επιτροπή.
4926ανυμνώ[ἀνυμνῶ] α-νυ-μνώ ρ. (μτβ.) {ανυμν-είς ... | ανύμν-ησε}: ΕΚΚΛΗΣ. δοξολογώ, υμνολογώ. Πβ. (εξ)υμνώ. [< μτγν. ἀνυμνῶ]
4927ανύμφευτος, η/ος, ο [ἀνύμφευτος] α-νύμ-φευ-τος επίθ. (λόγ.): ανύπαντρος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: Χαίρε νύμφη ανύμφευτε: ΕΚΚΛΗΣ. προσφώνηση της Θεοτόκου στον Ακάθιστο Ύμνο. [< αρχ. ἀνύμφευτος]
4928ανυπαίτιος, α/ος, ο [ἀνυπαίτιος] α-νυ-παί-τι-ος επίθ. (λόγ.): ΝΟΜ. που δεν φέρει ευθύνη για κάτι, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη υπαιτιότητας: ~ος: οδηγός (σε ατύχημα)/συμβαλλόμενος. Πβ. αθώος. ΑΝΤ. ένοχος, υπεύθυνος.|| ~α: αδυναμία (παροχής εργασίας). ~ο: κώλυμα (π.χ. ασθένεια-ατύχημα). ΑΝΤ. υπαίτιος ● επίρρ.: ανυπαίτια [< μτγν. ἀνυπαίτιος]
4929ανυπαιτιότητα[ἀνυπαιτιότητα] α-νυ-παι-τι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. έλλειψη υπαιτιότητας.
4930ανυπακοή[ἀνυπακοή] α-νυ-πα-κο-ή ουσ. (θηλ.): έλλειψη ή άρνηση υπακοής: αστική/δημόσια/κοινωνική ~. ~ στις εντολές/προς τους κανονισμούς. Πράξη ~ής. Η ~ στο Σύνταγμα και τους νόμους διώκεται ποινικά. Δείχνω/επιδεικνύω ~. Κατηγορείται για ~ και αντίσταση κατά της Αρχής. Πβ. απειθαρχία, απείθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική ανυπακοή βλ. πολιτικός [< μεσν. ανυπακοή, γαλλ. désobéissance]
4931ανυπάκουος, η, ο [ἀνυπάκουος] α-νυ-πά-κου-ος επίθ.: που δεν υπακούει: ~ος: μαθητής (πβ. άτακτος, ατίθασος, ζωηρός). ~η: συμπεριφορά (στο σχολείο). ~ο: πνεύμα (πβ. ανυπότακτο). Πβ. απείθαρχος. ΑΝΤ. υπάκουος
4932ανύπαντρος, η, ο [ἀνύπαντρος] α-νύ-πα-ντρος επίθ.: που δεν έχει παντρευτεί: ~η: κοπέλα/μητέρα. ~α: ζευγάρια. Έμεινε ~/~η (βλ. εργένης, γεροντοκόρη).|| (ως ουσ.-ευχετ.) Και στα δικά σας οι ~οι/~ες! Πβ. άγαμος, απάντρευτος, ελεύθερος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) [< μεσν. ανύπαντρος]
4933ανύπαρκτος, η, ο [ἀνύπαρκτος] α-νύ-παρ-κτος επίθ. 1. που δεν υπήρξε ή δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται: ~η: διεύθυνση. ~ο: ζήτημα. ~οι: κίνδυνοι (ΣΥΝ. υποθετικοί, φανταστικοί, ΑΝΤ. πραγματικοί). ~α: ζητήματα/προβλήματα. Το πέναλτι/το φάουλ που δόθηκε ήταν ~ο. Προέβη σε αγωγή για συκοφαντική δυσφήμιση με ψευδή και ~α στοιχεία. Διαγραφή ~ων (ενν. προσώπων) από το μητρώο. ΑΝΤ. υπαρκτός 2. ανεπαρκής, ελλιπής: ~ος: προγραμματισμός/σχεδιασμός/φωτισμός (ΣΥΝ. αμυδρός). ~η: ενημέρωση/σήμανση. ~ες: υποδομές (ΣΥΝ. υποτυπώδεις). ~α: μέτρα ασφαλείας. Ομάδα με ~ες (= ελάχιστες) πιθανότητες πρόκρισης. ΑΝΤ. επαρκής 3. (προφ.-μειωτ.) (για πρόσ.) μηδαμινός, ανάξιος λόγου. [< μτγν. ἀνύπαρκτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.