| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58122 | ψυχολογώ | [ψυχολογῶ] ψυ-χο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {ψυχολογ-είς ..., -ώντας | -ησα, -ήσει, -ημένος}: εξετάζω, διερευνώ την ψυχοσύνθεση, τις ψυχικές διαθέσεις κάποιου: Αυτή την κοπέλα δεν μπορώ να την ~ήσω! Βλ. -λογώ. [< γαλλ. psychologiser, αγγλ. psychologize] | |
| 58123 | ψυχομάνα | ψυ-χο-μά-να ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): θετή μητέρα. Πβ. μητριά. Βλ. -μάνα, ψυχοπατέρας. | |
| 58124 | ψυχομαχητό | ψυ-χο-μα-χη-τό ουσ. (ουδ.) & ψυχομάχημα (λαϊκό-λογοτ.): η ενέργεια του ψυχομαχώ. Πβ. αγκομαχητό, χαροπάλεμα, ψυχορράγημα. Βλ. -ητό. | |
| 58125 | ψυχομαχώ | [ψυχομαχῶ] ψυ-χο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {ψυχομαχ-εί κ. -ά, -ώντας} (λαϊκό-λογοτ.): παλεύω να διατηρηθώ στη ζωή, είμαι ετοιμοθάνατος. Πβ. χαροπαλεύω, ψυχορραγώ. Βλ. -μαχώ. [< μτγν. ψυχομαχῶ] | |
| 58126 | ψυχομετρία | ψυ-χο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον σχεδιασμό και τη χρήση ψυχολογικών τεστ καθώς και την εφαρμογή στατιστικών μεθόδων για τη μέτρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Βλ. τεστ νοημοσύνης, ψυχοδιαγνωστική, -μετρία. 2. (στην παραψυχολογία) ικανότητα ενός ατόμου να αντλεί πληροφορίες σχετικά με κάποιο αντικείμενο ή με τον κάτοχό του, πιάνοντάς το στα χέρια του. Βλ. διαίσθηση, τηλε-κίνηση, -πάθεια. [< γερμ. Psychometrie, γαλλ. psychométrie, αγγλ. psychometrics, psychometry] | |
| 58127 | ψυχομετρικός | , ή, ό ψυ-χο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ψυχομετρία: (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: αξιολόγηση/εκτίμηση. ~ό: εργαστήριο. ~ές: δοκιμασίες. ~ά: εργαλεία/όργανα/τεστ.|| (στην παραψυχολογία:) ~ή: ικανότητα. [< γερμ. psychometrisch, γαλλ. psychométrique, αγγλ. psychometric] | |
| 58128 | ψυχονεύρωση | ψυ-χο-νεύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. (κατά τον Φρόυντ) νεύρωση. [< γερμ. Psychoneurose, γαλλ. psychonévrose, αγγλ. psychoneurosis] | |
| 58129 | ψυχονευρωτικός | , ή, ό ψυ-χο-νευ-ρω-τι-κός επίθ. (σπάν.): ΨΥΧΟΛ. νευρωτικός: ~ές: διαταραχές. ~ά: προβλήματα.|| ~ά: άτομα. [< γαλλ. psychonévrotique, αγγλ. psychoneurotic, 1902] | |
| 58130 | ψυχοπάθεια | ψυ-χο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) ΨΥΧΙΑΤΡ.-ΨΥΧΟΛ. 1. ψυχική διαταραχή. Πβ. τρέλα, ψυχασθένεια. ΣΥΝ. νευροπάθεια (2) 2. (ειδικότ.) διαταραχή της προσωπικότητας η οποία χαρακτηρίζεται από αντικοινωνική συμπεριφορά (ανευθυνότητα, παρορμητικότητα) και συναισθηματική αποστασιοποίηση. Βλ. -πάθεια. [< γερμ. Psychopathie, γαλλ. psychopathie, αγγλ. psychopathy] | |
| 58131 | ψυχοπαθής | , ής, ές ψυ-χο-πα-θής επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. που είναι ψυχικά άρρωστος: ~ής: δολοφόνος. (ως ουσ.) Επικίνδυνος ~. Πβ. μανιακός, τρελός, ψυχασθενής. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. νευροπαθής (1) [< γερμ. Psychopath, γαλλ. psychopathe, αγγλ. psychopath] | |
| 58132 | ψυχοπαθητικός | , ή, ό ψυ-χο-πα-θη-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με την ψυχοπάθεια: ~ή: προσωπικότητα/συμπεριφορά. Βλ. -παθητικός. [< γαλλ. psychopathique, αγγλ. psychopathic] | |
| 58133 | ψυχοπαθολογία | ψυ-χο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. -ΨΥΧΟΛ. κλάδος με αντικείμενο τη μελέτη των ψυχικών διαταραχών: αναπτυξιακή/εξελικτική/κλινική ~. ~ ενηλίκων/παιδιών και εφήβων. [< γαλλ. psychopathologie, αγγλ. psychopathology] | |
| 58134 | ψυχοπαθολογικός | , ή, ό ψυ-χο-πα-θο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις ψυχικές διαταραχές: ~ή: περίπτωση/προσωπικότητα. ~ές: εκδηλώσεις/καταστάσεις. ~ά: αίτια/προβλήματα/συμπτώματα. [< γαλλ. psychopathologique, αγγλ. psychopathologic(al)] | |
| 58135 | ψυχοπαίδα | ψυ-χο-παί-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ψυχοκόρη. | |
| 58136 | ψυχοπαιδαγωγικός | , ή, ό ψυ-χο-παι-δα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συνδυασμό αρχών της ψυχολογίας και της παιδαγωγικής: ~ή: έρευνα/παρέμβαση/προσέγγιση. ~ές: θεωρίες. ~ά: θέματα/προβλήματα. ● Ουσ.: Ψυχοπαιδαγωγική (η): ΨΥΧΟΛ. εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία. [< γαλλ. psychopédagogique, 1952] | |
| 58137 | ψυχοπαίδι | ψυ-χο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): θετό παιδί. Βλ. ψυχο-γιός, -κόρη. ΣΥΝ. παραπαίδι (2) | |
| 58138 | ψυχοπατέρας | ψυ-χο-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): θετός πατέρας. Πβ. πατριός. Βλ. ψυχομάνα, -πατέρας. | |
| 58139 | ψυχοπλάκωμα | ψυ-χο-πλά-κω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ψυχοπλάκωση (η) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψυχοπλακώνω: Μ' έπιασε (ένα) ~. Πβ. κατάθλιψη, μαυρίλα, μελαγχολία.|| Σκέτο ~ ήταν η παράσταση. | |
| 58140 | ψυχοπλακώνω | ψυ-χο-πλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {ψυχοπλάκω-σα, ψυχοπλακώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (προφ.): προκαλώ κατάθλιψη, μελαγχολία σε κάποιον: Μας ~σε μ' αυτά που μας είπε. ~θηκα με την ταινία. Πβ. κατα-θλίβω, -πλακώνω, -στενοχωρώ. | |
| 58141 | ψυχοπλακωτικός | , ή, ό ψυ-χο-πλα-κω-τι-κός επίθ. (προφ.): που ψυχοπλακώνει: ~ό: τραγούδι. Πβ. καταθλιπτ-, μελαγχολ-ικός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ